Κυριακή, 24 Απριλίου 2011

Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις της Οθωνικής Περιόδου, η διαχείριση της μνήμης του Όθωνα από την ελληνική ιστοριογραφία

του Άρη Δ. Τσιούμα

Στα πλαίσια του μαθήματος για το μεταπτυχιακό μάθημα του κ. Ι. Μιχαηλίδη:
«Θέματα Νεότερης & Σύγχρονης Παγκόσμιας Ιστορίας» η εργασία επιχειρεί μια βαθύτερη ανάγνωση των αφηγήσεων που περιγράφουν και των σχημάτων που διαχειρίζονται διαχρονικά την πολιτική και την προσωπικότητα του Όθωνα[1], με βάση το επιλεγμένο θέμα: « Ιστοριογραφικές προσεγγίσεις της Οθωνικής Περιόδου, η διαχείριση της ιστορικής μνήμης του Όθωνα από την ελληνική ιστοριογραφία.»


ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΑ

Εισαγωγή στην ιστοριογραφία…………………………………...σελ. 4

Πρόλογος…………………………………………………………..…σελ. 5

Κεφάλαιο Α’: «Όθων βασιλιάς της Ελλάδας, μια σύντομη επισκόπηση».......σελ. 6

Κεφάλαιο Β’: «Η νομιμοποίηση της Επανάστασης» (1862-1867)……….…..σελ. 7

Κεφάλαιο Γ’: «Ο ατυχής αλλά αείμνηστος Ηγεμόνας» (1867-1879)……….σελ. 8

Κεφάλαιο Δ’: «Ένας φιλόδοξος αλλά δύσνους πατριώτης» (1881-1895)…..σελ.11

Κεφάλαιο Ε’: «Ο νεκρός βασιλιάς της Μεγάλης Ιδέας». (1897-1927)...…...σελ.12

Κεφάλαιο ΣΤ’: «Ο αντισυνταγματικός Όθων και το πολιτειακό ζήτημα» (1927-1939)......σελ.16

Κεφάλαιο Ζ’: «Ο Όθων και η αριστερά» (1943-1974)……......σελ.19

Κεφάλαιο Η: «Ο Όθων στη σύγχρονη ιστοριογραφία» (1974-2008)…….σελ. 23

Συμπεράσματα……………………………………………………...σελ. 25

Επίλογος………………………………………………………….….σελ. 29


«η ιστορική γραφή πρέπει να προσεγγίζεται σαν παιδί της εποχής της,
και υπ’ αυτήν την άποψη, δεν υπάρχουν πουθενά αθώοι ιστορικοί.»
( Jean Bouvier)

Εισαγωγή στην ιστοριογραφία

Η ιστοριογραφία αποτελεί εκ των πραγμάτων μια κάθετη τομή στον ιστορικό χρόνο. Είναι τα κιάλια με τα οποία ο σύγχρονος ιστορικός θα μπορέσει να κοιτάξει και να εξετάσει μια περίοδο, με σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας στην κατανόησή της. Βέβαια δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε, ότι κοιτάμε προς τα πίσω, αυτή η σταθερή συνθήκη στη ζωή του ιστορικού, είναι η ίδια η προβληματική που πρέπει να απαντηθεί με μια λειτουργικότητα της ιστορίας, όχι όμως με όρους μεταμόσχευσης στο σήμερα. Προσθέσεις και αφαιρέσεις, ενσυνείδητες αποκρύψεις αλλά και άσπονδες προσθέσεις αποτελούν τα σημάδια στο σώμα της ιστοριογραφίας που καταδεικνύουν τις προθέσεις καταγραφής ενός πολιτικού προσήμου, που νοθεύει την ιστορική αλήθεια.

Η ανίχνευση του τρόπου αφήγησης της ιστορίας αλλά και της συνακόλουθης διαχείρισης της ιστορικής μνήμης είναι ίσως μια από τις πιο σημαντικές δουλειές του ιστορικού. Η αφήγηση είτε από την εξουσία είτε από ισχυρά ιδεολογικά ρεύματα που στοχεύουν στην εξουσία και δομούν μια «αυτόνομη» φιλοσοφικά και ερμηνευτικά προσέγγιση του κοινωνικού πράττειν, αποτελεί κι αυτή κομμάτι της ιστοριογραφίας. Η εργασία μας έγκειται στο να εξετάσουμε πόσες από αυτές τις αφηγήσεις εμπεριέχουν στοιχεία που ανταποκρίνονται στην αλήθεια ή κατά πόσο αποτελούν στρεβλώσεις της ιστορίας. Σύμμαχοί μας σ’ αυτή την εργασία πρέπει να είναι τα σύγχρονα επαγγελματικά μεθοδολογικά εργαλεία.

Ακόμα ένα πολύ σημαντικό στοιχείο στην εξέταση της ιστοριογραφίας είναι η διαδικασία απόδρασης από την κατασκευή ιστορικών εικόνων με βάση το πρότυπο πολιτικής εξουσίας που κυριαρχεί. Πόσο εφικτό είναι η τελική κρίση για πρόσωπα και καταστάσεις να ξεφύγει από την ελεγχόμενη σχέση με την εκάστοτε πολιτική εξουσία; Η άνοδος της επιστημονικής μεθοδολογίας μέσω της σύγχρονης ιστοριογραφικής προσέγγισης σε συνθήκες αστικής δημοκρατίας πόσο προφυλάσσει τη σύνδεση της έρευνας με την πολιτική διαχείριση της μνήμης; Σε συνθήκες επιπλέον ρευστοποίησης των μεθοδολογικών εργαλείων της επιστήμης στα θολά νερά της πλημμυρίδας του σχετικισμού, μήπως η πολιτική εξουσία κρατάει ακόμη το πιο μακρύ καλάμι; Σ’ αυτά τα ερωτήματα πρέπει να απαντήσει πειστικά ο ιστορικός μέσω της δουλειάς που θα καταθέσει στις κοινωνίες. Γιατί η ιστορία σαν επιστήμη, καλώς ή κακώς δεν απευθύνεται σε επιλεγμένα ακροατήρια αλλά στο σύνολο της κοινωνίας.

Η ιστοριογραφία πολλές φορές εμφανίζεται -λανθασμένα- να κρατά ένα μαγικό ραβδί το οποίο είναι ικανό να χειρίζεται το χρόνο, τον τόπο και τις συγκυρίες κατά το δοκούν. Από αυτό τον κανόνα δεν θα ξεφύγει σε μεγάλο βαθμό και η ελληνική ιστοριογραφία όσο αφορά την περιγραφή της οθωνικής περιόδου, την οποία εξετάζουμε σε αυτή την εργασία.

Το μαγικό ραβδί της ιστοριογραφίας, λοιπόν, θα μεταφέρει τον «άτυχο, αείμνηστο, φιλόδοξο, δύσνου, πατριώτη, μεγαλοιδεάτη, αντισυνταγματικό, απολυταρχικό, νομότυπο, ηλίθιο, ικανό, ανίκανο, μειλίχιο» (και κάτοχο πολλών ακόμα επιθέτων) πρώτο βασιλιά της Ελλάδας (αφού τον ντύσει με το κατάλληλο κατά την περίσταση -ιδεολογικό- ένδυμα), σε σχεδόν όλους τους τόπους και χρόνους της ελληνικής ιστορίας. Ο Όθωνας, λοιπόν, θα «συμμετάσχει» στις εκλογές του 1956, θα «δώσει μάχη για το πολίτευμα», θα «καλύψει» τη δικτατορία των συνταγματαρχών 100 χρόνια μετά το θάνατό του, ενώ θα ηγηθεί της δικαίωσης της Μ. Ιδέας…Η εκ των πραγμάτων συμβολοποίηση του, λόγω του θεσμικού του ρόλου θα «επιτρέψει» στους ιστορικούς συγγραφείς να τον χρησιμοποιήσουν σε χίλιες δυο δουλείες χρόνια μετά το φυσικό του θάνατο.

Ο ρόλος του σύγχρονου ιστορικού είναι, χρησιμοποιώντας τα επιστημονικά μεθοδολογικά και ερμηνευτικά εργαλεία να κατακτήσει ένα επαρκές επίπεδο αμεσότητας με την πραγματικότητα και κατερχόμενος στη βάση των πηγών να επιχειρήσει μια αληθινή κρίση. Δεν φτάνει όμως αυτό. Για να δημιουργήσουμε μια μικρή ρωγμή στο ρητό του Bouvier, και να προσπαθήσουμε για την κατάκτηση της αθωότητας του ιστορικού θα πρέπει να επανακαθορίσουμε τη στάση και της επιστήμης και του εαυτού μας. Καταδυόμενοι στα άδυτα της γνώσης αποζητούμε το θησαυρό της αλήθειας, και σε περίπτωση επιτυχίας, θα πρέπει να επανερχόμαστε στην επιφάνεια όχι με την αυταρέσκεια του παντογνώστη, ούτε με την αμφιβολία του λαθροχείρα, αλλά με την εποικοδομητική λογική ενός ανθρώπου, ενός επιστήμονα, που χωρίς να αποφεύγει και χωρίς να αποκρύβει τις έως τότε σκέψεις του, που τον έχουν διαμορφώσει, είναι έτοιμος να τις ξεπεράσει.

«Κάθε επιστημονικό πρόγραμμα είναι άρρηκτα δεμένο με ένα πρόγραμμα εξουσίας…
η επιθυμία να πείσεις και η επιθυμία να υπερισχύσεις είναι αχώριστες καθώς το φως κι η σκιά»
(Α. Βurguiere)


Πρόλογος

Η Ελλάδα τη δεκαετία από το 1821 έως το 1831 βγαίνει από μια επανάσταση (1821-1827) δυο εμφυλίους πολέμους (1823-1824, 1824-1825) ενώ και την περίοδο μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια λαμβάνουν χώρα εκτεταμένες εμφύλιες συγκρούσεις (1831-1833). Η οικονομική κατάσταση είναι τραγική. Σε κανένα τομέα δεν υπάρχει ανάπτυξη και σχεδόν κανένας πόρος δε μπορεί να φέρει έσοδα στο κράτος. Μια αρκετά εύστοχη περιγραφή της κατάστασης κάνει και ο ίδιος ο Όθωνας στην ανακοίνωση που βγάζει με αφορμή την έλευσή του στην Ελλάδα. 

Η σημαντικότερη όμως παρενέργεια όσων έχουν προηγηθεί είναι το κενό εξουσίας που εμφανίζεται για μια ακόμη φορά στο νεοσύστατο κράτος. Η σημαντικότητα της δολοφονίας του Καποδίστρια άλλωστε έγκειται κυρίως στην έμμεση -αν όχι άμεση- παραδοχή όλων των αντιμαχόμενων πλευρών ότι η σταθεροποίηση της πολιτικής εξουσίας χωρίς την πατερναλιστική παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων αποτελεί ένα πραγματικά δύσκολο έργο. Το ζήτημα των δανειακών χρεών και η κατασπατάληση των πόρων σε αλλότριους, της εθνικής υπόθεσης, σκοπούς θα αποτελέσουν ένα σημαντικό παράγοντα υποθήκευσης της ουσιαστικής Ανεξαρτησίας της Ελλάδας στις Εγγυήτριες Δυνάμεις. Η όλη κατάσταση θα διαμορφώσει τις κατάλληλες συνθήκες για την άμεση παρέμβαση των Μεγάλων Δυνάμεων στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας, όπως άλλωστε επιθυμούν διακαώς από τη ναυμαχία του Ναυαρίνου κι έπειτα. Πρώτο απότοκο αυτής της παρέμβασης είναι το αίτημα για ευθυγράμμιση της Ελλάδας με τα πολιτειακά πρότυπα της Ευρώπης. Είναι η αρχή της βασιλείας.

Η περίοδος της αντιβασιλείας μαζί με την καθ’ αυτό οθωνική περίοδο αποτελούν την ιστορική φάση της Ελλάδας που έχει μείνει γνωστή σαν «βαυαροκρατία». Η συγκεκριμένη ιστορική περίοδος είναι πολύ σημαντική από πολλές απόψεις για τη διαμόρφωση και την ανάπτυξη του νεοελληνικού εθνικού κράτους. Πρώτα-πρώτα είναι η περίοδος κατά την οποία εδραιώνεται το status quo που θέλει το ελληνικό κράτος να καταλαμβάνει το νότιο άκρο της Βαλκανικής χερσονήσου. Επίσης παγιώνονται κάποιοι πρώτοι θεσμοί διοίκησης και φυτεύονται οι σπόροι, οι οποίοι θα καθορίσουν τις μελλοντικές εξελίξεις. Από χρονική άποψη, η βασιλεία του Όθωνα καταλαμβάνει ένα σοβαρό κομμάτι της Νεοελληνικής Ιστορίας αφού για τριάντα περίπου χρόνια θα αποτελέσει το σχήμα εξουσίας που θα χειριστεί τις τύχες του έθνους υπό το πολιτειακό σχήμα είτε της Απόλυτης, είτε της Συνταγματικής Μοναρχίας.

Στόχος, λοιπόν, της εργασίας μας είναι η παρατήρηση του τρόπου διαμόρφωσης της διαχρονικής εικόνας για αυτή τη σημαντική περίοδο και για τον Όθωνα όπως αυτή προκύπτει από την ιστοριογραφική παραγωγή των χρόνων που την διαδέχονται. Για την ευκολότερη ανάγνωση του κειμένου οφείλουμε να επισημάνουμε ότι, στην εργασία χρησιμοποιούμε τη χρονολογική και θεματική δομή που ακολουθεί η εργασία του Ζ. Αντωνίου, που αποτελεί και το κείμενο από το οποίο παίρνουμε τις ιστοριογραφικές αναφορές. Η δομή της εργασίας έχει βασιστεί στις πιθανότητες κοινών τόπων κατάρτισης ιστορικό-ιδεολογικών ενοτήτων, προσπάθεια που έχει να αντιμετωπίσει αφενός την προβληματική της πολιτικής διαχείρισης σαν εμπλοκή μεσολάβησης πάνω στην ερμηνεία των γεγονότων αλλά και το -πανταχού παρών στην ιστορική αναζήτηση- φάντασμα του αναχρονισμού. Σε αντιστοιχία με τη δομή του βιβλίου λοιπόν, προκύπτουν οι εξής 7 συν 1 ενότητες:

1. 1862 - 1867. 2. 1867 – 1879 3. 1881 – 1895 4. 1897 – 1927 5. 1927 – 1939 6. 1943 – 1974 7. 1974 – 2008 8. Σχολικά εγχειρίδια.

Για την καλύτερη κατανόηση της κάθε ενότητας υπάρχουν: 

· α. περίληψη της πολιτικής επικαιρότητας.

· β. παράθεση των βασικών ιστορικών έργων της περιόδου και κατηγοριοποίηση των βασικών χαρακτηριστικών που αποδίδει η ιστοριογραφία της περιόδου.

· γ. Συμπεράσματα και Παρατηρήσεις.

Οι κεντρικές αναφορές που προκύπτουν από το σύνολο της ιστοριογραφίας είναι: η προσπάθεια νομιμοποίησης της έξωσης, η αλλαγή των αναφορών μετά το θάνατο του Όθωνα, η ρευστότητα της Τρικουπικής περιόδου, η εθνικιστική ατμόσφαιρα της περιόδου του μεσοπολέμου, η πολιτειακή ένταση την περίοδο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η προσέγγιση της αριστερής ιστοριογραφίας, και η οπτική της μεταπολιτευτικής επαγγελματικής ιστοριογραφίας.

Η ποιοτική ιεράρχηση των πηγών που αναφέρονται στην εργασία έχει γίνει με κριτήρια τη μεθοδολογία που χρησιμοποιούν, την αξιοπιστία των πηγών στις οποίες αναφέρονται και το βαθμό εξάρτησης που έχουν με το πολιτικό κίνητρο που τις πυροδοτεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Α’
«Όθων βασιλεύς της Ελλάδας. Μια σύντομη επισκόπηση.»

Στις 25/1/1833 σύμφωνα με τις περισσότερες καταγραφές φτάνει ο Όθωνας στην Ελλάδα, στο λιμάνι του Ναυπλίου με την αγγλική φρεγάτα «Μαδαγασκάρη». Ξεκινά η περίοδος αντιβασιλείας (Armansberg, Maurer, Eideck και Abel, προεδρεύει ο Armansberg). Το Μάρτη του 1833 υπό τις εντολές της αντιβασιλείας ιδρύεται η αυτοκέφαλη εκκλησία της Ελλάδος προς στήριξη του εθνικού αισθήματος σε αντίθεση με το οικουμενικό πνεύμα του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως.

Το 1833-1834 εξελίσσεται η δίκη του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη και του Πλαπούτα. Η δίκη τελειώνει με την καταδίκη τους σε θάνατο, η ποινή θα μετατραπεί αργότερα σε 20 χρόνια φυλάκιση. Επίσης το 1834 καταστέλλονται οι εξεγέρσεις που έχουν ξεσπάσει στη Μάνη, την ίδια χρονιά μεταφέρεται η πρωτεύουσα του κράτους από το Ναύπλιο στην Αθήνα.

Το 1835 έρχονται στο φως οι ιατρικές γνωματεύσεις που χαρακτηρίζουν ουσιαστικά ανίκανο τον Όθωνα για να κυβερνήσει. Οι γνωματεύσεις είναι πολύ σημαντικές κυρίως για τις μετέπειτα χρήσεις τους από την ιστοριογραφία.

Το Νοέμβριο του 1836 παντρεύεται ο Όθωνας την βασίλισσα Αμαλία, ενώ το Φλεβάρη του ίδιου χρόνου παύεται ο Armansberg, ο οποίος αντικαθίσταται από τον Rudhart. Τον Απρίλιο του 1837 ιδρύεται το Πανεπιστήμιο Αθηνών και το Δεκέμβρη του ίδιου έτους παύεται και ο Rudhart. Αναλαμβάνει την εξουσία ο ίδιος ο Όθωνας, εγκαινιάζοντας την περίοδο προσωπικής Μοναρχίας.

Το 1838 λαμβάνει χώρα εξέγερση στην Ύδρα, ενώ στο οικονομικό πεδίο το 1840 υπογράφεται συμφωνία εμπορικών και οικονομικών σχέσεων με την Οθωμανική Αυτοκρατορία. Η περίοδος από το 1838 έως το 1841 χαρακτηρίζεται από την κρίση του Ανατολικού ζητήματος με τον ανταγωνισμό ανάμεσα στην Πύλη και την Αίγυπτο να οξύνεται. Ρόλο στην όξυνση του προβλήματος θα παίξει και η Κρητική Επανάσταση του 1841.

Τον Ιούνιο του 1841 κατατίθεται το φιλελεύθερο πολιτικό σχέδιο του τότε πρωθυπουργού Αλέξανδρου Μαυροκορδάτου, το οποίο και απορρίπτεται από το βασιλιά. Ακολουθεί η παραίτηση του Μαυροκορδάτου, η οποία μπορεί να θεωρηθεί πρελούδιο της επανάστασης του 1843.

Στις 3/9/1843 ξεσπά η «Συνταγματική Επανάσταση», την οποία καθοδηγούν πολιτικά πρόσωπα και ο στρατός. Αποτέλεσμα της επανάστασης η ορκωμοσία του Όθωνα στις 18/3/1844 στο Σύνταγμα.

Το 1848 θα ξεσπάσουν κάποιες εξεγέρσεις οι οποίες προσεγγίζονται είτε σαν φαινόμενα της ληστείας είτε σαν ανάλογες κινήσεις με αυτές που γίνονται στην Ευρώπη «της άνοιξης τω λαών». Σημαντικότερο γεγονός πάντως μπορεί να θεωρηθεί η υπόθεση Pacifico (ή Παρκερικά) που λαμβάνει χώρα το 1850 και εμπλέκει την Αγγλία στα εσωτερικά ζητήματα της Ελλάδας με κάθετο τρόπο, ενώ ο λαός συσπειρώνεται γύρω από τον Όθωνα. Την ίδια χρονιά αναγνωρίζεται η Ελληνική Εκκλησία από το Πατριαρχείο.

Η περίοδος από το 1853 έως το 1856 είναι η περίοδος του Κριμαϊκού Πολέμου. Στις 12/5/1854 θα καταληφθεί ο Πειραιάς από τους Άγγλο-Γάλλους οι οποίοι προβαίνουν σε ναυτικό αποκλεισμό της πρωτεύουσας. 

Το 1859 ξεσπούν συγκρούσεις φοιτητών με την αστυνομία τα λεγόμενα «Σκιαδικά». 

Στις 16/11/1860 ο Όθωνας σε μια ακόμη παρέμβασή του στα όρια της συνταγματικότητας διαλύει τη βουλή. Η παρέμβαση θεωρείται από τον πολιτικό κόσμο ωμή παραβίαση του Συντάγματος από το βασιλιά. Από το 1860 χρονολογείται η όξυνση της αντιπαράθεσης του Όθωνα με την αντιδυναστική πτέρυγα των πολιτικών.

Την 1/2/1861 ξεσπά αντιδυναστική εξέγερση στο Ναύπλιο η οποία καταστέλλεται από τον Όθωνα. Παρόμοια εξέγερση που έχει ξεσπάσει στις Κυκλάδες αντιμετωπίζεται βίαια. Ηγέτες της επανάστασης δολοφονούνται στη Σύρο. Το στέμμα μετά από αυτή την ενέργεια χάνει τη δημοτικότητά του. Αποκορύφωμα των αποτυχημένων αντιδυναστικών ενεργειών αποτελεί η απόπειρα δολοφονίας της βασίλισσας Αμαλίας στις 6/9/1861.

Στις 10/10/1862 ξεσπά αντιδυναστική επανάσταση η οποία ανατρέπει τον Όθωνα. Ο πρώην βασιλιάς απομακρύνεται από την Ελλάδα για να γυρίσει στην Βαυαρία. Θα πεθάνει στις 14/7/1867 στο Bamberg από ερυσίπελα σε ηλικία 52 ετών. 

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Β’
«Η νομιμοποίηση της Επανάστασης». (1862-1867)

Στα απόνερα της επανάστασης του 1862 η πολιτική επικαιρότητα της εποχής θα καθορίσει και τα βασικά χαρακτηριστικά της ιστοριογραφικής περιόδου. Η ανάγκη για νομιμοποίηση της επανάστασης τόσο σε ηθικό επίπεδο όσο και για να αποφευχθεί η περίπτωση αυτή να καταστεί κίνδυνος για την εθνική κυριαρχία θα ευνοήσει τον τονισμό της αντισυνταγματικής συμπεριφοράς του βασιλιά καθώς επίσης και την άνθηση των μειωτικών χαρακτηρισμών σε βάρος του. Αυτή η προσέγγιση μοιάζει αναγκαία αρχικά για να δικαιολογηθεί η έξωση του βασιλιά. Σε ένα δεύτερο επίπεδο η προσέγγιση μοιάζει να θέλει να προλάβει κάποια παρέμβαση τιμωρίας εκ μέρους των Μεγάλων Δυνάμεων. Στην πραγματικότητα μπορούμε βάσιμα να εκτιμήσουμε ότι δεν υπήρχε τέτοιος κίνδυνος. Εκτός από την Αγγλία η οποία έχει αρκετούς λόγους να επιθυμεί ή τουλάχιστον να μην την ενοχλεί η απομάκρυνση του Όθωνα (απόλυση Armansberg, Παρκερικά, Κριμαϊκός Πόλεμος) και οι υπόλοιπες Δυνάμεις δεν δείχνουν ιδιαίτερη ζέση για την υπεράσπιση του Όθωνα. Η μεν Γαλλία έχει έρθει σε ρήξη κι αυτή την περίοδο του ναυτικού αποκλεισμού ενώ η Ρωσία δείχνει να προτιμά έναν ορθόδοξο βασιλιά σε σχέση με τον καθολικό Όθωνα. Έτσι οι πρεσβευτές των Μ. Δυνάμεων στην Αθήνα θα αρκεστούν να υποδείξουν απλά στον Όθωνα να απομακρυνθεί και να μην δημιουργήσει εντάσεις οι οποίες θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε έναν ακόμα καταστρεπτικό για όλους -και ασφαλώς και για τις εγγυήτριες των δανείων δυνάμεις- εμφύλιο πόλεμο.

Κατά τα άλλα η ανάγκη δικαίωσης της επανάστασης από την ιστοριογραφία της περιόδου σε ηθικό επίπεδο μοιάζει να είναι πιο επιτακτική καθώς κάπως πρέπει να ισορροπιστούν οι κατηγορίες που αφειδώς απαγγέλονται από τους φιλοβασιλικούς -και όχι μόνο- ότι τα βασικά κίνητρα της επανάστασης ήταν τα πολιτικά και οικονομικά οφέλη στα οποία αποσκοπούν οι καθοδηγητές της, δηλαδή οι πολιτικοί και ο στρατός. Έτσι θα δημιουργηθεί ένα κλίμα θεωρητικής υποστήριξης στην επανάσταση, το οποίο θα επιχειρήσει να την εμφανίσει σαν «αναπότρεπτο μονόδρομο».

Το Νοέμβριο του 1862 θα εμφανιστούν τα πρώτα πολιτικά κυρίως πονήματα του Αρνιωτάκη «Το θαύμα ήτοι η πτώσις του Α Βασιλέως της Ελλάδας, Όθωνος και αι συνέπιαι», και του Βούλγαρη «το βασίλειον της Ελλάδος και η ελληνική ολομέλεια, περίοδος πρώτη 1833-1843», που στοχεύουν στη νομιμοποίηση της Επανάστασης. Σ’ αυτά είναι πρόδηλη η ανάγκη μηδενισμού της χρησιμότητας της οθωνικής περιόδου. Η επίθεση στρέφεται τόσο κατά της ακολουθούμενης πολιτικής σε όλα τα επίπεδα όσο και στο ίδιο το πρόσωπο του βασιλιά. Η περίοδος βασιλείας του Όθωνα περιγράφεται με τα μελανότερα χρώματα ώστε να προκύψει πιο φυσικά η απόλυτη και ερμητική υπεράσπιση της ανάγκης για ανατροπή του καθεστώτος.

Η κριτική που εμφανίζεται στην ιστοριογραφία της περιόδου ταυτίζεται με την πολιτική θέση της αντιδυναστικής μερίδας. Οι αναφορές σε καθολική συμμετοχή του λαού στην επανάσταση και στη στάση αποδοχής της από τις Ευρωπαϊκές Δυνάμεις κινούνται στη κατεύθυνση της νομιμοποίησης. Οι αναφορές αυτές ανταποκρίνονται σε μεγάλο βαθμό στην αλήθεια αν και αποτελούν ανελαστικές πολιτικές θέσεις.

Το 1863 εκδίδεται στο Λονδίνο το έργο του Κουλουριώτη «Greece, her post condition under King Otto, her present requirements and tendencies, and her future prospects». Πρόκειται για έναν λίβελο, οποίος έχει κατηγορηθεί ότι υποστηρίζει ουσιαστικά τις Αγγλικές θέσεις αλλά παρόλα αυτά κατορθώνει να καταρτίσει το πρώτο κατηγορητήριο με βάση την απολυταρχική συμπεριφορά του Όθωνα. (έλεγχος του τύπου, ανελευθερία, παραβίαση του συντάγματος). 

Είναι εμφανές ότι μια ψύχραιμη προσέγγιση της οθωνικής περιόδου μπορεί μεν να λάβει υπ’ όψιν της κάποια τέτοια κείμενα που ίσως απηχούν μια συγκεκριμένη μερίδα σε μια συγκεκριμένη περίοδο, αλλά δεν μπορεί να ενστερνιστεί το μηδενιστικό χαρακτήρα τους, ο οποίος, σαν παιδί της εποχής του, εμφορείται από το τεταμένο κλίμα της.

Το 1863 επίσης κυκλοφορεί το «Quelques Mots sur la Grèce et l’ ex-Roi Othon adresses a l’opinion publique du Monde civilisé» του Κ. Λεβίδη. Ο Λεβίδης είναι δημοκράτης, και έχει συμβολή στη συνταγματική επανάσταση του 1843. Στο έργο του καταθέτει ένα πιο ενδελεχές κατηγορητήριο εναντίον του Όθωνα με βάση τις πράξεις του σε σχέση με την εσωτερική και εξωτερική πολιτική. Υπάρχει μια αναβάθμιση του οπλοστασίου των κατηγοριών ενώ ήδη υπάρχει μια τάση να αναδειχθεί σε πρωτεύον ζήτημα η αντισυνταγματική συμπεριφορά του βασιλιά. Στοιχειοθετείται και η κατηγορία που αφορά στην αναντιστοιχία ανάμεσα στις θετικές προθέσεις (εθνικό όραμα) και τις ασύνετες πράξεις πραγμάτωσης του στόχου. Γίνεται επίσης η πρώτη έμμεση αναφορά στα ιατρικά υπομνήματα του 1835, τα οποία θα χρησιμοποιηθούν αυθαίρετα και διαχρονικά στην ιστοριογραφία από τους πολέμιους του Όθωνα. Η αναφορά στις ιατρικές γνωματεύσεις στοχεύει κυρίως στην υποβάθμιση ή και τον εξευτελισμό της προσωπικότητας του Όθωνα.

Στον αντίποδα του Λεβίδη θα κινηθεί το έργο του φιλέλληνα Hienrich Thiersch «Griechenlands Schicksale Van anforng des befreiungs- krieges bis auf die gegenwartige krisis». Το έργο του, αποτελεί αντίστοιχη de facto θέση υποστήριξης του Όθωνα, από το οποίο συγκρατούμε τις παρατηρήσεις που αφορούν στην αδυναμία να γίνει η εθνική υπέρβαση, (κεντρικό ζήτημα της περιόδου) και την θέση για εχθρική στάση της Αγγλίας έναντι του Βαυαρού βασιλιά.

Τέλος το 1864 εκδίδεται το έργο «Κατάστασις Ελλάδος επί Όθωνος» του Σ. Τσιβανόπουλου. Σ αυτό επαναφέρονται οι κατηγορίες για αντισυνταγματική συμπεριφορά, ενώ υπάρχουν αναφορές και στο ζήτημα διορισμού των κρατικών υπαλλήλων, αλλά και στην εχθρική στάση της Αγγλίας. 

Κλείνοντας με τα συμπεράσματα της περιόδου μπορούμε να καταθέσουμε κάποιες επισημάνσεις πάνω στο πολιτειακό θέμα και το ζήτημα της επανάστασης και της έξωσης του 1862.

Το ζήτημα της έλλειψης δημοκρατίας που κυριαρχεί στην περίοδο που εξετάζουμε πρέπει πάντα να υπάρχει στο μυαλό τόσο του ιστορικού όσο και του αναγνώστη. Το έθνος-κράτος συσπειρώνει όλο τον πληθυσμό και δημιουργεί μια νέα αρκετά ισχυρή συσσωμάτωση ιδεολογικού χαρακτήρα. Αυτό δε σημαίνει όμως ότι είναι ικανό από μόνο του να δώσει μια οριστική λύση πάνω στο ζήτημα του τρόπου πολιτικής διαχείρισης. Λείπει ακόμα το πολιτικό πλαίσιο λειτουργίας της νέας ενοποιητικής κατασκευής. Η Ελλάδα βγαίνει από κατοχή 400 χρόνων, και οι θεσμοί που προσιδιάζουν σε μια δημοκρατική εξέλιξη είναι βαθιά χαραγμένοι από τη συντεχνιακή αντίληψη και την ταξική διαστρωμάτωση. Παρόλα αυτά θα υπάρξει μια προσπάθεια ιδεολογικής επιβολής ενός δημοκρατικού φαντασιακού (εθνοσυνέλευση, σύνταγμα 1822, αβασίλευτη δημοκρατία, νομιμοποιητική αρχή του έθνους), ως αποτέλεσμα της δυναμικής των ιδεών που πυροδότησαν τον ίδιο τον ξεσηκωμό. Η αποτυχία αυτής της προσπάθειας θα μπορέσει να αναλυθεί αν πάρουμε υπ’ όψιν δυο βασικούς παράγοντες. Από τη μία η φυσιολογική άμπωτη της επανάστασης μετά την επιτυχία της, και η λογική διαχείρισης του κράτους στα διεθνή πλαίσια ισορροπιών, και από την άλλη η έλλειψη ενός διαχειριστικού πολιτικού οργάνου συναπόφασης με δημοκρατικό χαρακτήρα θα εξηγήσουν την αποτυχία. Ποιος θα ασκεί την εξουσία, και που θα βασίζει τη νομιμοποίηση της; Η διαλεκτική σύγκρουση των θέσεων και των αντιθέσεων θα αντικατοπτριστεί τέλεια στη τραγική κατάληξη του πρώτου κυβερνήτη της Ελλάδας. Η σφαίρα που χτύπησε το σώμα του Καποδίστρια άνοιξε το δρόμο για την έλευση της Απόλυτης Μοναρχίας, την οποία συνόδευσε στο ταξίδι της στην Ελλάδα ο νεαρός πρίγκιπας της Βαυαρίας Otto Friedrich Ludwig von Wittelsbach.

Όσο αφορά τώρα την ανάγνωση της επανάστασης του 1862, από πολλούς θεωρείται άλλο ένα βήμα, ένα νέο εξελικτικό στάδιο, στη κατεύθυνση της επίλυσης του Ανατολικού Ζητήματος υπέρ της Ελλάδας. Εμείς θα περιοριστούμε να σχολιάσουμε ότι, είτε σαν τομή είτε σαν επικάλυψη, οι λαικές επαναστάσεις σηματοδοτούν το άνοιγμα του βήματος της ιστορίας, με τη μορφή μιας κοινωνίας, που έχει απότομα συνειδητοποιήσει ότι έχει χάσει πολύτιμο χρόνο σε ότι σημαίνει την ανάπτυξή της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Γ’
«Ο ατυχής αλλά αείμνηστος Ηγεμόνας» (1867-1879)

Από αυτή την περίοδο χρονολογείται η ανάδειξη του ισχυρού ρόλου του τύπου, ο οποίος αποτελεί βασικό παράγοντα στη μεταστροφή της εικόνας του Όθωνα που επιχειρείται πέντε χρόνια μετά την έξωση του. Δημοσιεύονται άρθρα στον αντί-οθωνικό «Αιώνα» και στην «Αλήθεια» στα οποία η μεταφορά του βάρους από την πολιτική στην προσωπικότητα λειτουργεί σαν αντισταθμιστικός παράγοντας ανώδυνης απότισης φόρου τιμής στον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας, με αφορμή τον πρόσφατο θάνατό του. Έτσι χρησιμοποιούνται πιο ήπιοι χαρακτηρισμοί («άτυχος») ενώ για πρώτη φορά εμφανίζονται γενικόλογα θετικά σχόλια πάνω στα προσωπικά χαρακτηριστικά του Όθωνα, που αφορούν κυρίως την αγάπη του προς την Ελλάδα.

Ο Βυζάντιος που καταθέτει την γνώμη του αυτή την περίοδο, εντάσσεται στο πλαίσιο ενός νέου φαινομένου που αναδύεται και έχει να κάνει με την εμφάνιση κάποιων «μεταμεληθέντων αντιοθωνιστών» που προέρχονται κυρίως από τους κόλπους της «χρυσής νεολαίας» των χρόνων της έξωσης. Ο Βυζάντιος πλέκει το εγκώμιο του Όθωνα αλλά δεν παραλείπει να αναφέρει την έλλειψη διοικητικών ικανοτήτων. Εισάγεται από τούδε και στο εξής ο κάθετος διαχωρισμός ανάμεσα στην προσωπικότητα του βασιλιά που συγκεντρώνει πολλά θετικά στοιχεία και την πολιτική του, που βρίθει αδυναμιών. Αυτός ο διαχωρισμός σχηματοποιείται πιο καθαρά στο πλαίσιο: «Όχι τέλειος βασιλιάς, αλλά τέλειος Έλλην». Αυτό το βασικό σχήμα αναπαράγεται στα περισσότερα έργα της περιόδου. (Άρθρα σε εφημερίδες, «Ελπίς», «Πανδώρα», ποίημα Αχ. Παράσχου, Μαρίνος Βρεττός κ.α).

Κάνοντας μια παρένθεση είναι σημαντικό να εντοπίσουμε τα βαθύτερα αίτια που εξηγούν αυτή τη μεταστροφή που συνοδεύεται από ένα διττό αίσθημα ευγνωμοσύνης αλλά και ενοχής.
Αυτό το αίσθημα ευγνωμοσύνης που παρουσιάζεται δεν μοιάζει να είναι το λογικό απότοκο της πετυχημένης πολιτικής του Όθωνα, ούτε, μάλλον, το παράγωγο της ξαφνικής αναγνώρισης του ελληνόψυχου εσωτερικού κόσμου του βασιλιά. Περισσότερο από οτιδήποτε άλλο αυτή η ευγνωμοσύνη εδράζεται στον ίδιο το ρόλο του πρώτου βασιλιά του νεοσύστατου κράτους. Ο Όθωνας είναι το πρόσωπο που ενσαρκώνει τον απαραίτητο -για τις τότε διεθνείς συνθήκες- ρόλο του πολιτικού διαχειριστή ενός αδύναμου αλλά σημαντικού γεωπολιτικά κρατιδίου, σε ένα αποδεκτό πλαίσιο πολιτειακής οργάνωσης, που αντιστοιχεί σε αυτά των δυτικών προστάτιδων Δυνάμεων του ελληνικού κράτους. Σε μια αντιστροφή της ανάγνωσης της ιστοριογραφίας της περιόδου που εξετάζουμε, ο άνθρωπος που ενσαρκώνει αυτόν τον τόσο σημαντικό ρόλο για την καθιέρωση του status quo που εμπεριέχει το ελληνικό κράτος στο νότιο άκρο της Βαλκανικής, θα πρέπει να έχει και κάποια καλά χαρακτηριστικά κι ας εγκαταλείπει το βασίλειο του σαν αποτυχημένος. Σε τόσο κρίσιμες περιόδους, όπου η νέα διαμορφούμενη κατάσταση μοιάζει να είναι ακόμα ρευστή (ακόμα και μετά τον ατυχή πόλεμο του 1897 ελλοχεύει ο κίνδυνος ολοκληρωτικής καταστροφής) τα πρόσωπα παίζουν δευτερεύοντα ρόλο σε αναλογία με τον ρόλο που εκπροσωπούν, και αναδεικνύονται μόνο σε σχέση με αυτόν.

Γιατί δημιουργούνται οι κατοπινές ενοχές; Για να απαντήσουμε σε αυτή την ερώτηση πρέπει να επικεντρώσουμε την ιστορική ματιά στις συνθήκες που δημιουργούνται την επαύριο της έξωσης. Πρώτα απ’ όλα δημιουργείται και πάλι ένα κενό εξουσίας το οποίο τροφοδοτεί μια κατάσταση ανομίας που προσιδιάζει στην προ-οθωνική εποχή. Αυτή η εικόνα αποδυναμώνει την αντίληψη ότι η επανάσταση του 1862 ήταν ένα βήμα προόδου. Αντιθέτως, μάλλον τροφοδοτεί τις απόψεις που αμφισβητούν τη χρησιμότητα της ανατροπής του 1862, οι οποίες αποδίδουν ωφελιμιστικά κίνητρα στους εμπνευστές της. Δικαιωμένοι θα αισθανθούν οι θιασώτες της προαναφερθείσας αντίληψης όταν οι επαναστάτες του 1862 θα επιχειρήσουν να καρπωθούν κρατικές θέσεις και οφέλη από τη νέα κατάσταση. Ένας δεύτερος σοβαρός παράγοντας ανάδυσης αυτής της ενοχικής μαζικής νοοτροπίας απέναντι στον εξόριστο πρώην βασιλιά, είναι η ήττα της Κρητικής Επανάστασης που είχε ξεσπάσει το 1866. Η εθνική απογοήτευση από την ήττα αυτή θα στρέψει τον κόσμο σε μια θετική επανεκτίμηση της στάσης του Όθωνα που αφορούσε στα εθνικά θέματα καθώς αυτή έσφυζε από πατριωτικό πάθος για την απελευθέρωση του αλύτρωτου ελληνικού πληθυσμού[2]. Δεν ήταν διόλου ασήμαντη υπόθεση, η ειλικρινής συστοίχηση ενός αλλοεθνή ηγεμόνα με το εθνικό όραμα των υπηκόων του, ενώ αντιμετωπίζει διαρκώς το φάσμα της «απόλυσης» από τις Μεγάλες Δυνάμεις όταν ο υπερβολικός του ζήλος για τη υπόθεση, αντιστρατεύεται τα ευρύτερα γεωπολιτικά συμφέροντα τους. Στον Όθωνα λοιπόν μπορούν να αποδοθούν δύο πολύ σημαντικοί ρόλοι. Από τη μία σαν απόλυτος μονάρχης του βασιλείου αποτελεί τον εκλεκτό και παράλληλα το συνομιλητή των Μεγάλων Δυνάμεων, έναν εγγυητή της ασφάλειας του μικρού κράτους. Από την άλλη η ένθερμη υποστήριξη που παρέχει στην εθνική υπόθεση της απελευθέρωσης του υπόδουλου Ελληνισμού μπορεί να τον καταστήσει έναν σεβάσμιο ηγέτη του έθνους. Δυστυχώς η πολιτική που θα ακολουθήσει ο Βαυαρός γαλαζοαίματος θα οδηγήσει στην ολοκληρωτική κατάρρευση αυτού του ιδεατού σχήματος, αφού δεν θα μπορέσει να δικαιώσει κανένα από τα δύο σκέλη του. Η μυωπική εξωτερική πολιτική, ειδικότερα, που θα ακολουθήσει, θα αντιστρατευτεί ματαιόδοξα ανώτερα των δυνάμεων του μικρού βασιλείου συμφέροντα χωρίς να δώσει σε αντάλλαγμα μια πραγματική επιτυχία. Ο Όθωνας θα συγκεντρώσει πάνω του τα εχθρικά βλέμματα των Μεγάλων Δυνάμεων, με πρώτη την Αγγλία (ειδικότερα μετά τη στάση που θα κρατήσει στον Κριμαϊκό πόλεμο), ενώ παράλληλα θα απογοητεύσει τους υπηκόους του αφού δεν θα μπορέσει να δώσει κάποιο χειροπιαστό παράδειγμα ικανότητας στη διαχείριση των εθνικών θεμάτων.

Παρόλα αυτά η συγκεκριμένη περίοδος θα δώσει τη ρίζα στην οποία πρέπει να αναζητήσουμε την πρώτη ύλη για την μετέπειτα σύνδεση του Όθωνα με τη Μ. Ιδέα. Θα χρειαστούν κάποια χρόνια ακόμα όμως για να περάσουμε στην πυρετώδη φάση της όξυνσης του εθνικισμού. Θα χρειαστεί να περάσει μια ακόμα εσωστρεφής περίοδος μετά την ήττα της Κρητικής Επανάστασης, ενώ μόνο μετά την άνοδο του φαινομένου που θα χαρακτηριστεί «σλαβική απειλή» θα μπουν πιο σταθερές βάσεις για την ανάπτυξη του εθνικισμού. Η εθνική αφύπνιση των Βουλγάρων που θα εκφραστεί με τη δημιουργία της Εξαρχίας το 1870 θα οξύνει την Ανατολική Κρίση και θα πάρει συγκεκριμένη μορφή με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου το 1878. Η μορφοποίηση της σλαβικής απειλής σε συνδιεκδικητή της Μακεδονίας και της Θράκης θα εκβιάσει την απόφαση για υιοθέτηση επιθετικής πολιτικής στο εθνικό ζήτημα από την Ελλάδα. Πρώτοι στόχοι ορίζονται η διασφάλιση των διεκδικήσεων και η εξισορρόπηση της Ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια.

Συνεχίζοντας στα έργα της περιόδου, εμφανίζεται μια εξισορροπιστική τάση με στοιχεία μεταμέλειας απέναντι στον Όθωνα. Χαρακτηριστικό έργο της περιόδου οι «Βίοι παράλληλοι» του Αν. Γουδά, ασκεί πολιτική κριτική και αναφέρεται στο ζήτημα της θρησκείας και του σεβασμού στο Σύνταγμα. Παράλληλα αναφέρει δυσπιστία του Όθωνα προς τους Έλληνες πολιτικούς καθώς επίσης και αναβλητικότητα και λεπτολογία. Ο Γουδάς εδραιώνει στο ιστοριογραφικό μοτίβο τα προσωπικά μειονεκτήματα του βασιλιά τα οποία μοιάζουν να βασίζονται σε μια διαχρονική ανασκευή των ιατρικών πορισμάτων του 1835.

Σημαντική είναι επίσης η παρέμβαση του Χαρίλαου Τρικούπη με το άρθρο «Παρελθόν και Ενεστώς», στο οποίο ο πολιτικός δικαιώνει την επανάσταση του 1862. Αυτή είναι μια ουσιαστική παρέμβαση στην ιστοριογραφία καθώς την θέση περί δίκαιης ανατροπής την καταθέτει ο άνθρωπος ο οποίος σε βάθος χρόνου θα δικαιώσει την αντίληψη περί προόδου που συντελείται με την ανατροπή του καθεστώτος του Όθωνα. Το άρθρο «τις πταίει;» που αποτελεί το θεωρητικό πλαίσιο από το οποίο γεννάται η αρχή της δεδηλωμένης αποτελεί το αναγκαίο νομικό συμπλήρωμα στις εξεγέρσεις του 1843 και του 1862, καθώς οριοθετεί τις δικαιοδοσίες του βασιλιά και ορίζει ένα νέο λειτουργικό και εμφανέστερα δημοκρατικότερο πολιτειακό σύστημα διακυβέρνησης.

Σε αντίθεση με το άρθρο του Τρικούπη το άρθρο του ίδιου του βασιλιά Γεωργίου στην εφημερίδα «Ώρα» θα δώσει μια μάλλον αμφίσημη αντίληψη προσώπων και πραγμάτων. Στο άρθρο ο βασιλιάς θα στηρίξει την έξωση του Όθωνα στην κατηγορία για καταπάτηση του Συντάγματος, ενώ δεν θα διστάσει να δηλώσει ότι ακόμα και μετά την έξωση το σύνταγμα συνεχίζει να καταπατάται (!)

Η περίοδος θα κλείσει με τα έργα των Ν. Δραγούμη, George Finlay και Carl Schmeidler.
Ο Ν. Δραγούμης θα ρίξει βάρος στην εχθρική στάση των Μεγάλων Δυνάμεων λόγω της εθνικιστικής πολιτικής του Όθωνα, ενώ θα επαναφέρει την κατηγορία για καταπάτηση του συντάγματος αλλά παράλληλα θα επιτεθεί στους επαναστάτες του 1862 αφού θα τους μεμφθεί για μικροπολιτικά κίνητρα. Τέλος ενώ θα αναγνωρίσει τα μειονεκτήματα του Όθωνα θα προσπαθήσει να τα δικαιολογήσει, ενώ θα ντύσει τον πρώην βασιλιά με τον τίτλο του ευεργέτη της χώρας.

Στον αντίποδα, ο George Finlay, στο «A history of Greece: from its conquest by the Romans to the present time», επικρίνει τόσο τον Όθωνα όσο και την πολιτική του. Αφού ολοκληρώσει την περιγραφή του πρώην βασιλιά αποκαλώντας τον «εύπιστο», «ανοιχτό στις κολακείες», και «ανόητο» θα περάσει στη κρίση του πολιτικού του έργου και αφού παρατηρήσει ότι τον διακρίνει περιορισμένη πολιτική οξυδέρκεια και ανικανότητα θα του χρεώσει αντισυνταγματική συμπεριφορά, αυταρχικότητα, και θα υπογραμμίσει τις προηγούμενες κατηγορίες που φέρουν τον Όθωνα να μην εμπιστεύεται και να μην συνεργάζεται με τους Έλληνες πολιτικούς. Τέλος όσο αφορά στην εξωτερική πολιτική, ο Finlay καταλογίζει στον ηγεμόνα μια λογική μάταιης εχθρότητας απέναντι στην Αγγλία. Εδώ οφείλουμε να επισημάνουμε ότι το έργο του Finlay χάνει σε αξιοπιστία λόγω της αντιπαράθεσης που είχε ο συγγραφέας με την ελληνική πολιτεία για κτηματικές διαφορές, αλλά κυρίως, γιατί ο Finlay ο οποίος είναι παλαίμαχος αγωνιστής του 1821 δεν είναι κάποιος που αγνοεί τα γεγονότα και δίνει μια αντικειμενική εικόνα των όσων διαδραματίζονται, αντιθέτως αποτελεί κι αυτός κομμάτι του ψηφιδωτού της ελίτ της περιόδου. Συζητήσιμο είναι αν στην κρίση του παίζει κάποιο ρόλο και η καταγωγή του. 

Τέλος στην «Ιστορία του βασιλείου της Ελλάδας» ο Γερμανός Schmeidler επικεντρώνει στην πολιτική ανεπάρκεια του θρόνου ενώ συγκεντρώνει τους λόγους πτώσης στους τρεις βασικότερους -κατά την κρίση του- από αυτούς. Στο πολυπληθές του «άχρηστου» στρατού, στην αποτυχία της εθνικής δικαίωσης, και την απομάκρυνση από τους αξιωματικούς. Το αλλόθρησκο του βασιλιά σε σχέση με τους κατοίκους του βασιλείου επίσης παίζει ρόλο στην ανάλυση του Γερμανού. Παρατηρούμε ένα νήμα που συνδέει τις απόψεις όσων Γερμανών ασχολούνται με το θέμα αναδεικνύοντας κάποια κοινά χαρακτηριστικά που σχετίζονται συνήθως με την πειθαρχία και μια μιλιταριστική αντίληψη αναβάθμισης του ρόλου του στρατού.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Δ’
«Ένας φιλόδοξος αλλά δύσνους πατριώτης» (1881-1895)

Το 1881 ενσωματώνονται στο ελληνικό κράτος η Θεσσαλία και η Ήπειρος ενώ ανατρέπεται η εξωτερική πολιτική προσέγγισης της Αγγλίας και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας που εισάγει ο Τρικούπης. Το 1885 η κατάληψη της Ανατολικής Ρωμυλίας από τους Βούλγαρους θα σημάνει μια νέα εθνική απογοήτευση. Η πολεμική κρίση των χρόνων 1885-1886 θα συνδεθεί με μια περίοδο ανάπτυξης που σχετίζεται με την ισορροπημένη σχέση ανάμεσα στους εσωτερικούς και εξωτερικούς στόχους του κράτους.

Το 1881 ο Θεοδ. Γ. Κολοκοτρώνης στο έργο του «Αι τελευταίαι ημέραι της βασιλείας του Όθωνος» φέρεται σαν ιδρυτής της αντιοθωνικής οργάνωσης «Εταιρεία των Σκιαδικών» η οποία είχε σαν στόχο την κατοχύρωση ελεύθερων βουλευτικών εκλογών και καταθέτει τη δική του οπτική πάνω στους λόγους που οδήγησαν στην έξωση του Όθωνα. Ξεχωρίζει η αναφορά στην αντισυνταγματική συμπεριφορά του πρώην βασιλιά αλλά και η επανάληψη της αναφοράς στην απόσταση που διατηρούσε η αυλή από τους Έλληνες πολιτικούς.

Μια ενδιαφέρουσα αντίθεση προκύπτει όταν συγκρίνουμε την πιο βιωματική μαρτυρία του Θ. Κολοκοτρώνη (ο πατέρας του υπήρξε αγωνιστής του 1821) με τις κρίσεις των Γερμανών πάνω στο ζήτημα της διαχείρισης των αγωνιστών του ’21 από τον Όθωνα. Ο Κολοκοτρώνης παρουσιάζει τους προαναφερόμενους σαν «γονυπετείς λέοντες» ενώ οι Γερμανοί πιστεύουν ότι ο «μαλθακός βασιλιάς» δεν μπορούσε να επιβληθεί στους «σκληροτράχηλους» αγωνιστές. Βέβαια και οι δύο κρίσεις συνομολογούν ότι μπορούμε να υπολογίζουμε στους λόγους που οδήγησαν στην εξέγερση του 1862 τη σχέση της αυλής με τους στρατιωτικούς ηγέτες του Αγώνα. 

Το 1882 ο Σοφρωνιάδης στο «Όθων και Αμαλία» επαναφέρει τις γνωστές κατηγορίες τονίζοντας την αντισυνταγματική συμπεριφορά του βασιλιά. Δεν παραλείπει να αναφερθεί στα μειονεκτήματα ενώ επιλέγει σαν λόγους πτώσης τους πλέον ανώδυνους για την εικόνα του βασιλιά όπως ήταν η έλλειψη διάδοχης κατάστασης και η εχθρική στάση της Αγγλίας.

Τον επόμενο χρόνο θα κυκλοφορήσει αντίστοιχο έργο του Κων. Παπαμιχαλόπουλου. Το έργο αυτό με τη μορφή καταγραφής αναμνήσεων του συγγραφέα από τη Βαυαρία αποτελεί τον παιάνα της περιόδου στο πρόσωπο του βασιλιά, καθώς δεν γίνεται καμία προσπάθεια να κρατηθεί κάποια ισορροπία, ενώ ακόμα και στην έξωση βρίσκει μια καλή κουβέντα να πει για τον Όθωνα τονίζοντας τη στάση αποδοχής που κρατά.

Την ίδια χρονιά επανεκδίδεται η ΙΕΕ του Παπαρηγόπουλου η οποία δίνει μια ισορροπημένη αφήγηση για τα σημαντικότερα γεγονότα. Αφού καταθέσει μια αρνητική κρίση για την αντιβασιλεία, την οποία θεωρεί υπεύθυνη για την άνοδο της ληστείας θα κάνει μια θετική εκτίμηση για την Οθωνική περίοδο. Σαν βασικό αίτιο της επανάστασης του 1843 θα κατονομάσει το εξωτερικό χρέος της χώρας, ενώ γι’ αυτή του 1862 θα ρίξει το βάρος στην παρέμβαση του Όθωνα στις βουλευτικές εκλογές αλλά θα δικαιολογήσει τη στάση του.
Το 1877 ο Δ. Βικέλας, θα περιοριστεί στο να συνδέσει τον Όθωνα με τα σχέδια απελευθέρωσης του υπόδουλου ελληνισμού. 

Το 1890 με 1895 θα εκδοθεί η πολύ σημαντική ιστορία των Γ. Κρέμου-Ε. Κυριακίδη υπό τον τίτλο: «Νεότατη Γενική Ιστορία». Ενώ πρόκειται για ένα από τα πιο σοβαρά ιστορικά έργα της περιόδου αδικείται λόγω της υπανάπτυξης που υπάρχει στη μεθοδολογία της ιστορικής προσέγγισης της εποχής. Στα πλαίσια της «Μεγάλης Ιστορίας» που προωθεί τις βιογραφίες και τις αγιογραφίες, είναι δύσκολη η αποφυγή της υπερσυγκέντρωσης της ανάλυσης σε προσωπικά χαρακτηριστικά και η ανάδειξη άλλων στοιχείων που θα πολιτικοποιούσαν -σε ιστορικό πλαίσιο- την άποψη πάνω σε ένα κατ’ εξοχή πολιτικό ζήτημα. Άλλωστε η Οθωνική περίοδος δεν είναι παρά άλλη μια πολιτική περίοδος της ιστορίας του ελληνικού κράτους.

Τα στοιχεία που μας δίνει το έργο των Κρέμου-Κυριακίδη είναι η αποξένωση της δυναστείας από το λαό, την οποία άλλωστε, όπως αναφέρεται, κανείς δεν την υπερασπίστηκε στην πτώση της. Επίσης επιχειρείται στο έργο μια διεύρυνση του κύκλου απόδοσης ευθυνών όσο αφορά την επανάσταση του 1862, με αναφορές στα συμφέροντα των Ελλήνων πολιτικών. Οι συγγραφείς θεωρούν ότι η επανάσταση δεν ήταν καθολική όπως παρουσιάστηκε στα χρόνια που ακολούθησαν την πτώση του Όθωνα αλλά οργανωμένη από μια μειοψηφία ενωμένων φατριών. Γίνεται μια πρώτη αναφορά στο νέο ρεύμα ιδεών που έρχονται από τη Γαλλία αλλά ταυτόχρονα υποβαθμίζεται η κατηγορία της αντισυνταγματικότητας καθώς σύμφωνα με τους Κρέμο-Κυριακίδη δεν υπάρχει ένα σαφές ιδεολογικό ρεύμα επιβολής προοδευτικών συνταγματικών ρυθμίσεων.

Η πρώτη ιστορική μονογραφία του Όθωνα, την οποία συγγράφει ο Τρ. Ευαγγελίδης θα κυκλοφορήσει το 1893. Ο Ευαγγελίδης θα ρίξει βάρος στον τονισμό των μικροπολιτικών συμφερόντων στην επανάσταση του 1862. Αφορμή για την επανάσταση θα σταθεί η άστοχη εξωτερική πολιτική του μονάρχη, η οποία θα δώσει πάτημα στους πολιτικούς να τον ανατρέψουν για να εξυπηρετήσουν τα συμφέροντά τους. Για την επανάσταση του 1843 και πάλι θα ξεγυμνώσει τα κίνητρα των πρωταίτιων από ότι θα μπορούσε να θεωρηθεί αλτρουιστικός πατριωτισμός. Καταληκτικά πάντως θα θεωρήσει θετικό αποτέλεσμα της επανάστασης του 1843 το Σύνταγμα που θα παραχωρηθεί αλλά ότι αυτό θα τύχει λανθασμένης εφαρμογής.

Το 1893 είναι επίσης η χρονιά που ο Τρικούπης θα κηρύξει την πτώχευση της ελληνικής οικονομίας. Αυτό το κεντρικό γεγονός θα τροφοδοτήσει περαιτέρω τον εθνικισμό καθώς το σχήμα οικονομική ανάπτυξη-εθνική απελευθέρωση δείχνει αν όχι να καταρρέει τουλάχιστον να μένει κενό γράμμα. Δημιουργείται η αντίληψη μιας καθυστέρησης πάνω στην ανάπτυξη της Μεγάλης Ιδέας και την εκτέλεση των σχεδίων απελευθέρωσης των αλύτρωτων περιοχών. Για άλλη μια φορά η ατελέσφορη μεν, αλλά δυναμική πολιτική που ακολούθησε ο πρώτος βασιλιάς μοιάζει θελκτικότερη στα μάτια της κοινής γνώμης που αναπολεί την εθνική κινητικότητα των μέσων του 19ου αιώνα.

Κλείνοντας, η περίοδος θα χαρακτηριστεί από το εσωστρεφές σχήμα αντιστοίχησης της εθνικής δικαίωσης με την ανάπτυξη της οικονομίας και τις διαρκείς προσπάθειες υπό τον Τρικούπη να σταθεροποιηθεί το πολιτικό σκηνικό. Ενώ θα σημειωθούν βήματα προόδου η κατάρρευση της οικονομίας θα οδηγήσει για άλλη μια φορά σε πανικό και βεβιασμένες κινήσεις που θα κορυφωθούν σε πρώτη φάση με τον ατυχή πόλεμο του 1897.Η ολοκληρωτική καταστροφή θα επέλθει μετά την αποτυχημένη εκστρατεία της Μ.Ασίας το 1922 όπως θα δούμε στην ενότητα που ακολουθεί.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ε’
«Ο νεκρός βασιλιάς της Μεγάλης Ιδέας». (1897-1927)

Από το 1895 κι έπειτα ξεκινά η περίοδος που συνδέεται σχεδόν καθολικά με την αδιάκοπη προσπάθεια υλοποίησης της Μ. Ιδέας.

Το 1897 λαμβάνει χώρα ο ατυχής πόλεμος ο οποίος ενέχει το ρίσκο ακόμα και μιας ολοκληρωτικής καταστροφής, η οποία τελικά θα αποφευχθεί. Όπως κάθε φορά έτσι και τώρα μετά από μια απονενοημένη πολεμική έξοδο η λήξη των συγκρούσεων θα συνοδευτεί από μια εσωστρέφεια που θα πλειοδοτήσει στα δημιουργικά χαρακτηριστικά της εσωτερικής πολιτικής ζωής. (ανάπτυξη της οικονομίας, αναβάθμιση του στρατού κλπ).

Μοιάζει το εξωτερικό πεδίο συγκρούσεων να αποτελεί την αρένα όπου δοκιμάζεται κάθε φορά το επίπεδο της εσωτερικής ετοιμότητας. Πρόκειται για μια διαδικασία, όπου σύσσωμος ο ελληνισμός προσπαθεί να επιτύχει εκείνη την ισορροπία ανάμεσα στην εσωτερική ανάπτυξη από τη μία και την υλοποίηση της εθνικής υπόθεσης από την άλλη.

Αυτή τη περίοδο κορυφώνεται το ενδιαφέρον για το Μακεδονικό λόγω της κούρσας μεταξύ των εθνικισμών για το ποιος θα κυριαρχήσει στην περιοχή. Η αναζήτηση ενός νέου εθνικού ηγέτη θα ολοκληρωθεί με τη ανάδειξη σε κυρίαρχη πολιτική μορφή του Ελευθέριου Βενιζέλου, ο οποίος αφού ακολουθήσει μια ρεαλιστική αλλά δυναμική πολιτική γραμμή θα πετύχει επαναλαμβανόμενες νίκες στους Βαλκανικούς Πολέμους ενώ θα υπερασπιστεί αποτελεσματικά τις κατακτήσεις της Ελλάδας στον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Η περίοδος θα κλείσει με την ήττα του 1922 η οποία θα σημάνει το οριστικό τέλος της Μεγάλης Ιδέας. Το καθ’ αυτό εθνικό ζήτημα έχει πλεον κλείσει.

Η ολοκληρωτική ήττα του 1922 δε μπορεί να υπολογιστεί σαν ακόμα μια παλινδρόμηση στη διαδικασία δικαίωσης του εθνικού οράματος του ελληνισμού (όπως θα το έθετε και ο Σβορώνος). Η αστοχία της εκστρατείας στην κεντρική Τουρκία και η ολοκληρωτική ήττα που επέφερε, αλλά κυρίως η ανταλλαγή πληθυσμών της συνθήκης της Λοζάνης το ‘22 με την οποία ξεριζώνεται με τον πιο εμφατικό τρόπο το ελληνικό στοιχείο της Μικράς Ασίας σηματοδοτούν την ολοκλήρωση της διαδικασίας κατασκευής του νεοτερικού έθνους-κράτους των Ελλήνων. Η «πρώτη μεταπολιτευτική περίοδος» που θα ανοίξει την επομένη της ολοκλήρωσης του πολέμου στην Μ. Ασία θα μεταφέρει τον δημόσιο λόγο από τη σφαίρα της εξωτερικής πολιτικής σ’ αυτή της εσωτερικής διαχείρισης. Σ’ αυτό το νέο πλαίσιο θα αναδυθούν νέοι πολιτικοί και δυνάμεις που θα στηριχθούν στη γέννηση νέων ιδεών. ( Ίδρυση της Α’ Ελληνικής Δημοκρατίας)

Όσο αφορά την εικόνα της οθωνικής περιόδου που μας δίνει η περίοδος, μπορούμε να πούμε ότι ο Όθων περνά την καλύτερη φάση της διιστορικής του διαχείρισης από την ιστοριογραφία. Η ολοκληρωτική ταύτιση του Όθωνα με τη Μ. Ιδέα που αποτελεί το συλλογικό φαντασιακό της περιόδου έχει σαν αποτέλεσμα τον απαραίτητο -για τις ανάγκες της προπαγάνδας- εγκωμιασμό άνευ όρων του έκπτωτου μονάρχη. Η προσήλωση του πρώην ηγεμόνα στο εθνικό ζήτημα θεωρείται άλλος ένας θετικός παράγοντας για την υπόθεση ακόμα κι αν αυτή η αλλόκοσμη συγκατάθεση προέρχεται από έναν εξόριστο και νεκρό βασιλιά.

Το 1895-1897 έχουμε την αναζωπύρωση του Κρητικού ζητήματος. Υιοθετείται δυναμική πολιτική, που οδηγεί στον πόλεμο του 1897. Ακολουθεί η άτακτη φυγή του στρατού, η κατάληψη της Θεσσαλίας, και η απειλή για κατάληψη της Αθήνας. Η πολεμική σύγκρουση αναδεικνύει την ανικανότητα των στρατιωτικών και του βασιλιά ο οποίος σαν επικεφαλής τους επιβαρύνεται με την ευθύνη της αποτυχίας . Ξεσπά αντιδυναστικό κίνημα το οποίο ξεφουσκώνει μετά την επαναφορά των χαμένων εδαφών στη Θεσσαλία. 

Το 1896 η Σωτ. Αλιμπέρτη στο έργο της «Αμαλία» έναν έθνο-εγκωμιαστικό θούριο θα εξυμνήσει το πρώην βασιλικό ζεύγος. Πρώτη φορά εδώ έχουμε τη σύγκριση του Όθωνα με την Αμαλία που μας δίνει νέα στοιχεία για την προσωπικότητα του βασιλιά αλλά και το ρόλο της βασίλισσας. Η Αλιμπέρτη υποβαθμίζει και δικαιολογεί την αντισυνταγματική συμπεριφορά του βασιλιά, που αποτελεί το βασικό επιχείρημα για την έξωσή του. Η παραχώρηση Συντάγματος θεωρείται «παράκαιρη», τολμηρή ενέργεια, ενώ η αυταρχικότητα δικαιολογείται σαν αντισταθμιστική ενέργεια στην κοινοβουλευτική ασυδοσία. Ακόμα και η άστοχη εξωτερική πολιτική, παρουσιάζεται σαν μια τακτική που «διατηρεί άθικτο το γόητρο του έθνους[3]».

Όπως συνηθίζεται στα φιλοδυναστικά έργα έχουμε μια υπερθεμάτιση της ατεκνίας του ζεύγους ώστε αυτή η έλλειψη να παρουσιαστεί σαν πρωταρχικός λόγος της έξωσης, καθώς φαντάζει πιο ανώδυνη μια κατηγορία ατεκνίας παρά μια κατηγορία πολιτικής ανικανότητας. Την ατεκνία στους λόγους της έξωσης θα συνοδέψουν η πολιτική της αντιδυναστικής μερίδας και η ξένη παρέμβαση. Τέλος θα υπερτονιστούν οι αρετές του Όθωνα ενώ η συγγραφέας θα ξεπεράσει και το αλλόθρησκο του βασιλιά σαν πρόβλημα. Η Αλιμπέρτη ακολουθεί μια δοκιμιακή ανάλυση, η οποία μοιάζει αντι-ιστορική στα σύγχρονα ιστοριογραφικά πλαίσια.

Στα 1897 ο Γ. Φιλάρετος θα γράψει το «Ξενοκρατία και βασιλεία εν Ελλάδι». Δημοκράτης, νομικός, ιστορικός και πολιτικός αγωνιστής, ο Φιλάρετος θεωρεί το βασιλιά νομάρχη των ξένων Δυνάμεων. Παράλληλα θεωρεί ότι ο δημοκρατικός τρόπος διακυβέρνησης είναι ο μόνος τρόπος διασφάλισης μιας εθνωφελούς πολιτικής. Αυτή η πρώτη ιδεολογικό-πολιτική τοποθέτηση έναντι της βασιλείας, αποτελεί τη ρίζα της αριστερής ιστοριογραφίας. Άσχετα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κάποιος με την προσέγγιση του Φιλάρετου, η εν λόγω κατατεθειμένη στα 1897 άποψη είναι εντυπωσιακά πιο μπροστά από την εποχή της. Ο Φιλάρετος θεωρεί τη βασιλεία μια έξωθεν επιβολή που στόχο έχει να καταστήσει τυπική την ανεξαρτησία, την οποία οι ξένοι αναγνωρίσαν για αλλότριους λόγους και κάνει την Ελλάδα προτεκτοράτο. Ο βασιλιάς σ’ αυτή την ανάλυση κρατά το ρόλο του τοποτηρητή. Παρόλα αυτά και διακινδυνεύοντας μια αντίφαση ο Φιλάρετος στους λόγους της πτώσης του Όθωνα συμπεριλαμβάνει την προσπάθεια χάραξης αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής από τον ίδιο.

Το έργο του Φιλάρετου θα πάρει ξεκάθαρα αποστάσεις από το γενικότερο κλίμα της περιόδου όσο αφορά στον ίδιο το θεσμό της βασιλείας, θα ταυτιστεί όμως εν μέρει στο σκέλος που αφορά στην εξύψωση του ειλικρινούς πατριωτισμού του Όθωνα. Συγκεκριμένα ο Φιλάρετος θεωρεί ότι ο Όθωνας υπήρξε γνήσιος εκφραστής της Μ. Ιδέας και «βράχος υπεράσπισης των εθνικών συμφερόντων». Παρατηρούμε λοιπόν, ότι ακόμα και οι ιδεολογικοί πολέμιοι της βασιλείας υπερασπίζονται τον πατριωτισμό του βασιλιά. Παράλληλα όμως επικρίνει την αντισυνταγματική συμπεριφορά του, η οποία τροφοδοτεί την δυσαρέσκεια του πολιτικού προσωπικού, την οποία με τη σειρά της εκμεταλλεύεται η Αγγλία για να υποθάλψει την αποπομπή του. Έχουμε μια απ’ ευθείας σύνδεση εδώ της Αγγλίας με τις εσωτερικές εξελίξεις της Ελλάδας, η οποία υπογραμμίζεται με τον όρο «πράκτορες» που χρησιμοποιεί για τους «συνωμότες» της εξώσεως. (Άλλο ένα στοιχείο που ανταποκρίνεται στα κατοπινά πρότυπα της αριστερής σκέψης και πολιτικής) Στόχος της όλης διαδικασίας κατά τον Φιλάρετο είναι η περαιτέρω προτεκταριοποίηση της Ελλάδας. Στην τελική του κρίση επιδοκιμάζει τις προθέσεις του βασιλιά αλλά αμφισβητεί δυναμικά την ικανότητα του να επιτύχει τους στόχους που θέτει η Μ. Ιδέα. Σαν πηγή χρησιμοποιεί το έργο των Κρέμου-Κυριακίδη.

Το 1897 εκδίδεται το έργο του Lewis Sergeant: “Greece in 19th century” (1821-1897). Όντας φιλέλληνας ο Sergeant είναι θετικός σε μια διεύρυνση του ελληνικού κράτους όταν όμως θα υπάρχουν ευμενέστερες για αυτή την υπόθεση συνθήκες. Έτσι αποδοκιμάζει εξ’ αρχής τον Όθωνα και την πολιτική που ασκεί. Συν τοις άλλοις ο Sergeant θεωρεί de facto άστοχη την επιλογή του Όθωνα για τη θέση του βασιλιά του νέου ελληνικού κράτους. Συγκεκριμένα πιστεύει ότι τις τύχες του αδύναμου κράτους το οποίο είναι ένα παράγωγο διακρατικών συμφωνιών θα έπρεπε να διαχειριστεί «ένας έμπειρος ισχυρός άνδρας και όχι ένα παιδαρέλι[4]

Εδώ αξίζει να κάνουμε μια επισήμανση, καθώς η άποψη που καταθέτει ο Sergeant και θα τη συναντήσουμε και σε άλλες εκτιμήσεις μοιάζει να είναι πολύ λογική. Όπως και να ‘χει απηχεί σε μια σεβαστή μερίδα εκτιμήσεων. Η επιλογή του Όθωνα από τις Μεγάλες Δυνάμεις, ενός έφηβου δηλαδή πρίγκιπα ο οποίος προοριζόταν να καταλάβει μια μεσαία θέση στο μηχανισμό εξουσίας της Βαυαρίας δείχνει την πρόθεση των Μ. Δυνάμεων να ορίσουν έναν εύκολα διαχειρίσιμο πολιτικό ηγεμόνα. Η εκτίμηση αυτή θα μπορούσε να αποδειχθεί λανθασμένη μόνο εάν δεν λαμβανόταν υπόψη η λογική που ήθελε το νεαρό πρίγκιπα να αναπτύσσει μια ιδιαίτερη σχέση ανάμεσα στον ίδιο, στους υπηκόους του, και τη νέα του πατρίδα. Ίσως το ρόλο του εγγυητή της βασιλικής συνεργασίας να τον κρατούσαν για κάποιο πολιτικό σαν τον Armansberg, η απόλυση του οποίου από τον ενήλικο πλέον βασιλιά στα 1835 δεν άρεσε καθόλου, ειδικότερα στην Αγγλία. Βέβαια από την άλλη μεριά ίσως και οι Έλληνες πολιτικοί και οι στρατιωτικοί με μια παρόμοια λογική θα προτιμούσαν έναν νεαρό και άπειρο ηγέτη, που θα μπορούσαν να τον επηρεάζουν με την πείρα τους. Η πιο λογική, ίσως, επιλογή της ανάρρησης στο θρόνο ενός έμπειρου και ισχυρού άνδρα δεν προτιμήθηκε.

Κατά τα άλλα ο Sergeant «λούζει» τον Βαυαρό πρίγκιπα με διάφορα υποτιμητικά επίθετα. «Αμαθής, άπειρος, ανίκανος», ενώ του καταλογίζει αύξηση του εθνικού χρέους με την αδυναμία αποπληρωμής του δανείου ύψους 60 εκ. φράγκων. Παράλληλα διαπιστώνει αδυναμία στην καταπολέμηση της ληστείας και καταγράφει μια αυξημένη κοινωνική δυσαρέσκεια η οποία απαιτεί μια καλύτερη διακυβέρνηση.

Η πολιτικοποίηση των επιχειρημάτων και η ανάλυση που ίσως για πρώτη φορά εδράζεται στο κοινωνικό πεδίο και όχι στις μεμονωμένες κινήσεις και αποφάσεις των «ελίτ» αμβλύνει το κεντρικό ρόλο που αποδίδεται στις οργανωμένες μειοψηφίες από την έως τότε ιστοριογραφία. Σε ένα συντεχνιακό κράτος όπως η Ελλάδα του 19ου με περιορισμένο πολιτικό προσωπικό και άρχουσα τάξη, όπου απουσιάζει οποιοσδήποτε θεσμός κοινωνικής ενσωμάτωσης ώστε να εκφράζεται αισθητά η λαϊκή διαμαρτυρία, η διαχείριση της νεφελώδους εικόνας της «κοινής γνώμης» προκύπτει σχετικά εύκολα όταν υπάρχουν οι προϋποθέσεις για την επιβολή πολιτικών αλλαγών.

Και ο Sergent συνδέει άμεσα την Αγγλική πολιτική με τα εσωτερικά ζητήματα της χώρας. Θεωρεί βασικό λόγο της πτώσης του Όθωνα την πολιτική Palmerston, στον οποίο αποδίδει προσπάθειες καναλαρίσματος της δυσαρέσκειας του ελληνικού πληθυσμού μέσω οικονομικών παρεμβάσεων με απώτερο στόχο να θίξει τον Όθωνα. Τελικά θα επιδοκιμάσει την επανάσταση του 1862 ως «έντιμη επανάσταση» αποφεύγοντας προσωπικές επιθέσεις στον Όθωνα με μια σταθερά λανθάνουσα αποδοκιμασία ενάντια στην Αγγλική εξωτερική πολιτική.

Από την άλλη πλευρά η εγκωμιαστική μεταχείριση του Όθωνα από τον ευνοημένο του, Αθ. Λιδωρίκη που κατατίθεται στα 1898 αποσκοπεί στην ικανοποίηση ενός προδομένου πατριωτισμού και απεικονίζει με τη μεταχείριση του «Μεγαλοιδεάτη» πρώην βασιλιά μια δυσαρέσκεια ή και μια νουθεσία προς τον βασιλιά Γεώργιο.

Το 1903 και το 1904 δημοσιεύονται άρθρα Μεγαλοιδεατικού ενθουσιασμού στις εφημερίδες «Εμπρός» και την «Ακρόπολη».

Το 1904 πεθαίνει ο Παύλος Μελάς, ενώ παρουσιάζεται άλλος ένας μεταμελημένος αντί-οθωνιστής προερχόμενος κι αυτός από την πάλαι ποτέ «χρυσή νεολαία.». Ο Άγις Κλεομένης παρουσιάζεται υπεραπολογητικός σε ομιλία του υπέρ του Όθωνα. Στα αίτια της έξωσης αναγνωρίζει την αντισυνταγματικότητα και το εχθρικό λαϊκό αίσθημα μετά την εξέγερση του Ναυπλίου, αλλά και την παρέμβαση ξένων Δυνάμεων. Θα αναφέρει δεκάδες προτερήματα για την προσωπικότητα του έκπτωτου βασιλιά και θα κάνει κα θετική αναφορά στην οικονομική του πολιτική, η οποία όμως δε συμβαδίζει με την αδυναμία αποπληρωμής του δανείου.

Οι εθνικές περιπέτειες και η άνοδος της Μεγάλης Ιδέας δημιουργούν ίσως την εντύπωση για λανθασμένο χειρισμό στην περίπτωση του Όθωνα, αναδεικνύοντας, μάλλον, το αίσθημα ότι αρκετοί ανιδιοτελείς νέοι γίνανε υποχείρια οπορτουνιστών πολιτικών και ξένων δυνάμεων που αντιστρατεύονταν τη Μεγάλη Ιδέα.
Ο Τσοκόπουλος στο «Παλαιαί Αθήναι» θα κρατήσει μια πιο ισορροπημένη στάση στη προσέγγιση του Όθωνα και της Αμαλίας, αλλά δεν θα ξεφύγει από το γενικότερο πνεύμα της περιόδου, που θέλει τον Όθωνα εθνικό σύμβολο του αγώνα για την απελευθέρωση. 

Με την άνοδο του Βενιζέλου στην πολιτική σκηνή και μετά το 1912 όπου η Ελλάδα θα εμπλακεί σε συνεχόμενους πολέμους η παραγωγή ιστοριογραφικού υλικού περιορίζεται σημαντικά. Μόνο ελάχιστα έργα θα κυκλοφορήσουν όπως του Σπ. Λάμπρου και του Ι.Ν. Σιδέρη, και αυτά είναι μάλλον ελάσσονος σημασίας.

Μόνο το 1922 θα εκδοθεί το σημαντικό τρίτομο έργο του Γ. Ασπρέα «Πολιτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας» (1821-1921). Ο Ασπρέας, και ενώ η εκστρατεία στη Μ. Ασία βρίσκεται σε πλήρη εξέλιξη, τον Ιούνη του ’22 θα αποδοκιμάσει κάθετα την υιοθέτηση της Μ. Ιδέας από τον Όθωνα και τους Έλληνες του 19ου αιώνα, παρά το γεγονός ότι δεν την αποστρέφεται. Θεωρεί το νεαρό βασίλειο ανέτοιμο οικονομικά και στρατιωτικά για να αναλάβει επιθετική δράση ενάντια στην Οθωμανική Αυτοκρατορία. Αυτή η θέση αποτελεί μια εντυπωσιακή αναντιστοιχία σε σχέση με την επικαιρότητα, και ίσως πρόκειται για μια έμμεση αναφορά εναντίωσης στα πολεμικά σχέδια, ή μια πιθανή πρόβλεψη της ήττας. Το έργο κρατάει αποστάσεις από το ρομαντικό πλαίσιο μεγαλοιδεατικής προσέγγισης του Όθωνα όμως αποφεύγει να στηλιτεύσει την προσωπική του εικόνα ενώ παράλληλα δικαιολογεί την αντισυνταγματική συμπεριφορά του. Η βασική αποδοκιμασία σχετίζεται όπως είδαμε με την εξωτερική πολιτική με κορύφωση τα γεγονότα του Κριμαϊκού Πολέμου. Στους λόγους έξωσης ακολουθεί ένα σχήμα που συνδέει τα ξένα συμφέροντα με την απογοήτευση των νέων πολιτικών και τη δίψα των παλαιοτέρων για εξουσία. Αυτό είναι το εκρηκτικό μίγμα που οδηγεί τον Όθωνα στη έξοδο.

Το 1922 έως το1930 εκδίδεται το εξίσου σημαντικό επτάτομο έργο του Παύλου Καρολίδη «Σύγχρονη Ιστορία Ελλήνων κ λοιπών λαών της Ανατολής». Η εγκωμιαστική παρουσίαση του Όθωνα προκύπτει λογικά, αφού ολόκληρο το έργο το διαπερνά κάθετα κι αποκλειστικά η -ανεπίκαιρη πλέον- έννοια της Μ. Ιδέας. Η κρίση του Όθωνα γίνεται αποκλειστικά με αυτό το κριτήριο. Για την επανάσταση του 1843 θα εκτιμήσει ότι οι πολιτικοί ήθελαν να ρίξουν τον Όθωνα και όχι να ψηφιστεί Σύνταγμα. Σαν αποδείξεις της θεωρίας του προσκομίζει τις επιθέσεις που δέχθηκε ο Όθωνας και μετά το 1843. Επίσης δικαιολογεί στον υπερθετικό βαθμό τις βασιλικές αντισυνταγματικές παρεκκλίσεις έτσι ώστε να τις εκμηδενίζει. Αναλύοντας με τυπικούς όρους το «γράμμα του νόμου» ο Καρολίδης θεωρεί ότι δεν υπάρχει αντισυνταγματική συμπεριφορά αφού δεν υφίσταται ακόμα η «αρχή της δεδηλωμένης» άρα οι παρεμβάσεις του βασιλιά είναι νόμιμες. (ή και απαραίτητες). Από την άλλη οι συγκεχυμένες πολιτειακές αντιλήψεις που υπάρχουν στην «αντιπολίτευση» δικαιολογούν περαιτέρω τις βασιλικές παρεμβάσεις. Με βάση αυτή την ανάλυση η επανάσταση του 1862 δεν είναι τίποτε άλλο από ένα ξέσπασμα των ωφελιμιστικών κινήτρων των παραγκωνισμένων πολιτικών της εποχής. Παρόλα αυτά κατανοεί την ωμότητα της βασιλικής παρέμβασης τουλάχιστον στην περίπτωση της κοινοβουλευτικής κρίσης του 1860, που αποτελεί και βασικό αντιδυναστικό σταθμό. Στην τότε κρίση σκιαγραφήθηκε άτυπα η αρχή της δεδηλωμένης, την οποία ο βασιλιάς δεν υιοθετούσε. Ο Καρολίδης οχυρώνει την ανάλυση του πίσω από αυτήν την τυπικότητα. Παρότι το έργο μοιάζει να αναπαράγει εν μέρει κλασσικά μοτίβα της ιστοριογραφικής προσέγγισης της προηγούμενης περιόδου διακρίνεται για την εγκυρότητά του αλλά και την ψύχραιμη και τεκμηριωμένη πολεμική στο βασικό επιχείρημα της έξωσης, δηλαδή την αντισυνταγματική συμπεριφορά. Ο Καρολίδης παρουσιάζει ένα σχήμα που διαχωρίζει το νομικό μέρος από το καθ’ αυτό πολιτικό. Έτσι καταλήγει στην εκτίμηση ότι ο Όθωνας δεν παραβίαζε τυπικά και νομικά το Σύνταγμα αλλά το παραβίαζε την ουσία του καταργώντας την ίδια την επανάσταση του ’43 και την αλλαγή που συντελέστηκε τότε.

Μια δεύτερη εκτίμηση θα έχει την ευκαιρία να καταθέσει ο Καρολίδης μερικά χρόνια αργότερα στην επανέκδοση της ΙΕΕ όπου θα κρατήσει μια πιο ισορροπημένη στάση, αμβλύνοντας τις κατηγορίες στα πολιτικά πρόσωπα που συμμετέχουν στην έξωση.

Και ο Ασπρέας θα αναδιατυπώσει τις απόψεις του το 1927, με την ευκαιρία της έκδοσης του Εγκυκλοπαιδικού Λεξικού του Ελευθερουδάκη. Εκεί εμφορούμενος, ίσως, από την ανάγκη ενότητας απέναντι στην καταστροφή που γεννούσε η ανατροπή του πλαισίου της Μεγαλοιδεατικής πολιτικής καταθέτει μια πιο ρομαντική οπτική που βοηθά τη συμβολοποίηση του Όθωνα. Ο εκθειασμός των βασιλικών προτερημάτων, και η δικαιολόγηση της αντισυνταγματικής εκτροπής θα είναι οι πυλώνες που θα στηρίξει την νέα προσέγγισή του ο Ασπρέας. 

Κλείνοντας, η περίοδος θα σημαδευτεί από το συλλογικό φαντασιακό της εθνικιστικής αποστολής, και σίγουρα η στάση του Όθωνα απέναντι στις εθνικές βλέψεις των Ελλήνων θα σταθεί το κεντρικό κριτήριο με το οποίο θα κριθεί από τα περισσότερα έργα της εποχής. Η τάση για συμβολοποίηση του είναι έκδηλη στους θιασώτες της Μ. Ιδέας, σε μια ευθεία αντιπαραβολή με τα έργα προηγούμενων περιόδων της ιστοριογραφίας. Αυτόνομες νησίδες διαφορετικής προσέγγισης μέσα στη περίοδο που εξετάζουμε θα σταθούν τα έργα του Γ. Φιλάρετου, (τη χρήση του έργου του από την αριστερή ιστοριογραφική προσέγγιση θα τη δούμε παρακάτω), αλλά και στα σημαντικά έργα που θα βγουν από το 1922 κι έπειτα, των Ασπρέα και Καρολίδη. Ειδικότερα ο Καρολίδης ηθελημένα ή όχι θα ανοίξει το ζήτημα που θα απασχολήσει κατά κόρον την επόμενη ιστοριογραφική ενότητα που εξετάζουμε δηλαδή το ζήτημα του σεβασμού του συντάγματος εκ μέρους του βασιλιά. .

ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΣΤ’
«Ο αντισυνταγματικός Όθων και το πολιτειακό ζήτημα» (1927-1939)

Στην περίοδο του μεσοπολέμου βασικό πολιτικό γεγονός που δίνει τον τόνο για αυτή αλλά και την επόμενη ενότητα -έστω και με διαφορετικούς πολιτικούς πρωταγωνιστές- είναι ο εθνικός διχασμός. Η ολοκληρωτική πολιτική σύγκρουση, δηλαδή, των βασιλοφρόνων με τους δημοκράτες βενιζελικούς. Ενώ η πλάστιγγα στην αρχή θα γείρει υπέρ των δημοκρατικών δυνάμεων (εκλογές 1923, ανακήρυξη της Ά Δημοκρατίας στις 25 Μάρτη του 1924), αυτή η φάση θα διαρκέσει μόλις 11 χρόνια μέχρι την επάνοδο στη συνταγματική μοναρχία μετά το αποτυχημένο στρατιωτικό κίνημα των Πλαστήρα-Βενιζέλου. Το κίνημα του ’35 θεωρείτε επίσης πολύ σημαντικό γιατί σηματοδοτεί συν τοις άλλοις την οριστική αποψίλωση του στρατού από τους δημοκράτες αξιωματικούς. Με την Ελλάδα να αλλάζει 3 φορές πολιτειακό σύστημα μέσα σε 11 χρόνια και το σύνταγμα του 1927 να επιτείνει την συγκέντρωση της πολιτικής ζωής γύρω από το πολιτειακό, τίθεται ξεκάθαρα ποιο θα είναι το κυρίαρχο κριτήριο με βάση το οποίο θα προσεγγίσουν την οθωνική περίοδο οι μελετητές της εποχής. Παρόλα αυτά δε φαίνεται να γίνεται μια «ευθεία χρήση» της οθωνικής θητείας σε σχέση με το επίκαιρο ζήτημα. Αλλά έμμεσα μέσω της κριτικής ή της υποστήριξης του πρώτου βασιλιά εκφράζονται στοιχεία που σκιαγραφούν την πολιτειακή θεώρηση του εκάστοτε συγγραφέα. Τέλος ακόμα και σε αυτή την πιο σύγχρονη σε μας περίοδο τα μεθοδολογικά και ερμηνευτικά εργαλεία της ιστορικής επιστήμης είναι αρκετά φτωχά ώστε να κατορθωθεί μια συνολική ανασύνθεση των περίπλοκων διαδικασιών που οδήγησαν στην ενέργεια της έξωσης. Η καταγραφή βιογραφικών προσωπικών χαρακτηριστικών παίζει ακόμα σημαντικό ρόλο στη διαμόρφωση της ιστορικής αφήγησης, σε τέτοιο βαθμό ώστε τα αρνητικά στοιχεία της προσωπικότητας του Όθωνα να καταλαμβάνουν πρωτεύουσα θέση στην ιεραρχία των αιτιών έξωσης του μονάρχη.

Το 1930 κυκλοφορεί το έργο η «Μεγάλη Ελληνική Εγκυκλοπαίδεια» του Τρ. Ευαγγελίδη το οποίο αποτελεί -και πάλι- χαρακτηριστική προσέγγιση της εποχής. Η «Εγκυκλοπαίδεια» μας δίνει το πλεονέκτημα της σύγκρισης με το παλαιότερο κείμενο του ίδιου συγγραφέα την «Ιστορία του Όθωνος» του 1893. Εδώ παρατηρούμε τη διαφοροποίηση του συγγραφέα ανάμεσα στα δύο έργα καθώς στη πιο σύγχρονη «Εγκυκλοπαίδεια» θα επικεντρωθεί στον καυτηριασμό των αντισυνταγματικών παρεμβάσεων του Όθωνα. Η βασική κριτική στο πολιτειακό θα συνοδευτεί με μια πιο ήπια κριτική της στάσης του θρόνου στην κρίση του 1854 ενώ η μεταβολή στη ρητορική για τα αίτια της αντιδυναστικής κίνησης του 1862 θα δώσει σαν αποτέλεσμα την περιγραφή της επανάστασης σαν μια ενέργεια «γενικής εθνικής αποδοχής.»

Το 1931 ο Παν. Πιπινέλης θα κυκλοφορήσει το «Η μοναρχία εν Ελλάδι» (1833-1843). Ο πολιτικός που χρημάτισε υπουργός της ΕΡΕ και της χούντας, και πρωθυπουργός το 1963, με τις αντιβενιζελικές θέσεις, καταθέτει μια θετική σε γενικές γραμμές αποτίμηση της οθωνικής περιόδου. Αφού εκθειάσει τα θετικά στοιχεία της προσωπικότητας του βασιλιά θα επιχειρήσει να μετριάσει τη σημαντικότητα των εις βάρος του αντιδράσεων, αποσυνδέοντας την επανάσταση του 1843 από την αποδοχή των ευρύτερων λαϊκών στρωμάτων, περιορίζοντας την σε μια μικροπολιτική σκοπιμότητα. Το μόνο αρνητικό που θα καταγράψει θα είναι η έλλειψη ιδιοφυίας από μέρους του βασιλιά, στοιχείο που θεωρεί απαραίτητο για την αποτελεσματική λειτουργία του πολιτειακού σχήματος της απόλυτης Μοναρχίας. Έτσι θα καταλήξει σε μια θέση υπεράσπισης της συνταγματικής μοναρχίας, άποψη που απηχεί και στην επικαιρότητα. Τέλος καθοριστικό ρόλο στην πτώση του Όθωνα πιστεύει ότι παίζει η Αγγλική εξωτερική πολιτική.

Το 1933 και το 1934 κυκλοφορούν 2 κείμενα του λογοτέχνη Ζ. Παπαντωνίου. Ένα άρθρο στο «Ελεύθερο Βήμα» και ένα δοκίμιο υπό τον τίτλο «Όθων και ρομαντική δυναστεία. Λουδοβίκος Α’ – Όθωνας – Λουδοβίκος Β’ ».

Στο πρώτο κείμενο του 1933 ο Παπαντωνίου θα αναδείξει τα προσωπικά χαρακτηριστικά του Όθωνα, θετικά κι αρνητικά, ενώ θα στηλιτεύσει την αντισυνταγματική συμπεριφορά του. Τέλος θα προσδώσει στον Όθωνα το ρομαντικό φόντο που του ταιριάζει σαν μια φιγούρα-σύμβολο του ελληνικού ρομαντικού κόσμου του 19ου αιώνα.

Στο δοκίμιο του 1934 θα συμπληρώσει τους λόγους έξωσης επικεντρώνοντας στο σεβασμό του συντάγματος, την εξωτερική πολιτική και την ατεκνία. Επίσης θα αποδοκιμάσει τη στάση του βασιλιά στη κρίση του 1853-1854. Ο Παπαντωνίου θα αντιπαρατεθεί από φιλελεύθερη σκοπιά με τον Πιπινέλη, αναδεικνύοντας μια προοδευτική λαϊκή κουλτούρα του ελληνικού λαού[5]. Η σημαντικότητα του έργου του Παπαζαχαρία έγκειται στο γεγονός ότι ο συγγραφέας χωρίς να έχει κάποια ξεκάθαρα πολιτικά κίνητρα, είναι ο πρώτος που θα ασκήσει κριτική στις προηγούμενες ιστοριογραφικές προσεγγίσεις. (ανάδειξη των κατοπινών, της έξωσης, ενοχών, καθώς και του φιλο-οθωνικού ψυχολογικού ρεύματος κατά την μεταοθωνική περίοδο.)

Τον Ιούλη του 1935, δημοσιεύεται στο «Ριζοσπάστη» υπό τη μορφή άρθρου, κείμενο του Β. Αλμυρού με τον τίτλο «Ιστορικά σημειώματα από τις αντιμοναρχικές εξεγέρσεις του λαού και του στρατού επί Όθωνος, η επανάσταση της 1 Φλεβάρη στο Ναύπλιο.» Αυτή θα είναι και η πρώτη ουσιαστικά προσπάθεια προσέγγισης της Οθωνικής περιόδου από την πλευρά της αριστερής ιστοριογραφίας. Το άρθρο εντάσσεται στην καμπάνια για το επικείμενο δημοψήφισμα για τη βασιλεία. Ο Αλμυρός θα καταθέσει μια καυστική αποτίμηση της Οθωνικής πολιτείας η οποία σαν βασικό υλικό θα έχει τα ιδεολογικά κριτήρια του συγγραφέα.

Στο άρθρο θα τονιστεί η αντισυνταγματική συμπεριφορά του βασιλιά, ενώ για πρώτη μάλλον φορά θα εμφανιστεί μια προσέγγιση περισσότερο οικονομική με αρκετά ξεκάθαρα ταξικά χαρακτηριστικά, η οποία θα συνδέσει τον Όθωνα και τα συμφέροντά του με τους «γραικύλους τσιφλικάδες και κοτζαμπάσηδες[6]». (Μια τέτοια σύνδεση -η οποία πάντως μοιάζει έτσι κι αλλιώς αρκετά λογική λόγω του ρόλου των τσιφλικάδων- θα επιβεβαιωθεί εν μέρει από την κατοπινή ιστοριογραφία). Στο πολιτικό επίπεδο ο συγγραφέας θα τονίσει τον ρόλο της νεολαίας και θα επιχειρήσει να αναδείξει σε κεντρικό χαρακτηριστικό της ανατροπής του 1862 τον αντιμοναρχισμό, μάλλον απλοϊκά όμως, καθώς πρόκειται περισσότερο για μια αναχρονιστική ιδεολογική κατασκευή και όχι μια δομημένη αντίληψη των επαναστατών που να περιγράφει πειστικά τα αρκετά περίπλοκα γεγονότα που οδήγησαν στην έξωση του Όθωνα.

Στον αντίποδα την ίδια χρονιά το μικρό «εθνικοσοσιαλιστικό κόμμα» θα μεταφράσει το έργο του Edouart Driault «Βασιλεία εν Ελλάδι» προσπαθώντας να αναδείξει τον θετικό ρόλο της βασιλείας και να εκμαιεύσει έτσι μια θέση υπέρ αυτής στην επίκαιρη πολιτική διαμάχη. Το πιο εντυπωσιακό πάντως εδώ είναι η άγνοια(;) που παρουσιάζει το ελληνικό παράρτημα των ναζί όσο αφορά το ιδεολογικό και πολιτειακό σχήμα του ναζισμού.

Το 1938 θα κυκλοφορήσει ο 2ος τόμος του Πετρακάκου «Κοινοβουλευτική Ιστορία της Ελλάδος, οθώνειος περίοδος» (1833-1862). Στο έργο του ο Πετρακάκος θα κάνει χρήση των αρχείων Μονάχου, Βιέννης και Λονδίνου. Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό και πρωτοποριακό έργο. Είναι η πρώτη εργασία που χρησιμοποιεί συστηματικά αρχεία και πηγές, (χρήση και του προσωπικού αρχείου του Όθωνα) και γι’ αυτό το λόγο η «Ιστορία» του Πετρακάκου θεωρείται έργο-τομή στην ιστοριογραφία αποτελώντας ταυτόχρονα τη ρίζα στην οποία μπορούμε να αναγνωρίσουμε στοιχεία της σύγχρονης ιστοριογραφίας.

Ο Πετρακάκος στο έργο του θα αναφερθεί ενδελεχώς στο ζήτημα της αντισυνταγματικής συμπεριφοράς του Όθωνα, και θα καταφέρει σε μεγάλο βαθμό να προσδιορίσει την αόριστη μέχρι πρότινος κατηγορία. Θα διαχωρίσει το τυπικό-νομικό σκέλος από το ουσιαστικό. Μπορεί ο Όθωνας να μην παραβίαζε τύποις το συντηρητικό έτσι κι αλλιώς σύνταγμα του ’44 όμως επισημαίνει την ουσιαστική παραβίαση του συντάγματος με την αλλοίωση της γερουσίας και τη χειραγώγηση των βουλευτών και του τύπου. Ο Πετρακάκος θα έρθει για να συμπληρώσει ουσιαστικά το έργο του Καρολίδη.

Στα όσα αφορούν τη σκιαγράφηση της αντιδυναστικής κίνησης και ο Πετρακάκος θα αποδώσει βαρύνουσα σημασία στη στάση της νεολαίας, ενώ θα μετριάσει αντίστοιχα το ρόλο της Αγγλικής παρέμβασης. Θα αναφερθεί επίσης στη στάση αποδοκιμασίας που τηρούν σημαίνοντα μέλη της Γερουσίας κατά την περίοδο της κοινοβουλευτικής κρίσης του 1860. Τέλος θα αναδείξει κι αυτός την φιλελεύθερη λαϊκή κουλτούρα του ελληνικού λαού. Το σημαντικότατο αυτό έργο θα λογοκριθεί από τη δικτατορία του Μεταξά. Η σημαντικότητα του έργου έγκειται στην εμβάθυνσή του στις πηγές, το ξεκαθάρισμα που επιχειρεί στο πολιτειακό, καθώς επίσης και στο ότι περιορίζονται οι αναφορές στα προσωπικά χαρακτηριστικά του βασιλιά (αναφέρεται μόνο στην αγάπη που τρέφει ο τελευταίος για την Ελλάδα) ενώ καταφέρνει να ψέγει έμμεσα σύγχρονα γεγονότα.

Τον επόμενο χρόνο θα κυκλοφορήσει η επίσης σημαντική βιογραφία του Όθωνα, των συγγραφέων Bower-Bolitho υπό τον τίτλο “Otto: King of Greece”. Ενώ οι βιογραφίες ανήκουν σε μια παρωχημένη μεθοδολογική προσέγγιση την οποία δείχνει ήδη να την έχει ξεπεράσει το έργο του Πετρακάκου η συγκεκριμένη μπορεί να αποτελεί την εξαίρεση, καθώς για την συγγραφή της θα χρησιμοποιηθεί η αλληλογραφία του Όθωνα αλλά και άγνωστα μέχρι τότε διπλωματικά έγγραφα, ακόμα και οθωμανικά. Έτσι θα βγουν στην επιφάνεια νέα στοιχεία που αφορούν κυρίως στην παιδική ηλικία του πρώην βασιλιά καθώς και στην εκπαίδευση που έλαβε στη Βαυαρία. Στο έργο θα παρουσιαστούν οι επιστολές που αντάλλασσαν ο πατέρας του Όθωνα Λουδοβίκος Α’ με τον μοναχό-δάσκαλο του. Είναι ίσως η πρώτη φορά που δικαιώνονται οι ιατρικές γνωματεύσεις του 1835 και από κάποια άλλη πηγή. Ο δάσκαλος του Όθωνα δεν μοιάζει να έχει ριζικά αντίθετη άποψη από αυτές που καταγράφονται μερικά χρόνια αργότερα στις γνωματεύσεις, οι οποίες πάντως παρατίθενται και πάλι σαν να επρόκειτο για ατόφιο χρυσάφι αρχειακού υλικού και φυσικά αναπαράγονται όλες οι κατηγορίες που εμπεριέχουν.

Ηττημένος θα βγει ο πρώην μονάρχης και κατά τη σύγκριση του με τον Lyons, ενώ και ο Aunolstein θα επικυρώσει την αναβλητικότητα που τον διακρίνει. Ο Canning από την πλευρά του θα ταυτιστεί με τα πορίσματα του ‘35 όσο αφορά την άποψη που έχει για τον πρώτο βασιλιά της Ελλάδας. Το κείμενο θα ισορροπήσει κάπως τα πράγματα με την έμφαση που θα δώσουν οι συγγραφείς στα ευγενή προσωπικά χαρακτηριστικά του Όθωνα. Το έργο είναι σημαντικό από άποψης αρχειακού υλικού αλλά παραμένει πιστό στη Βρετανική πολιτική σε τέτοιο βαθμό ώστε να χάνει σε κύρος.

Στο κλείσιμο αυτής της περιόδου μπορούμε να καταγράψουμε το οριστικό πέρασμα από την ενασχόληση με την εξωτερική πολιτική στην ενασχόληση με την εσωτερική πολιτική σκηνή, με πρώτο θέμα το πολιτειακό, η κεντρική αντίληψη πάνω στο οποίο περιγράφεται εύστοχα στην αποστροφή που θέλει τη θεραπεία (αντισυνταγματικές παρεμβάσεις) που επιλέγει ο Όθωνας να είναι πιο επώδυνη από την αρρώστια (κοινοβουλευτική ασυδοσία) που προσπαθεί να καταπολεμήσει. Στα ιστοριογραφικά συμπεράσματα της περιόδου πρέπει να καταγράψουμε μια επάνοδο στις αρνητικές κρίσεις πάνω στην πολιτική του Όθωνα, όχι όμως τόσο μονόπλευρα όσο στην πρώτη περίοδο μετά την έξωση. Επίσης μπαίνουν τα θεμέλια για να ξεκαθαριστούν σημαντικές πτυχές της σκέψης και της δράσης του Όθωνα. Πρόοδος συντελείται στην προσέγγιση των συνταγματικών παραβιάσεων από το στέμμα, ενώ ξεκαθαρίζει αρκετά και ο πανθομολογούμενος πατριωτισμός του βασιλιά σαν ρομαντικός ιδεαλισμός που εκφράζεται με στιγμιαίες κινήσεις αβροφροσύνης παρά σαν απόσταγμα αποτελεσματικότητας της εξωτερικής πολιτικής που ακολουθεί. Η σύγκρισή του σε αυτό το επίπεδο με τον άνθρωπο που χειρίζεται κατά μεγάλο μέρος τις τύχες του έθνους την περίοδο 1897-1935, τον Ελευθέριο Βενιζέλο, είναι χαρακτηριστική. Ποιος θα μπορούσε να κατηγορήσει τον ρεαλιστή πολιτικό (που πιστώνεται την απελευθέρωση μεγάλων κομματιών του υπόδουλου ελληνισμού) σαν μειοδότη όταν προτιμά να παραχωρήσει την περιοχή της Καβάλας και της Θράκης σε Βούλγαρους και Τούρκους ή ποιος θα μπορέσει να κομπορυμονεί υπέρ του Οθωνικού πατριωτισμού όταν αυτός κατάφερε να αρνηθεί ακόμα και τα παραχωρούμενα Ιόνια Νησιά υπέρ του ανέκπτωτου και ουτοπικού ονείρου περί επανακτήσεως της Κωνσταντινουπόλεως;

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Ζ’ «Ο Όθων και η αριστερά» (1943-1974)

Και η επόμενη περίοδος θα δανειστεί χαρακτηριστικά της προηγούμενης. Ο διχασμός θα παραμείνει και θα βαθύνει αλλάζοντας όμως πολιτικούς πρωταγωνιστές. Το πολιτειακό ζήτημα θα φτάσει στην κορύφωσή του με την σύγκρουση δύο διαμετρικά αντίθετων πολιτικών προσεγγίσεων, οι οποίες θα εκφραστούν από το εαμικό κίνημα και τους αστούς δημοκράτες συνοδοιπόρους του από τη μια πλευρά και το συμμαχικό μπλοκ των εθνικιστών, των βασιλοφρόνων, των ταγματασφαλιτών και του αστικού κόσμου από την άλλη. Η σύγκρουση θα πάρει και ένοπλη μορφή τόσο κατά την περίοδο της κατοχής όπου σημειώνονται και εμφύλιες διαμάχες όσο και στην καθ’ αυτό περίοδο του ελληνικού εμφυλίου πολέμου τα χρόνια 1946-1949.

Από την αρχή της κατοχής το 1940 ο παλιός αστικός κόσμος ουσιαστικά καταρρέει αφού δεν μπορεί να υπερασπιστεί τίποτα από ότι τον συνιστούσε. Ήδη από το 1943 και μέχρι την απελευθέρωση του 1944 το ΕΑΜ-ΕΛΑΣ θα αναδειχθεί μέσω της εθνικής αντίστασης σε ισχυρότερο πολιτικό-στρατιωτικό μηχανισμό. Ο ενδεχόμενος κίνδυνος επικράτησης των αριστερών δυνάμεων μετά την απελευθέρωση σε συνδυασμό με το ιδιαίτερο ενδιαφέρον της Αγγλίας για το γεωπολιτικό ρόλο της Ελλάδας θα ανανεώσουν τον εθνικό διχασμό, ο οποίος θα οδηγήσει στην περιπέτεια και τελικά την τραγωδία του εμφυλίου πολέμου.

Στα πλαίσια της ιδεολογικής μάχης για το πολιτειακό, το1945, κυκλοφορεί από το ΚΚΕ η γραμμένη στην κατοχή μπροσούρα του μέλους του Κόμματος Γιώργου Λαμπρινού με τίτλο «Η μοναρχία στην Ελλάδα». Η μπροσούρα διαπνέεται από μια έντονη αποδοκιμασία στον Όθωνα τόσο σε πολιτικό όσο και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Αρχικά τον χαρακτηρίζει αντισυνταγματικό και ανελεύθερο, ενώ του καταλογίζει και προσωπική ανικανότητα και βλακεία. Ο Λαμπρινός είναι ο πρώτος αριστερός που χρησιμοποιεί το έργο του Φιλάρετου για αναπαράγει τη θέση για προτεκταριοποίηση της Ελλάδας υπό την ξενική βασιλεία χρησιμοποιώντας τη σύγχρονή του ορολογία περί αντιδραστικότητας. Επίσης χρησιμοποιεί το άρθρο του Αλμυρού στο «Ριζοσπάστη» για να εδραιώσει την ταξική ανάλυση που σχετίζει τα βασιλικά συμφέροντα με τον κοτζαμπασισμό και την ολιγαρχία.

Επικεντρώνοντας στις επιμέρους κατηγορίες ο Λαμπρινός περιγράφει αδρά τις παρεμβάσεις του Όθωνα έτσι ώστε να υποστηρίξει την άποψη περί αντισυνταγματικότητας. Ο ίδιος εισάγει και το ερμηνευτικό σχήμα του οπορτουνιστικού πατριωτισμού του Όθωνα, το οποίο με λιγότερες αιχμές θα διασωθεί στην ιστοριογραφική αφήγηση. Ο Λαμπρινός ασκεί κριτική στο μεγαλοϊδεατισμό και πιστεύει ότι «ο ηλίθιος μονάρχης χρησιμοποίησε το όραμα της Μεγάλης Ιδέας για εσωτερική κατανάλωση, για να υπερασπιστεί το θρόνο του»[7].

Με αυτό τον τρόπο ο αριστερός αρθογράφος προσπαθεί να διαχωρίσει τον «πατριωτισμό» του βασιλιά από τον ειλικρινή πατριωτισμό του λαού. Το σχήμα μπορεί ίσως να θεωρηθεί ότι στέκει μέχρις έναν βαθμό με τη λογική ότι η εκάστοτε πολιτική εξουσία έχει λόγους για να εμπορεύεται πατριωτισμό εν αντιθέσει με το λαό, του οποίου τα συλλογικά αισθήματα τις περισσότερες φορές είναι ειλικρινά και ανιδιοτελή. Παρόλα αυτά, όμως, το σχήμα δεν παύει να αποτελεί ένα ιδεολογικό διπολικό οχυρό το οποίο ανταποκρίνεται στο σκοπό της απλοϊκής σκιαγράφησης που εκφράζεται μανιχαιστικά στη λογική «βασιλιάς κακός, λαός καλός.»

Δεδομένου ότι το έργο υπακούει στις προσταγές της νεοτερικής εποχής ο Λαμπρινός δεν θα διστάσει να χρησιμοποιήσει την εθνοσυμβολική αντίληψη, ώστε να μπολιάσει το έθνος με τα λαϊκά χαρακτηριστικά που προσεγγίζουν πιο πιστά την πολιτική του αντίληψη. Έτσι σε συνέχεια άλλων ιστοριογραφικών αναφορών θα προσδώσει αντιμοναρχικά χαρακτηριστικά στο λαϊκό εθνικό πνεύμα[8].

Τέλος ο Λαμπρινός θα επιχειρήσει μια πραγματικά δύσκολη αποστολή. Αυτή έγκειται στην προσπάθεια να παντρέψει τη διεθνιστική γραμμή του Κόμματος με την παλλαϊκή απαίτηση για πραγμάτωση της Μεγάλης Ιδέας που κυριαρχεί στην Ελλάδα του 19ου αιώνα. Ο συγγραφέας θα προσπαθήσει να «παραποιήσει» κάπως την Μ. Ιδέα προσπαθώντας να βρει σύγχρονες απαντήσεις σε παλιά προβλήματα. Όπως είναι φυσικό θα προκύψουν μεγάλα χάσματα στην πειστική υποστήριξη της θέσης του.

Το 1960 κυκλοφορεί ο 11ος τόμος της «Μεγάλης Ιστορίας της Ελλάδος» του Γ. Κορδάτου, ο οποίος καλύπτει τα χρόνια 1834-1862. Το έργο συγγράφεται στα 1957 παράλληλα με τις εκλογές του 1956 οι οποίες σηματοδοτούν την έξοδο της ηττημένης στον εμφύλιο αριστεράς από την απομόνωση με τη συμμαχία της ΕΔΑ με τα αστικά κόμματα. Ο αριστερός μαρξιστής ιστορικός γράφει στην απλή δημοτική και έχει ευρεία απήχηση.

Ο Κορδάτος καταθέτει μια εξ’ ολοκλήρου αρνητική εικόνα για τον Όθωνα. Για την σκιαγράφηση των προσωπικών χαρακτηριστικών του χρησιμοποιεί κυρίως τα ιατρικά υπομνήματα του 1835[9], και για τα πολιτικά την ρητορική της αντιδυναστικής μερίδας των ετών 1860-1862. Ο Κορδάτος όχι μόνο θα ασχοληθεί με την προσωπικότητα του Όθωνα αλλά θα εμφανίσει και μια μεγάλη ποικιλία μειωτικών επιθέτων (πνευματικά ανάπηρος, φανατικός, θρησκόληπτος, υπερσυντηρητικός, απολυταρχικός, ηλίθιος). Ακόμα θα καταφύγει και σε αναφορά του ίδιου του Μαρξ σε έργο του στο οποίο ο Γερμανός φιλόσοφος χαρακτηρίζει σε ανύποπτο χρόνο τον Όθωνα « ηλίθιο Βαυαρό», ενώ θα χρησιμοποιήσει για την περαιτέρω υποστήριξη της άποψής του τα απομνημονεύματα του Γάλλου πρωθυπουργού και ιστορικού Γκιζώ ο οποίος αποτελεί ακόμα έναν πολιτικό άνδρα της Ευρώπης ο οποίος δεν φαίνεται να διακατέχεται από κάποιον σεβασμό έναντι του πρώην βασιλιά.

Έτσι ο Κορδάτος νοιώθει αρκετά δικαιωμένος ώστε να διευρύνει το υβρεολόγιο του με χαρακτηρισμούς όπως «βλάξ» και «βραδύνους[10]». Όσο αφορά στην εξωτερική πολιτική ο Κορδάτος θα χτίσει πάνω στο σχήμα του Λαμπρινού και θα χαρακτηρίσει όχι μόνο οπορτουνιστικό τον πατριωτισμό του Όθωνα αλλά και επικίνδυνο, καθώς προκύπτει μια φοβερή έλλειψη διπλωματικής ικανότητας. (βλ. Κριμαϊκό Πόλεμο)

Η ιδεολογικοποιημένη θέση[11] του Κορδάτου θα κλείσει με την εξαπόλυση της κατηγορίας ότι όσοι ιστορικοί καταθέτουν θετικές κρίσεις για τον πρώτο βασιλιά είναι στυλοβάτες της Μοναρχίας και λακέδες.

Μια πιο μετρημένη εικόνα θα δώσει ο Δ. Φωτιάδης στα έργα του «Όθων, μοναρχία» και «Όθων, έξωση» των χρόνων 1963-1964. Συγκρατούμε την αναφορά για άχρηστη καταγραφή των προσωπικών χαρακτηριστικών, και αναγνώριση του ρόλου της Αγγλίας στην έξωση. 

Το 1968 είναι η χρονιά που θα εκδοθεί το έργο του Petropoulos «Politics and Statecraft in the Kingdom of Greece, 1833-1843» που αποτελεί την εισαγωγή ουσιαστικά στη σύγχρονη επαγγελματική ιστοριογραφία. Σ’ αυτό το σημαντικό από πολλές πλευρές βιβλίο ο Petropoulos θα επικρίνει εξ’ αρχής την επιλογή του Όθωνα για τον ελληνικό θρόνο κυρίως λόγω της ηλικίας του. Παράλληλα όμως θα είναι ο πρώτος που θα μιλήσει ανοιχτά για τα πολυχρησιμοποιημένα ιατρικά υπομνήματα του 1835, τα οποία θα τα χαρακτηρίσει ως μια «αξιοθρήνητη σκευωρία». Επίσης ο Petropoulos θα ξεκαθαρίσει τα όρια πάνω στη χρησιμότητα της αναφοράς στα προσωπικά χαρακτηριστικά του βασιλιά. Έτσι με μια πολύ ισορροπημένη εκτίμηση θα εξηγήσει ότι η εξέταση των προσωπικών πλεονεκτημάτων και μειονεκτημάτων του Όθωνα είναι χρήσιμη σε αντιστοιχία με την πολιτική της Απόλυτης Μοναρχίας που χρησιμοποιεί αυτός από το 1938. Όταν ένας άνθρωπος μπορεί να αποφασίσει για τις τύχες ενός λαού, ειδικότερα σε μη-δημοκρατικές πολιτειακές συγκροτήσεις τότε ασφαλώς υπάρχει ένα υλιστικό αντίκρισμα για να προσεγγίσουμε και τις ενδότερες πτυχές διαμόρφωσης του χαρακτήρα του.

Όσο αφορά τώρα στη διοίκηση, ο ιστορικός χρεώνει στον Όθωνα ένα μεγάλο μερίδιο ευθύνης για την παράλυση των διοικητικών μηχανισμών. Αντίληψη που έρχεται σε αντίθεση με την παγιωμένη και στερεότυπη εικόνα περί ικανών Βαυαρών γραφειοκρατών. 

Ο Petropoulos θα χρησιμοποιήσει διπλωματικές αναφορές και θα διαχωρίσει κι αυτός με τη σειρά του την προσωπικότητα από την πολιτική, αν και αναγνωρίζει τη μερική σύνδεση των δύο.

Επιμερίζοντας την εξέταση της οθωνικής περιόδου ο Petropoulos διακρίνει στα πρώτα χρόνια της απολυταρχίας μια υπερσυσσώρευση εξουσιών στους Βαυαρούς, οι οποίοι ελέγχουν απόλυτα τα δυο βασικά κέντρα εξουσίας τον στρατό και την πολιτική. (περίοδος καθ’ αυτό Βαυαροκρατίας). Σε μια δεύτερη φάση επισημαίνει την προσπάθεια του Όθωνα να ενσωματώσει τα πολιτικά κόμματα (είναι γεγονός η πρόταση για συνένωση των κομμάτων υπό τον βασιλιά) στην οποία θεωρεί ότι αποτυγχάνει λόγω έλλειψης πολιτικής οξυδέρκειας. Κλείνοντας θεωρεί ζήτημα ουσίας την αλλαγή του 1843 καθώς ερμηνεύει την επανάσταση σαν αποτέλεσμα της άρνησης του Όθωνα να παραχωρήσει σύνταγμα και ουσιαστικά κάποια εξουσία στα κόμματα.

Το 1972 θα καταθέσει ολοκληρωμένη άποψη και ο Ν. Σβορώνος στο έργο του «Ιστορία της Νεότερης Ελλάδος». Ο Σβορώνος πιστός στη μαρξιστική προσέγγιση θα ερμηνεύσει την επανάσταση του 1862 σαν σκαλοπάτι του πολιτικού αγώνα της αστικής τάξης για βαθμιαία πολιτική φιλελευθεροποίηση, ενώ θα δώσει κι αυτός βάρος στο ρόλο της φιλελεύθερης, ριζοσπαστικής νεολαίας. Κριτικάροντας την Μ. Ιδέα, ο Σβορώνος θα τη θεωρήσει μια αποπροσανατολιστική τακτική του βασιλιά. Γενικότερα ενώ το έργο του Σβορώνου «πατάει» πάνω στη μαρξιστική αντίληψη αποφεύγει με ιστορική διαύγεια να υιοθετήσει (τόσο σε επίπεδο ορολογίας όσο και σε επίπεδο περιεχομένου) μια στρατευμένη νοοτροπία πάνω στην αφήγηση που επιχειρεί.

Το έργο του Douglas Dakin «Ενοποίηση της Ελλάδας 1770-1923» του 1972, θα αποτελέσει μια ακόμη γέφυρα με τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Εκεί Ο Dakin θα μιλήσει για την απολυταρχική συμπεριφορά και την λανθασμένη εξωτερική πολιτική του Όθωνα η οποία, σε συνδυασμό με την άνοδο της έμπορο-αστικής τάξης θα τον οδηγήσουν στην έξοδο.

Το 1973 θα ακολουθήσει το έργο της Δοντά «Ελλάς και Κριμαϊκός Πόλεμος» στο οποίο η συγγραφέας θα επικρίνει τη στάση του αρχηγού του κράτους και θα αναδιατυπώσει με πιο ώριμους όρους το σχήμα του οπορτουνιστικού πατριωτισμού αφού πιστεύει ότι για τον Όθωνα θα τίθοταν ζήτημα ανατροπής του ήδη από το 1853 αν δεν ακολουθούσε το λαό. Η Δοντά θα τονίσει κι αυτή με τη σειρά της το ρόλο της ανόδου της αστικής τάξης στην έξωση του Όθωνα.

Τέλος το 1974 ο Τάσος Βουρνάς θα καταγράψει την «Ιστορία του Νεότερου Ελληνισμού». Ο αριστερός συγγραφέας θα συνδέσει την εκλογή του Όθωνα με την προσπάθεια προτεκταριοποίσης της Ελλάδας ενώ σημαντική θα είναι η συνεισφορά του στην ανάλυση των αιτιών της επανάστασης του 1843, αφού θα καταθέσει μια άποψη η οποία εμπλέκει στοιχεία της οικονομικής ζωής με την αναφορά στο ρόλο των εξαθλιωμένων αγροτών της περιόδου. Κλείνοντας, ο Βουρνάς θα ακολουθήσει τα χνάρια της αριστερής ιστοριογραφίας βλέποντας στη νίκη της αντιδυναστικής κίνησης το 1862 -στη έλευση της οποίας σημαντικός είναι ο ρόλος της νεολαίας- (ίσως επηρεασμένος και από το επίκαιρο Πολυτεχνείο) μια θετική δημοκρατική πολιτική διεργασία. 

Κλείνοντας την περίοδο παρακολουθήσαμε την ανάπτυξη της αριστερής και μαρξιστικής ιστοριογραφίας στρατευμένης και μη. Η περίοδος αυτή θα καλύψει τα χρόνια από το 1935 (πρώτο άρθρο στο Ριζοσπάστη) και θα φτάσει ουσιαστικά μέχρι το 1974. Μετά τη μεταπολίτευση και με την άνοδο της σύγχρονης ιστοριογραφίας και των μεθοδολογικών της εργαλείων οι εξόφθαλμα πολιτικοποιημένες απόψεις θα χάσουν τη δυναμική τους. Το δε μαρξιστικό ερμηνευτικό σχήμα και τα αποτελέσματα που θα επιφέρει θα επιζήσουν μέσα στη σύγχρονη ιστοριογραφία όχι σαν συνολική ιδεολογικό-πολιτική αφήγηση αλλά σαν εργαλεία και σαν επιμέρους εκτιμήσεις και θέσεις πάνω στα ιστορικά γεγονότα που εξετάζονται κάθε φορά. Η σύγκρουση της αριστερής με τη συντηρητική ιστοριογραφία τα χρόνια από το 1950 μέχρι τη μεταπολίτευση θα πάρει το χαρακτήρα μιας άτυπης εμφύλιας πνευματικής σύρραξης όπου η εξέταση της Οθωνικής περιόδου θα αποτελέσει απλά άλλο ένα μέτωπο της.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ Η’ «Ο Όθων στη σύγχρονη ιστοριογραφία» (1974-2008)

Με την μεταπολίτευση δημιουργούνται ίσως για πρώτη φορά στην Ελλάδα συνθήκες πολιτικής σταθερότητας και ομαλοποίησης, ενώ η ανεκτικότητα της δημοκρατίας στις διαφορετικές προσεγγίσεις απελευθερώνει δυνάμεις. Συν τοις άλλοις η απόδραση από το πυρήνα του πολιτικού, γεννά νέους ιστορικούς οι οποίοι δεν είναι πια φορτωμένοι με το άχθος της στενά πολιτικής αφήγησης της ιστορίας. Έτσι θα διαμορφωθούν συνθήκες για την άνοδο της μεθοδολογίας της σύγχρονης ιστορίας και ιστοριογραφίας με τη σύνδεση της με άλλες ανθρωπιστικές επιστήμες. Παρόλα αυτά είναι χρέος του ιστορικού να επαγρυπνεί γιατί ακόμα και σε δημοκρατικά πλαίσια δεν παύουν πολιτικά κίνητρα -ίσως πιο θολά- να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό την ιστοριογραφία. Πρέπει να είμαστε προσεκτικοί στην τακτική του αποκλεισμού όσων θέσεων θεωρούνται «ακραίες» καθώς επίσης και στις προσπάθειες ενσωμάτωσης όλων των απόψεων στο λειτουργικό πλαίσιο της δημοκρατίας. Πολλές φορές η ιστορική αλήθεια είναι «ακραία» ακόμα και για τα δεδομένα μιας ανεκτικής πολιτειακής συσσωμάτωσης, αυτό δε σημαίνει ότι πρέπει να αποσιωπάται.

Από την έκδοση του 13ου τόμου της ΙΕΕ (1833-1881) το 1974 χρονολογείται η επίσημη είσοδος της ελληνικής ιστοριογραφίας στην επιστημονική θεμελίωση. Εμφανίζονται κριτικές συνθέσεις παλαιότερων θέσεων σε αδιάκοπη διαλεκτική σχέση με τις πηγές, ενώ διευρύνεται η έρευνα σε αρχειακό υλικό καθώς επίσης και οι αμερόληπτες μονογραφίες.

Το πρώτο κομμάτι του 13ου τόμου που καλύπτει τα χρόνια 1833-1843 έχει συγγραφεί από τους Petropoulos-Κουμαριανού. Εκεί αναπτύσσονται περιγραφές της πρότερης της αφίξεως του Όθωνα κατάστασης καθώς επίσης και οι προσδοκίες από το «νέο» και «άπειρο» βασιλιά. Από την άλλη πλευρά επισημαίνεται ότι οι δυσκολίες που έχει να αντιμετωπίσει ο νέος ηγεμόνας θα ήταν πρόκληση για οποιονδήποτε. Επίσης ερμηνεύεται η επιλογή της απόλυτης μοναρχίας έναντι της παραχώρησης Συντάγματος προς διαπαιδαγώγηση του ελληνικού λαού. Εδώ οι συγγραφείς επιχειρούν μια κριτική στην επιλογή αυτή καθώς θεωρούν ότι έπρεπε πρώτα να συνυπολογιστούν δύο τουλάχιστον παράγοντες. Αφενός οι βασιλικές ικανότητες και αφετέρου το γεγονός ότι το 1838 δεν απέχει πολύ από το 1822 όταν οι ίδιοι άνθρωποι που παίζουν ακόμα καταλυτικό ρόλο στα πολιτικά πράγματα είχαν επιλέξει το καθεστώς της αβασίλευτης δημοκρατίας. Με την επιλογή της Απόλυτης Μοναρχίας ο Όθωνας προσωποποιεί την πολιτική ενώ θα προσπαθήσει να ασκήσει αυστηρό έλεγχο στα κόμματα.

Το δεύτερο μέρος είναι συλλογικό έργο, ο Διαμαντούρος που γράφει ένα κομμάτι συνεχίζει την ιστορία από το 1843 όπου θεωρεί ότι ο Όθωνας προσπάθησε να παίξει έναν ενεργό ρόλο στα πρότυπα του Κωλλέτη, χωρίς να έχει όμως την ανάλογη οξυδέρκεια και ευελιξία με αποτέλεσμα να αποτύχει. 

Το 1979 εκδίδεται η «Νέα Ελληνική Ιστορία» του Βακαλόπουλου η οποία εμπεριέχει τριάντα σελίδες για τον Όθωνα βασισμένες στον Driault. 

To 1981 θα κυκλοφορήσει ο 46ος τόμος της Πάπυρους Λαρούς Μπριτάνικα όπου το λήμμα «Όθων» έχει αναλάβει να συγγράψει ο πρώην χουντικός πρωθυπουργός Σπ. Μαρκεζίνης, ο οποίος θα κάνει μια μεταγραφή του γραμμένου στα 1927 άρθρου του Ασπρέα. Σε αντιδιαστολή το 1986 θα εμφανιστεί το έργο του Παύλου Πετρίδη διαποτισμένο από τη μαρξιστική θεώρηση.

Το 1992 θα εκδοθεί το σημαντικό έργο στα πλαίσια της σύγχρονης ιστοριογραφίας «Συνοπτική Ιστορία της Νεότερης Ελλάδας» (1830-1990) του Richard Clogg, ο οποίος όμως δαπανά μόνο 10 σελίδες για τον Όθωνα μέσω της αφήγησης των κυριότερων γεγονότων της περιόδου δηλαδή την επανάσταση του ’43, το σύνταγμα του ’44 και την έξωση του ’62.

Το 2000 η «Ιστορία της Ελλάδος από το 1800, η διαμόρφωση και άσκηση της εθνικής πολιτικής» του Ι. Κολιόπουλου θα ρίξει βάρος στις διακρατικές σχέσεις. Περιγράφοντας όρους του διεθνούς πλέγματος σχέσεων απομαγεύει εθνικούς μύθους οριοθετώντας τους σε ρεαλιστικά πλαίσια. Με βάση αυτή την προσέγγιση ενώ θα συγκρουστεί με την αριστερή ιστοριογραφία υπερασπίζοντας την ειλικρίνεια του πατριωτισμού του Όθωνα σε ιδεαλιστικό επίπεδο, θα συμπλεύσει με τις πιο μετρημένες προσεγγίσεις της, όσο αφορά την επικυνδινότητα της πραγματικής πολιτικής που ασκείται στο εξωτερικό πεδίο. Για τα υπόλοιπα κεντρικά γεγονότα όπως την επανάσταση του 1862 ο Κολιόπουλος θα καταθέσει μια ισορροπημένη άποψη η οποία πάντως κρατάει έναν ιδιαίτερο ρόλο για την «φιλοδοξία» των ανερχόμενων πολιτικών. Τέλος θεωρεί ότι η επικράτηση των νέων δυνάμεων το 1862 οφείλεται στη στάση ανοχής της Αγγλίας η οποία εχθρεύεται τον Όθωνα ήδη με πιο δυναμικό τρόπο από το 1854. Είναι η περίοδος μετά τον Κριμαϊκό πόλεμο όπου ξεκινά η σοβαρή επιρροή της Αγγλίας στην Ελλάδα ενώ υποχωρεί η επιρροή της Ρωσίας.

Το 2003 κυκλοφορεί ο 4ος τόμος της 10τομης «Ιστορίας του νέου Ελληνισμού» σε επιμέλεια του Βασίλη Παναγιωτόπουλου. Ο τόμος καλύπτει τα χρόνια 1833-1871 και είναι γραμμένος από τη Λ. Λούβη η οποία έχει επηρεαστεί από το έργο του Petropoulos. Η Λούβη θα αναδείξει το ρόλο που παίζει στην επανάσταση του 1843 η απόρριψη του Όθωνα στις φιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις που θα προωθήσει ο Αλ. Μαυροκορδάτος σαν πρωθυπουργός το 1841. Επίσης θα τονιστούν οι επιπτώσεις στον πληθυσμό μετά τα οικονομικά μέτρα που θα παρθούν από τον Όθωνα κατ’ υπόδειξη των Εγγυητριών Δυνάμεων. Τέλος θα γίνουν διευρυμένες αναφορές αποσαφήνισης των συνταγματικών παρεκβάσεων, του ρόλου της νεολαίας κα της αστικής τάξης καθώς επίσης και των ευρύτερων οικονομικών διαρθρώσεων.

Τα δύο τελευταία σημαντικά έργα της περιόδου είναι η «Ιστορία του Ελληνικού Κράτους» (1830-1920) του Γ. Δερτιλή και αυτό του Στεφ. Παπαγεωργίου με τίτλο «Από το γένος στο έθνος». Το έργο του Δερτιλή μπορεί να χαρακτηριστεί ιδιαίτερα σημαντικό κυρίως από ιστοριογραφική άποψη καθώς είναι από τα πρώτα ιστορικά έργα που χρησιμοποιούν τη σχετικά νέα «συνθετική» τάση της ιστοριογραφίας. Με βάση το θεωρητικό σχήμα της αλληλεπίδρασης μεταξύ βάσης και εξουσίας νέα μεθοδολογικά εργαλεία αξιολόγησης του υλικού και χρησιμοποιώντας σαν πηγές κυρίως τον Δημαρά και το Σβορώνο ο Δερτιλής επιχειρεί μια τομή τόσο στη «δεξιά» όσο και στην «αριστερή» συγγραφή τονίζοντας ότι τόσο η ιστορία σαν επιστήμη όσο και η ίδια η καθημερινή πολιτική πράξη υποφέρει όταν αναζητεί την έμπνευση και τη δικαίωση της στην ανάλυση του παρελθόντος.

Σε μια εμφανώς πιο προωθημένη ανάλυση και σκέψη ο συγγραφέας θα αναδείξει τον ρόλο του οικονομικού παράγοντα. Συγκεκριμένα το ρόλο που έχει το δάνειο των 60 εκ. φράγκων και η αδυναμία αποπληρωμής του. Διακρίνει μια συλλογική αφέλεια στον τρόπο αντιμετώπισης του χειρισμού του δανείου. Ο Δερτιλής θα επαναφέρει με πιο σύγχρονους όρους την άποψη για την ανάπτυξη ενός πλέγματος σχέσεων μεταξύ του ελληνικού πολιτικού κόσμου και των συμφερόντων των ξένων Δυνάμεων, κυρίως της Αγγλίας. Κάνοντας χρήση του θεωρητικού-ερμηνευτικού σχήματος του Σβορώνου επισημαίνει αρχικά μια διαταξική συμμαχία των «αντιμοναρχικών» ενώ για την έξωση τονίζει την καταπίεση των κατώτερων στρωμάτων που εντείνεται. Τέλος κάνει χρήση και του Petropoulos κυρίως για να αναλύσει τις πολιτειακές αντιλήψεις του Όθωνα.

Ο Παπαγεωργίου θα φανεί πιο επικριτικός κυρίως στα θέματα που αφορούν την εξωτερική πολιτική, και ειδικότερα στη στάση του απέναντι στην υιοθέτηση του οράματος της Μ. Ιδέας. Σε γενικές γραμμές θα ανακυκλώσει τις βασικές αντιλήψεις που προκύπτουν από τη σύγχρονη ιστοριογραφία. Εξαίρεση αποτελεί η νέα ερμηνεία που δίνει για την επανάσταση του 1862 ως ενέργεια ενάντια στην συντονισμένη βαλκανική εξόρμηση παρά μια κίνηση ενάντια στη βασιλική ανικανότητα και αντισυνταγματικότητα -τις οποίες αμφότερες αναγνωρίζει-.

Κλείνοντας και αυτή την τελευταία ιστοριογραφική ενότητα μπορούμε να πούμε δυο λόγια πάνω στο σημαντικό ρόλο που παίζει στην ανάπτυξη της ιστορικής αφήγησης.
Η περίοδος η οποία ξεκινά μετά τη μεταπολίτευση ταυτίζεται με την άνοδο του επιστημονικού επιπέδου των έργων που παράγονται. Βέβαια αυτό θα γίνει με μεγάλη καθυστέρηση. Στην Ευρώπη η σχολή των “Annales” θα κάνει την εμφάνιση της ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του 1920, με κύριο πρόταγμα την ανάδειξη του ρόλου της κοινωνικής και οικονομικής ιστορίας στην ιστοριογραφία υιοθετώντας αλλά και απορρίπτοντας σχήματα της μαρξιστικής θεώρησης που έχει επίσης αναπτυχθεί το προηγούμενο διάστημα και παραλλαγές της συνεχίζουν να επιζούν στην Ευρωπαϊκή Ιστοριογραφία. Η ανάπτυξη αυτών των ιστοριογραφικών ρευμάτων και των ερμηνευτικών και μεθοδολογικών τους εργαλείων φέρνει την ανάπτυξη της Ευρωπαϊκής Ιστοριογραφίας σε ένα ανώτερο επίπεδο ήδη την περίοδο μετά τα πρώτα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου οπότε κα θα κάνει την εμφάνισή της και μια νέα ιστοριογραφική Σχολή, αυτή που μετά την ανάπτυξή της τις επόμενες δύο δεκαετίες θα ονομαστεί μεταμοντέρνα Σχολή. Στην Ελλάδα θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τη δεκαετία του 1970 για να κάνουν την εμφάνισή τους έργα που δεν συγκαταλέγονται ούτε στις βιογραφίες και τις «λογοτεχνικές μονογραφίες» μιας παρωχημένης Ιστοριογραφίας ούτε στα στρατευμένα έργα του κομματικοποιημένου μαρξισμού. Η χρονική απομάκρυνση από πολιτικά ταραγμένες περιόδους ευνοεί την ανάδειξη νέων επιστημόνων που αντιμετωπίζουν με περισσότερη ειλικρίνεια τις «παγιδευμένες έννοιες» και τα «λεπτά γεγονότα» Τα τριάντα χρόνια ανάπτυξης της σύγχρονης ιστοριογραφίας μάλλον θεωρήθηκαν αρκετά ώστε να αναδυθεί τα τελευταία χρόνια και στην Ελλάδα το ρεύμα της μεταμοντέρνας προσέγγισης το οποίο έχει γεννήσει μια διευρυμένη διαμάχη στους ιστορικούς κύκλους πάνω σε ζητήματα που άπτονται όλων των πτυχών της ιστορικής επιστήμης. Η διαμάχη αυτή οριοθετεί μια συζήτηση επανακαθορισμού των μέσων και των σκοπών της Επιστήμης της Ιστορίας.

Σχολικά Εγχειρίδια

Στην συντριπτική τους πλειοψηφία τα σχολικά εγχειρίδια δεν αποτελούν σοβαρά ιστορικά έργα. Είναι τόσο στενή η σύνδεσή τους με την πολιτική εξουσία που δεν έχει παρά ευτελή αξία η σοβαρή ενασχόληση με τα κείμενα αυτά, τουλάχιστον μέχρι το 1982. Θα περιοριστούμε να σχολιάσουμε ότι τουλάχιστον μέχρι το 1982 η κύρια προσπάθεια που καταβάλλουν σχεδόν όλα τα εγχειρίδια είναι η δικαιολόγηση της αντισυνταγματικής συμπεριφοράς του Όθωνα και η απόκρυψη των αιτιών της έξωσής του. Μετά το 1982 θα βγουν άλλα 2 εγχειρίδια που διεκδικούν δάφνες ποιότητας (Σφυροερα 1992, και Λουβη-Ξιφαρα 2007). Το βιβλίο της Ρεπούση (2008) θα αποσυρθεί ένα χρόνο μετά την εμφάνισή του λόγω της διαμάχης που θα προκύψει πάνω σε περιγραφές συγκεκριμένων γεγονότων. Το βιβλίο της Ρεπούση είναι το πρώτο σχολικό εγχειρίδιο που θα επιχειρήσει να ανατρέψει τη βασική γραμμή ιστοριογραφικής προσέγγισης που υπάρχει στα σχολικά βιβλία, λόγω όμως κάποιων βασικών αστοχιών θα είναι τελικά το πρώτο σχολικό βιβλίο που κατηγοριοποιηθεί από τους πολέμιούς του στη μεταμοντέρνα (εθνο-αποδομιστική) προσέγγιση. Πάντως οφείλουμε να επισημάνουμε ότι όλα τα σχολικά εγχειρίδια ακολουθούν τα βασικά χαρακτηριστικά της ιστοριογραφικής προσέγγισης της εποχής τους. 

«Κάθε ιστορία είναι σύγχρονη ιστορία»
(Benedetto Croce)

Συμπεράσματα

· Πριν το 1833. Η δολοφονία του Καποδίστρια θα αποτελέσει την ταφόπλακα στη δημοκρατική αυτοδιοίκηση των Ελλήνων. Οι καταλυτικοί λόγοι για την έλευση του Όθωνα στην Ελλάδα είναι οι εξής: 1. κενό εξουσίας 2. εμφύλιος πόλεμος με συμμετοχή των Γαλλικών στρατευμάτων ασφαλείας που σταθμεύουν στην Ελλάδα. 3. πρόθεση των Μ. Δυνάμεων για σταθεροποίηση της πολιτικής κατάστασης για οικονομικούς και γεωπολιτικούς λόγους. Η οικονομική και κοινωνική κατάσταση στην Ελλάδα πριν την έλευση του Όθωνα είναι τραγική. Δεν υπάρχει ουσιαστικά τομέας της συλλογικής ζωής που να βρίσκεται σε ανάπτυξη. Για οποιονδήποτε η θέση στον ελληνικό θρόνο είναι μια πρόκληση, πόσο μάλλον για έναν έφηβο πρίγκιπα χωρίς πολιτική πείρα.

Η επιλογή του Όθωνα, είναι ουσιαστικά μια λύση που επινοείται μετά από ισορροπιστική συνεννόηση των αυλών των Μ. Δυνάμεων. Οι Μ. Δυνάμεις χρειάζονται ένα πρόσωπο το οποίο να μην έχει εκφράσει φιλική πολιτική απέναντι σε κάποια εξ’ αυτών και να μην έχει μάλλον καταγωγή από αυτές τις χώρες. Μπορούμε πάντως να εκτιμήσουμε ότι βασικό ρόλο στην επιλογή του Όθωνα δεν έπαιξε το συμφέρον του ελληνικού έθνους. Η επιλογή του Όθωνα πέρα από τις μετέπειτα κρίσεις μπορεί να χαρακτηριστεί άστοχη καθώς η διαχείριση μιας τόσο δύσκολης κατάστασης χρειάζεται σίγουρα έναν πιο έμπειρο πολιτικό άνδρα. Επίσης η διαχείριση ενός αδύναμου μορφώματος όπως είναι το ελληνικό έθνος κράτος, το οποίο εξαρτάται άμεσα από διακρατικές σχέσεις απαιτεί μια τέλεια πολιτική οξυδέρκεια.

Απέναντι σε αυτές τις απαιτήσεις που δείχνει να έχει η θέση του βασιλιά του ελληνικού κράτους οι πηγές που έχουμε στη διάθεση μας δε δείχνουν να δικαιώνουν την επιλογή του Όθωνα. Τις ικανότητες του νεαρού Όθωνα δεν δείχνει να τις εμπιστεύεται ούτε ο φιλέλληνας πατέρας του Λουδοβίκος Α, ο οποίος τον προορίζει να καταλάβει μια μάλλον αδιάφορη, μεσαία θέση στο κρατικό μηχανισμό, θρησκευτικού χαρακτήρα. Τις αμφιβολίες αυτές περί των πνευματικών ικανοτήτων δείχνει να συμμερίζεται και ο δάσκαλος του νεαρού πρίγκιπα. (αλληλογραφία των 2 ανδρών). Χρόνια αργότερα και όντας ο Όθωνας ηγεμόνας του μικρού ελληνικού βασιλείου θα διατυπωθούν απόψεις Ευρωπαίων πολιτικών οι οποίοι, όπως γνωρίζουμε και πάλι από τις πηγές, δεν φαίνεται να τρέφουν τον παραμικρό σεβασμό στις πνευματικές και πολιτικές ικανότητες του Βαυαρού μονάρχη. Την περιρέουσα ατμόσφαιρα αμφισβήτησης του βασιλιά θα προσπαθήσει να εκμεταλλευτεί ο ισχυρός άνδρας της αντιβασιλείας (1833-1835), ο Armansberg, ο οποίος θα καταστρώσει μάλλον με την Αγγλική ανοχή ή και υποστήριξη τη μεθόδευση των ιατρικών γνωματεύσεων, οι οποίες έπαιξαν κεντρικό ρόλο στη διαμόρφωση της πρώιμης και όχι μόνο ιστοριογραφίας.

Ο Όθωνας πάντως θα μπορέσει να ξεπεράσει τους σκοπέλους και να περάσει τη διακυβέρνηση από την Αντιβασιλεία στην απόλυτη βασιλεία. Συγκεντρώνει όλη την εξουσία στα χέρια του ίδιου και των Βαυαρών συνοδών του. (περίοδος Βαυαροκρατίας 1838-1843)

· 1838-1843. Η απόλυτη συγκέντρωση εξουσιών τόσο σε επίπεδο πολιτικής-εκτελεστικής εξουσίας όσο και στο επίπεδο ελέγχου του στρατού έχει σαν αποτέλεσμα τον αποκλεισμό του ελληνικού στοιχείου από την νομή της εξουσίας. Αυτό φυσικά δεν αρέσει καθόλου στους στρατιωτικούς οι οποίοι μετά το τέλος της επανάστασης έχουν μείνει άνεργοι και οι δοξαστικές τιμές που τους αποδίδονται δεν δείχνουν να τους ικανοποιούν. Το ίδιο ισχύει και για τους Έλληνες πολιτικούς, οι οποίοι αφενός δεν μπορούν να παρέμβουν στις βασιλικές αποφάσεις αφού δεν υπάρχει θεσμικό πλαίσιο ενώ ακόμα και η επιρροή μέσω της απ’ ευθείας επαφής με τον βασιλιά θα δυσκολευτεί λόγω της μη-εμπιστοσύνης που δείχνει ο Όθωνας απέναντί τους.

Μόνη διέξοδος μοιάζει η προώθηση μεταρρυθμίσεων διαμέσου της διορισμένης από το βασιλιά κυβέρνησης, όμως η πρωτοβουλία που θα αναλάβει ο φιλελεύθερος Μαυροκορδάτος την περίοδο της πρωθυπουργίας του, το 1841 θα απορριφθεί από τον Όθωνα. Η επιδείνωση της συνολικής κατάστασης με την αδυναμία αποπληρωμής του δανείου λόγω της εντεινόμενης οικονομικής παρακμής, δημιουργεί το μαλακό υπόστρωμα που υποβοηθά μια επαναστατική κίνηση. Την ατμόσφαιρα θα θεωρήσουν πρόσφορη μεγάλα τμήματα του στρατού και του πολιτικού προσωπικού για να εκδηλώσουν κίνημα απαίτησης Συντάγματος το 1843. Το Σύνταγμα θα ψηφιστεί το 1844.

· 1844-1854. Το Σύνταγμα του ’44 δεν θα ικανοποιήσει τις φιλελεύθερες απαιτήσεις όμως οι πολιτειακές διενέξεις θα μπουν σε δεύτερη μοίρα μπροστά στην άνοδο της εθνικής ιδεολογίας που σχηματοποιείται στο όραμα της Μ. Ιδέας. Στην πρώτη ευκαιρία η άστοχη πολιτική του Όθωνα υπακούοντας στο λαϊκό αίσθημα θα βγάλει την χώρα στο πόλεμο. Η «ευκαιρία» είναι ο Κριμαϊκός Πόλεμος ο οποίος θα αποτελέσει την κορύφωση της εθνικιστικής μανίας αλλά και κατάδειξη της επικινδυνότητας της εξωτερικής πολιτικής που ακολουθεί ο Όθωνας. Το τέλος του Κριμαϊκού Πολέμου με την αρνητική τροπή που θα πάρει για την Ελλάδα, θα σηματοδοτήσει το τέλος μιας περιόδου και την αρχή μιας άλλης. Μερικά από τα χαρακτηριστικά της νέας περιόδου είναι η:

1. Εντονότερη εχθρότητα της Αγγλίας απέναντι στον Όθωνα.
2. Αλλαγή εν μέρει της εξωτερικής πολιτικής (επιρροή Ρωσίας-Αγγλίας)
3. Στροφή στην εσωτερική πολιτική (συνδυασμός εξωτερικής-εσωτερικής πολιτικής). 

· 1854-1862. Η στροφή στα εσωτερικά ζητήματα επαναφέρει το πολιτειακό ζήτημα, το οποίο θα κορυφωθεί με την κοινοβουλευτική κρίση του 1860 και την ωμή παρέμβαση του Όθωνα στην κοινοβουλευτική σύνθεση. Η καταστρατήγηση της ουσίας του Συντάγματος καταδεικνύει το γεγονός ότι ο Όθωνας ποτέ δεν συμβιβάστηκε με την ψήφιση του Συντάγματος, ο συντηρητικός χαρακτήρας του οποίου, του επέτρεπε να παραβιάζει τη λογική του, καθιστώντας το κενό γράμμα, (αλλοίωση γερουσίας, κοινοβουλίου, κυβερνήσεων) χωρίς ταυτόχρονα να υποπίπτει σε κάποια νομική παρέκβαση. Η απουσία της «αρχής της δεδηλωμένης» και οι προβλέψεις του Συντάγματος για παραχώρηση διευρυμένων αρμοδιοτήτων στον βασιλιά επιτρέπουν στον Όθωνα τις διαρκείς παρεμβάσεις.

Αυτό που μπορούμε να εκτιμήσουμε πάντως είναι ότι ούτε οι Έλληνες πολιτικοί πρέπει να είναι ικανοποιημένοι από το αποτέλεσμα της επανάστασης του 1843. Μια αρκετά ριψοκίνδυνη ενέργεια όπως ήταν η επανάσταση του 1843 επέφερε ένα σχετικά φτωχό αποτέλεσμα.

Η σημαντικότητα της παραχώρησης Συντάγματος το 1844 μπορεί να αναδειχθεί μόνο αν ιδωθεί σαν ένα πρώτο βήμα φιλελευθεροποίησης, το οποίο υπό προϋποθέσεις μπορεί να δικαιώσει τις δημοκρατικές προοπτικές που υπόσχεται. Ουσιαστικά το Σύνταγμα του 1844 αυτό καθ’ αυτό θα αποτελέσει έναν θεσμό πίσω από τον οποίο μπορούν να οχυρωθούν οι νέες πολιτικές δυνάμεις που αναδύονται από το 1860 κι έπειτα. Δυνάμεις που συσπειρώνουν σε μια φιλελεύθερη κατεύθυνση την πρόσφορη σε ριζοσπαστικές ιδέες και δυναμική «χρυσή νεολαία» των φοιτητών του Πανεπιστημίου, την αναπτυσσόμενη αστική τάξη που αποζητά νέα πολιτικά βήματα που να αποδεικνύουν την άνοδό της επιρροής της, πολιτικούς που διψούν να βρεθούν στο επίκεντρο της πολιτικής ζωής και στρατιωτικούς που θέλουν να αποτελέσουν έναν πραγματικό πυρήνα εξουσίας. Στη λαϊκή βάση δεν υπάρχουν αισθήματα συμπάθειας έναντι του βασιλιά. Η αποτυχία της εξωτερικής πολιτικής αδειάζει από νόημα την βασική προσταγή της εθνικιστικής ρητορείας για απελευθέρωση, ενώ στο κοινωνικό πεδίο μια νέα οικονομική δυσπραγία χειροτερεύει τα πράγματα (αγροτική κρίση 1860). Τέλος ρόλο στη μείωση της δημοτικότητας του βασιλιά παίζει και η βίαιη καταστολή της εξέγερσης του 1861 στις Κυκλάδες. Έτσι δεδομένου ότι το κίνημα του 1862 έχει και την υποστηρικτική ανοχή της Αγγλίας η επιτυχία του μοιάζει εξασφαλισμένη. Η στάση αποδοχής στα τετελεσμένα γεγονότα από τον βασιλιά θα απλοποιήσει τις καταστάσεις ενώ παράλληλα θα βοηθήσει την αποφυγή βίας. Η επανάσταση του 1862 θα εξελιχθεί σε μια «βελούδινη» ανατροπή με αλλαγή σκυτάλης στον ελληνικό θρόνο.

· 1862-1867. Η ιστοριογραφία δε θα χάσει χρόνο και θα σπεύσει να καταθέσει τις εκτιμήσεις της για το «πώς» και το «γιατί» των γεγονότων που προηγήθηκαν την επομένη της βασιλικής έξωσης. Την πενταετία που μεσολαβεί από την έξωση μέχρι το θάνατο του Όθωνα, τα ιστοριογραφικά χαρακτηριστικά της περιόδου, σχετίζονται απ’ ευθείας με τις προσπάθειες δικαιολόγησης και νομιμοποίησης της επανάστασης του 1862. Με βάση αυτό τον στόχο θα επιχειρηθεί η παρουσίαση της Οθωνικής περιόδου με τα μελανότερα χρώματα ενώ ο ίδιος ο βασιλιάς σχεδόν θα διαπομπευτεί και θα μηδενιστούν τόσο η πολιτική του όσο και οι προσωπικές του ικανότητες. Λόγω των μεθοδολογικών προσεγγίσεων της εποχής, στην ιστοριογραφία της περιόδου θα δοθεί μεγάλη σημασία στην περιγραφή των προσωπικών χαρακτηριστικών. Παρόλα αυτά ήδη από αυτή την περίοδο μπορούμε να χρονολογήσουμε τη προσπάθεια δόμησης της βασικής διαχρονικής κατηγορίας δηλαδή αυτή της αντισυνταγματικής συμπεριφοράς του πρώτου βασιλιά. Σημαντικότερα έργα της περιόδου τα οποία δίνουν δυο αντιπαραθετικές οπτικές στις εκτιμήσεις τους είναι αυτά του Λεβίδη και του Thiersch .

· 1867-1879. Η περίοδος που ακολουθεί το θάνατο του βασιλιά είναι η πρώτη από τις 2 περιόδους στις οποίες θα αρχίσει και θα ολοκληρωθεί μια σταδιακή αλλά προσωρινή αποκατάσταση του πρώτου βασιλιά. Ο συναισθηματισμός που θα αναπτυχθεί -μέσα σε ένα ρομαντικό περιβάλλον- γύρω από το θάνατο του ιδεαλιστή βασιλιά θα βοηθήσει στη διαμόρφωση ενός κλίματος συγχώρεσης και ενοχής, το οποίο θα εκφραστεί στην ιστοριογραφία με την προσπάθεια αποκατάστασης του Όθωνα αρχικά σε ότι αφορούσε στην προσωπικότητά του και το χαρακτήρα του. Είναι η περίοδος η οποία θα διαχωρίσει για πρώτη φορά τα προσωπικά χαρακτηριστικά του από την πολιτική που ασκεί αναγνωρίζοντας ευγενή κίνητρα αλλά και πολιτική αδυναμία. Είναι νωπές ακόμα οι μνήμες της έξωσης ώστε να επιχειρηθεί κάτι παραπάνω από την ανάδειξη του «καλού και πατριωτικού» χαρακτήρα του βασιλιά. Πέρα βέβαια από τους συναισθηματισμούς η απόδοση τιμών στον έκπτωτο βασιλιά υποθάλπτει και μια έκφραση πολιτικής δυσαρέσκειας σε πρόσωπα και καταστάσεις της περιόδου (π.χ. Βασιλιάς Γεώργιος). Σημαντικότερα έργα της περιόδου είναι αυτά του Βυζάντιου, του Γουδά, του Νικόλαου Δραγούμη, του Finlay και του Schmeidler. Σημαντικό επίσης για διαφορετικούς λόγους είναι και το κείμενο του Χαρ. Τρικούπη. 

· 1881-1895. Μια πιο ισορροπημένη εικόνα θα δώσει η περίοδος που καλύπτει τα χρόνια από την προσάρτηση της Θεσσαλίας μέχρι τον ατυχή πόλεμο του 1987. Η προσάρτηση της Θεσσαλίας με ειρηνικό τρόπο το 1881 αλλά και οι ανακατατάξεις στην πολιτική ζωή, η οποία θα παρουσιάσει σημάδια ομαλοποίησης θα δημιουργήσει μια εσωστρέφεια η οποία θα συνδυάσει την υλοποίηση της Μ. Ιδέας με την ανάπτυξη της οικονομίας. Η λογική αυτή θα αντιστραφεί άρδην όταν το Μακεδονικό θα τεθεί εκβιαστικά στην πολιτική ατζέντα και η πτώχευση του 1893 θα αποδυναμώσει καίρια τη σύνδεση της εθνικής απελευθέρωσης με το βαθμό της εσωτερικής ετοιμότητας. Η στροφή σε πιο δυναμικές πολιτικές μοιάζει πλέον μονόδρομος είτε αυτές θα γίνουν επίσημα από το ελληνικό κράτος με την κήρυξη πολέμου, είτε ανεπίσημα με την αποστολή και τον εξοπλισμό αντάρτικων αποσπασμάτων στο Μακεδονικό έδαφος. Σημαντικότερα έργα της περιόδου των Κρέμου-Κυριακίδη και του Θεοδ. Γ. Κολοκοτρώνη.

· 1897-1927. Η ανάδειξη της Μ. Ιδέας σε συλλογικό φαντασιακό των Ελλήνων στο τέλος του 19ου αιώνα θα έχει σαν αποτέλεσμα την κατάκτηση του συνόλου της πολιτικής ζωής από το όραμα της απελευθέρωσης των υπόδουλων ομοεθνών. Σε συνδυασμό με την χρονική απομάκρυνση από το έτος της έξωσης του Όθωνα θα σχηματιστεί ένα νέο πλαίσιο μέσα στο οποίο μπορεί πλέον να αποκατασταθεί ο πρώτος βασιλιάς και στο καθαρά πολιτικό επίπεδο. Παίρνοντας σαν δεδομένο αφενός (με βάση τα όσα αναφέρουν εχθροί και φίλοι) ότι ο Όθωνας είναι ο πιστός ηγέτης της Μ. Ιδέας και αφετέρου ότι η ανάδειξη της πίστης στη Μ. Ιδέα αποτελεί το μοναδικό κριτήριο της πολιτικής ζωής της περιόδου, είναι φυσιολογική η ευνοϊκή μεταχείριση της οποίας χαίρει η ιστοριογραφική εικόνα του πρώην βασιλιά. Τα μειονεκτήματα που είχαν εμφανιστεί σε άλλες ιστοριογραφικές περιόδους μοιάζουν να εξαφανίζονται στην πλειοψηφία των έργων του μεσοπολέμου αφού αφορούσαν σε ζητήματα κριτικής κυρίως της εσωτερικής πολιτικής η οποία τώρα πια έχει μπει σε δεύτερη μοίρα. Είναι αυτές οι προσεγγίσεις που θα παραμεριστούν για να ανοίξει διάπλατα ο δρόμος για την συμβολοποίηση του Όθωνα ώστε να γίνει εκμεταλλεύσιμος από την εθνικιστική ρητορεία καταλαμβάνοντας τη θέση του νεκρού βασιλιά-ηγέτη της εκστρατείας για τη απελευθέρωση του έθνους.

Η κατάσταση θα ανατραπεί και πάλι μόνο μετά την ήττα του 1922 και την υπογραφή της συνθήκης της Λοζάνης, οπότε και θα κλείσει οριστικά το ζήτημα των ορίων του νεοτερικού εθνικού κράτους των Ελλήνων (εξαίρεση η προσάρτηση των Δωδεκανήσων το 1947). Σημαντικότερα έργα της περιόδου: Γ. Φιλάρετου, Sergeant, (επικριτικοί), Ασπρέα, Καρολίδη. Τα υπόλοιπα μικρότερα έργα της περιόδου από τα θεατρικά έργα μέχρι τον τύπο θα συμβάλλουν στην συμβολοποίηση τον Όθωνα.

· 1927-1939. Η ανάδυση του πολιτειακού ζητήματος μέσω της σύγκρουσης που θα προκαλέσει ο εθνικός διχασμός ανάμεσα στους βενιζελικούς και τους βασιλόφρονες καθώς επίσης και η ολοκλήρωση -με τραγικό τρόπο- των εθνικών επιδιώξεων θα διευρύνουν τα κριτήρια αποτίμησης της Οθωνικής περιόδου με πρωτεύον πλέον ζήτημα την απολυταρχική και αντισυνταγματική συμπεριφορά του πρώτου βασιλιά. Οι ιστοριογραφικές προσεγγίσεις θα πάρουν έναν χαρακτήρα πιο άμεσα πολιτικό, προσπαθώντας να ενώσουν χρονικά νήματα και νοήματα με την χρήση της αναχρονιστικής προσέγγισης. Παρόλα αυτά κι ενώ τα πολιτικά πνεύματα είναι οξυμμένα οι συσχετίσεις με την παρούσα κατάσταση είναι έμμεσες. Δεν γνωρίζουμε όμως βέβαια κατά πόσο αυτό αποτελεί απλά μια τακτική πιο αποτελεσματικής προώθησης των πολιτικών επιδιώξεων του εκάστοτε συγγραφέα.

Η σύγκρουση θα πάρει πολεμική τροπή σε όλα τα επίπεδα με το βάθεμα των αντιθέσεων και την αλλαγή των πολιτικών πρωταγωνιστών την αμέσως επόμενη περίοδο. Σημαντικότερα έργα της περιόδου αυτά των Τρ. Ευαγγελίδη, Ζ. Παπαντωνίου, Βασίλη Αλμυρού, Πετρακάκου, και Bower-Bolitho.

· 1943-1974. Η κατοχή της Ελλάδας από τους Γερμανούς θα ανατρέψει ολοκληρωτικά το προπολεμικό πολιτικό σκηνικό. Η αριστερά θα πάρει τη θέση των βενιζελικών στην αντιπαράθεση με τη συντηρητική παράταξη. Στο πλευρό της αριστεράς (ΕΑΜ-ΕΛΑΣ) θα σταθούν κάποιοι προοδευτικοί αστοί δημοκράτες (Αλ. Σβώλος) ενώ η δεξιά παράταξη αποτελείται από ένα διευρυμένο τόξο στο οποίο συμμετέχουν πολιτικές δυνάμεις από τα δωσίλογα τάγματα ασφαλείας και τους βασιλόφρονες μέχρι τον εθνικό στρατό και τους κεντρώους αστούς (Γ. Παπανδρέου). Οι τελευταίοι θα συμπαραταχθούν με τη δεξιά υπακούοντας στις αιτιάσεις της Αγγλικής εξωτερικής πολιτικής, που ζητά την επάνοδο του βασιλιά στην εξουσία. (συνθήκη Λιβάνου)

Την περίοδο αυτή ο εθνικός διχασμός βαθαίνει με το πολιτειακό να παίρνει πλέον το χαρακτήρα του μοναδικού κριτηρίου αποτίμησης των προηγούμενων πολιτικών περιόδων της Ελληνικής Ιστορίας. Το ζήτημα της επικράτησης δεν θα κριθεί φυσικά στο επίπεδο των φιλοσοφικών συγκρούσεων, αλλά με τα όπλα. Σε πρώτη φάση το ζήτημα θα κλείσει με την ήττα της αριστεράς στον εμφύλιο του 1946-1949 και τη συνεπακόλουθη επικράτηση της δεξιάς σε όλα τα επίπεδα με μια πολιτική διευρυμένης καταστολής των αντίθετων απόψεων. Αυτή η ιστορική φάση θα ολοκληρωθεί με την πτώση της χούντας το 1974 και το πέρασμα στη μεταπολίτευση, όπου θα κριθεί πλέον και το πολιτειακό ζήτημα με την απομάκρυνση του βασιλιά (δημοψήφισμα 8/12/1974).

Σημαντικότερα έργα της περιόδου: Λαμπρινού, Κορδάτου, Petropoulos, Σβορώνου, Dakin, Δοντά, Βουρνά.

· 1974-2008 Η σταθεροποίηση του πολιτικού σκηνικού και η αποσύνδεση της ιστορικής μελέτης με την de facto σύνδεση της με πολιτικά κίνητρα ευνόησε την διεύρυνση των μεθόδων και των ερμηνευτικών εργαλείων της σύγχρονης επαγγελματικής ιστοριογραφίας. Πλέον στα πλαίσια της επαγγελματικής ιστοριογραφίας ένα έργο για να έχει επιστημονικό κύρος πρέπει να χρησιμοποιεί τα σύγχρονα μέσα προσέγγισης. (αναζήτηση πηγών, χρήση αρχειακού υλικού, επιβεβαίωση εκτιμήσεων, εκμετάλλευση διπλωματικών εγγράφων, αλληλογραφιών, απομνημονευμάτων, κρατικών αρχείων, συνθετική ικανότητα, θεωρητική κατάρτιση, αποσύνδεση των μεθοδολογικών και ερμηνευτικών σχημάτων από αναχρονιστικές οπτικές και πολιτικά πρόσημα). Στα περισσότερα έργα της σύγχρονης ιστοριογραφίας θα γίνει χρήση των παραπάνω εργαλείων, ενώ τα κριτήρια αποτίμησης θα διευρυνθούν σε νέα επίπεδα. Σημαντικό ρόλο σε αυτή τη κατεύθυνση θα παίξει η ανάδειξη των οικονομικών και κοινωνικών συνθηκών και αναγκών της κάθε περιόδου που τίθεται υπό εξέταση.

Κλείνοντας τα συμπεράσματα της περιόδου αλλά και της εργασίας συνολικότερα, σε ότι αφορά τη χρήση και την προσέγγιση της ιστοριογραφίας, μπορούμε να αναφέρουμε ότι ως ιστορικοί θα αναβαθμίσουμε τις ελπίδες μας, όχι για να λύσουμε οριστικά, αλλά για να προσεγγίσουμε με περισσότερη ειλικρίνεια ιστορικά συμβάντα και περιόδους εάν μπορέσουμε να αναδείξουμε την συγχρονικότητα της κάθε ιστορίας όχι συνδέοντας την με μελλοντολογικές προβλέψεις και οντολογικές επιβεβαιώσεις στο παρόν (σα να αποτελεί η ιστορία μια μαγική μηχανή του χρόνου), αλλά αντιμετωπίζοντας την σαν παιδί της εποχής της, αναδεικνύοντας το βαθειά ανθρώπινο χαρακτήρα της, ως επιστήμης που προσπαθεί να διαφυλάξει την αλήθεια, τη συλλογική δηλαδή ψυχής της ανθρωπότητας, σαν πολύτιμο λίθο ενάντια στο αρπακτικό χέρι ιδιοποίησης οποιασδήποτε εξουσίας, όποια μορφή κι αν έχει αυτή.

Επίλογος

Η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα των χρόνων μεταξύ 1830 και 1833 είναι τραγική. Η θέση στον ελληνικό θρόνο αποτελεί πρόκληση για οποιονδήποτε, θα καταληφθεί όμως από έναν μάλλον ακατάλληλο έφηβο πρίγκιπα. Η Ελλάδα του 1838 όταν αναλαμβάνει ο νεαρός ηγεμόνας εξ’ ολοκλήρου είναι κι αυτή ένα «εφηβικό κράτος». Η οικονομία της εξαρτάται από τους δανειστές της οι οποίοι έχουν και την στρατιωτική δύναμη για να της επιβληθούν σε ζητήματα όπου υπάρχουν ασυμφωνίες συμφερόντων, όπως στο ζήτημα της εξωτερικής πολιτικής. Στα πλαίσια της εποχής, όπου κανένας άλλος υπόδουλος λαός της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας δεν έχει καν αυτονομηθεί, ενώ ακόμα και πιο προηγμένα έθνη όπως η Γερμανία και η Ιταλία αναζητούν ακόμη την ενοποίηση τους σε κρατικό σχηματισμό, το μικρό κρατίδιο που δημιουργείται στο νότιο άκρο της Βαλκανικής είναι μια επαναστατική κατάκτηση που διαφυλάσσει τις δυνατότητες ανάπτυξης του ελληνικού έθνους-κράτους. Δυστυχώς η δυναμική της ανεξαρτησίας που δόθηκε από την ίδια την επανάσταση θα εξατμιστεί κάπου ανάμεσα στους καπνούς των εμφύλιων φατριαστικών συγκρούσεων που θα διενεργηθούν για τη νομή της εξουσίας. Η προτεκταριοποίηση του νεαρού ελληνικού κράτους μπορεί να υπολογιστεί προσμετρώντας το βαθμό στον οποίο η ύπαρξη της νέας πολιτικής συσσωμάτωσης εξαρτάται από τις διακρατικές διαπραγματεύσεις των Μεγάλων Δυνάμεων.

Με την ανάληψη της εξουσίας από τον Όθωνα ξεκινά και η σύγκρουση για την παραχώρηση ελευθεριών. Το μπλοκ που εμφορείται από φιλελεύθερες τάσεις θα πετύχει τα επόμενα χρόνια διαδοχικές νίκες τόσο έναντι της Απόλυτης Μοναρχίας (1844) όσο και ενάντια σε έναν βασιλιά που δεν δείχνει να σέβεται και να αποδέχεται το τετελεσμένο γεγονός της παραχώρησης Συντάγματος. Το 1862 θα γίνει δυνατή η αντικατάσταση του από κάποιον άλλο ηγεμόνα που θα αποδεχτεί το νέο πολιτειακό σχήμα που έχει προκύψει. Σε αυτή τη διαμάχη το φιλελεύθερο μπλοκ θα βοηθηθεί από το λαϊκό αίσθημα. Οι πλατιές μάζες ενώ αρχικά διάκεινται θετικά προς τον νέο βασιλιά θα αλλάξουν στάση μετά το 1854 απογοητευμένες τόσο από την εξωτερική όσο και από την εσωτερική πολιτική του ηγεμόνα. Η ελίτ που συγκροτεί το πολιτικό προσωπικό της εποχής πατώντας πάνω στη γενικευμένη δυσαρέσκεια[12] και εκμεταλλευόμενη την απολυταρχική συμπεριφορά του βασιλιά αφού θα έχει εξασφαλίσει την υποστήριξη της Αγγλίας θα ανατρέψει τον Όθωνα, αναβαθμίζοντας το ρόλο της στο πολιτικό σκηνικό ερχόμενη πιο κοντά στις θέσεις εξουσίας.

Έπειτα από 150 χρόνια ιστοριογραφικής παραγωγής μπορούμε να πούμε ότι η εικόνα που έχουμε για την Οθωνική περίοδο και τη διαχείριση της ιστορικής μνήμης του Όθωνα, είναι πλέον αρκετά ξεκάθαρη. «Δύσνους» ή «ευγενής», «ιδεαλιστής» ή «επικίνδυνος», «απολυταρχικός» η «πατρικός», ο Όθωνας θα μπει στο πάνθεον της ιστορίας όχι τόσο για την πολιτική του οξυδέρκεια ούτε για τη σπουδαιότητα του έργου που άφησε πίσω του, όσο για τη σημαντικότητα του ρόλου και της θέσης που εκπροσωπεί σαν πρώτος βασιλιάς ενός εθνικού κράτους που προσπαθεί να εδραιωθεί και να αναπτυχθεί σε μια μοντέρνα (νεοτερική) πολιτική συσσωμάτωση, με την ελπίδα ότι μέσα στα πλαίσια της θα αναδυθούν η δημοκρατία, η κοινωνική δικαιοσύνη, η αλληλεγγύη και η ανθρώπινη αξιοπρέπεια. Η δικαίωση όμως των οραμάτων που συνιστούν ένα βασίλειο ελευθερίας είναι ένα ταξίδι χωρίς τέλος, όπως είναι άλλωστε και η ίδια η ιστορία: Ένα ταξίδι χωρίς τέλος.

[1] Για την εργασία χρησιμοποιήθηκε σαν βάση προσέγγισης των ιστοριογραφικών έργων η μεταπτυχιακή εργασία του κ. Ζ. Αντωνίου «Ο βασιλεύς Όθων της Ελλάδος και η διαχείριση της μνήμης του από την ελληνική ιστοριογραφία (Θεσσαλονίκη, 2009)». Ο Ζ. Αντωνίου χρησιμοποιεί στην εργασία του ως πρωτογενές υλικό, ελληνικές ιστορίες, μονογραφίες, θεατρικά και λογοτεχνικά έργα, ξενόγλωσσες ιστορίες, τον τύπο και τις εφημερίδες της εποχής, άρθρα εγκυκλοπαιδειών, καθώς επίσης και τη σχολική ιστοριογραφία.

[2] Είναι πλέον γνωστό και επιβεβαιωμένο ότι ο Όθωνας το έτος του θανάτου του, είχε χαρίσει το σύνολο της ετήσιας συνδρομής που λάμβανε για τον βιοπορισμό του υπέρ της ενίσχυσης της Κρητικής Επανάστασης.

[3] Χωράει πολύ συζήτηση πάνω σε αυτή την άποψη, καθώς πολλές φορές η γεωπολιτική στρατηγική ενός κράτους υιοθετεί παράλογες τακτικές για να διασφαλίσει κάποιες διεκδικήσεις. Ο πόλεμος παραδείγματος χάριν του 1897 μπορεί να ήταν μια παταγώδης αποτυχία αλλά σαν στόχο του είχε την «υπενθύμιση» στην Ευρώπη ότι σε αντιστάθμισμα της «πανσλαβιστικής» Ρωσικής επιρροής στα Βαλκάνια η Ελλάδα αποτελούσε de facto συνδιεκδικητή της Μακεδονίας και της Θράκης. Με σύγχρονους όρους πάντως αυτές οι εκτιμήσεις μπορούν να θεωρηθούν παρωχημένες καθώς δε λαμβάνουν καθόλου υπ’ όψιν τους τον ανθρώπινο παράγοντα, δηλαδή πόσοι άνθρωποι σκοτώθηκαν σε τέτοιες άστοχες αλλά «με προοπτικές» πολεμικές συγκρούσεις.

[4] Ζ. Αντωνίου: «Ο Όθων και η διαχείριση της μνήμης του από την ελληνική ιστοριογραφία» σελ. 52

[5] Αναφορά στη «φιλελεύθερη κουλτούρα» του ελληνικού λαού θα κάνει και ο ίδιος ο Όθωνας στο λόγο που θα εκφωνήσει μετά την επανάσταση του 1843. Ίσως εδώ μπορούμε να εντοπίσουμε εκφάνσεις του Σβορώνειου σχήματος περί αγωνιστικότητας του ελληνικού πνεύματος;

[6] ο.π. σελ. 79

[7] Ο.π. σελ.87

[8] Πρόκειται για μια μάλλον αυθαίρετη αντίληψη γιατί δεν είναι αποδεκτό σε μια συνολική συσσωμάτωση όπως είναι το έθνος να δίνονται ενιαία χαρακτηριστικά. Είναι ένα πολύ συχνό λάθος που καταδεικνύει τη σύνδεση της ιστορίας με την πολιτική. Θα είχε περισσότερη βάση αν το συγκεκριμένο σχήμα χρησιμοποιούνταν για συγκεκριμένες ομαδοποιήσεις σε συγκεκριμένο πολιτικό χρόνο. Συν τοις άλλοις είναι μια αντιμαρξιστική προσέγγιση -έχει διαταξικό χαρακτήρα-, την οποία δεν μπορεί να αποφύγει γιατί η πολεμική του αφορά στο πολιτειακό και όχι στο οικονομικό πεδίο.

[9] Ιστορική ειρωνεία να χρησιμοποιεί ο Κορδάτος τις ιατρικές γνωματεύσεις του 1835 που ουσιαστικά αποτελούν μέρος της εξωτερικής πολιτικής της Αγγλίας (που θέλει την παραμονή Armansberg) για να αντιταχθεί στη βασιλεία, η διατήρηση της οποίας στην Ελλάδα οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη στάση, και πάλι, των Άγγλων. 

[10] Ο.π. σελ.91

[11] Κρίνοντας τις θέσεις του «πολεμικού μαρξισμού» που υιοθετεί ως έναν βαθμό ο Κορδάτος θα προτιμήσουμε να επικεντρωθούμε περισσότερο στο σχήμα που χρησιμοποιεί και όχι τόσο στις επιμέρους εκτιμήσεις που κάνει κάποιες από τις οποίες ίσως είναι ακραίες, τουλάχιστον στην ορολογία που χρησιμοποιεί (προσωπικοί χαρακτηρισμοί), ενώ άλλες θα δικαιωθούν σε μεγάλο βαθμό και από μελετητές της σύγχρονης ιστοριογραφίας (επικινδυνότητα της ακολουθούμενης επί Όθωνα εξωτερικής πολιτικής). Το σχήμα λοιπόν που ακολουθεί ο Κορδάτος πατάει πάνω στις αρχές του μαρξιστικού ιστορικού υλισμού. Παρατηρούμε όμως μια εγγενή στρέβλωση της θεωρίας της μαρξιστικής μεθοδολογίας και ερμηνείας. Στόχος του ιστορικού και διαλεκτικού υλισμού δεν είναι η κατασκευή ιστορικών αναχρονισμών ώστε να μπορέσει ο ιστορικός χρόνος να βρεθεί σε πλήρη αντιστοίχηση με πολιτικά ζητήματα του σήμερα παράγοντας θετικές γνώμες ευκόλως αναλώσιμες στην εξυπηρέτηση μικροπολιτικών στόχων και σκοπών. Αντιθέτως, θα λέγαμε, σκοπός του ερμηνευτικού σχήματος του ιστορικού υλισμού είναι να προσπαθήσει να ιχνηλατήσει το ιστορικό προτσές με βάση όχι μεταφυσικές δοξασίες ή μονότονες αναφορές σε «αυτόνομα» προσωπικά χαρακτηριστικά του πολιτικού προσωπικού της εκάστοτε εξουσίας, αλλά να κατανοήσει τα γεγονότα στη βάση της ανάδειξης των κοινωνικών και οικονομικών αναγκών του λαού και την συγκρουσιακή αλληλεπίδραση αυτών με τις κρατούσες αρχές και αντιλήψεις. Αυτό καθ’ αυτό το νόημα λοιπόν του διαλεκτικού υλισμού είναι επαναστατικό -ειδικά σαν αντιπαραθετική, νέα ιστοριογραφική αντίληψη απέναντι στη «Μεγάλη Ιστορία» του 18ου και 19ου αιώνα- και όχι η πολιτική εκμετάλλευση του, αφού περάσει επιμελώς αρκετά βράδια στην αμαρτωλή «Προκρούστεια κλίνη» του ιστορικού. Αν το μαρξιστικό ερμηνευτικό σχήμα δεν είχε γίνει τόσο καταχρηστικά υποχείριο μικροπολιτικών στόχων θα ήταν αρκετά πιο δύσκολο να τρωθεί το επιστημονικό του κύρος. Παρόλα αυτά και παρά το γεγονός ότι τον 20ο αιώνα έχουν αναδυθεί κι άλλες σχολές ιστοριογραφίας (οι οποίες ενέχουν οικονομικά και κοινωνικά χαρακτηριστικά) το μαρξιστικό σχήμα χωρίς ακρότητες χρησιμοποιείται ακόμα από «φίλους» και «εχθρούς» αναγνωρίζοντας του έτσι μια επιστημονική δυναμική μέσα στο χρόνο. Άλλωστε ακόμα και σχολές οι οποίες έχουν πλέον «αυτονομηθεί» όπως αυτή των Annales ή του μεταμοντέρνου αναγνωρίζουν ρίζες τους στη μαρξιστική ιστοριογραφία.

[12] Η εκμετάλλευση της συγκυρίας όπου κυριαρχεί η δυσαρέσκεια δε σημαίνει ότι δεν υπάρχει συμμετοχή του λαού στις επαναστάσεις του 1843 και του 1862 το εύρος της οποίας όμως δυστυχώς δεν μπορεί να μετρηθεί. Η προσέγγιση αυτή απλά αναδεικνύει το γεγονός ότι για τις λαικές μάζες δεν φαίνεται να υπήρξε κάποια καταλυτική αλλαγή στην καθημερινή ζωή τους.

27/02/2011

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου