Κυριακή, 26 Ιουνίου 2011

Πάμε...Απεργία, κείμενο ανάλυσης για τους αγανακτισμένους και το εργατικό κίνημα

του Άρη Δ. Τσιούμα

Εισαγωγικά

Η συντριπτική κατάρρευση[1] της σοσιαλδημοκρατίας, ως βιοπολιτικό πλαίσιο διαχείρισης του καπιταλισμού, γέννησε συνέπειες οι οποίες τώρα χάσκουν γυμνές μπροστά στα μάτια του «πλήθους[2]».

Το ολοκληρωτικό πλαίσιο της νεοφιλελεύθερης εφαρμογής που οριοθετεί την περίοδο της κρίσης -το ταιριαστό άλλο μισό της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης σε καιρούς ανάπτυξης[3]- εξήγησε σεπτά στον κόσμο της εργασίας ότι πλέον δεν υπάρχει τίποτε για διαπραγμάτευση. Εάν φαινόταν άδικη η μισθωτή σκλαβιά η νέα συνθήκη ορίζει την άμισθη σκλαβιά της ανεργίας σαν μεσοπρόθεσμο στάδιο στην «κατάκτηση» της κοινωνικής ζούγκλας του επελαύνοντος κεφαλαίου[4]. Η παραδοχή της καπιταλιστικής συνθήκης, ως μονόδρομου από την πλειοψηφία του προλεταριάτου της Δύσης την περίοδο που μόνος σύμβουλος φάνταζε η καταναλωτική νιρβάνα και οι καπιταλιστικές υποσχέσεις για παντοτινή ευμάρεια[5], είχε σαν αποτέλεσμα την συντριπτική ήττα του επαναστατικού εργατικού κινήματος και προσδιόρισε τελείως αρνητικά το πρόσημο της ταξικής πάλης για τους εργαζόμενους.

Δευτέρα, 13 Ιουνίου 2011

Το άρμα του Ήλιου

Στον καιρό του αλλόκοτου φόβου,
σε Τούτη την Εποχή των Δολοφόνων,
που η νύχτα εναλλάσεται με νύχτα

Πρόσταξε το Άρμα του Ήλιου
Άρπαξε βίαια το χαλινάρι της Ζωής
Μαστίγωσ' τον Καιρό κι ας είναι Κόντρα

Κι αντί κοιμισμένος να ονειρεύεσαι
την Πρωινή Λευτεριά
ξύπνα την πιο Άγρια Νύχτα
και προχώρα σταθερά στην Αυγή.

                                                                                

Δευτέρα, 6 Ιουνίου 2011

THAT LEAVING FEELING


THAT LEAVING FEELING

Έχω αυτή την αίσθηση φυγής
Τούτη τη φορά είναι εδώ για να μείνει
Ισορροπούσα την ώθηση
Και αυτή με έσπρωχνε μπροστά
Το παρελθόν είναι τόσο βαρύ
Μα είναι κάτι που δεν μπορώ ν’ αφήσω
Κι αυτό το μέλλον είναι τόσο σίγουρο
Που με ρίχνει στα γόνατα 

-Είναι η καρδιά σου που μιλάει,
Ή το μεθυσμένο σου μυαλό;
Οι άνθρωποι που αγαπάς
Αλλάζουν σαν τους αφήσεις πίσω

-Μα τούτο το σχοινί που τραβά
Είναι μια διαρκής απειλή
Κι αν δεν το σκαρφαλώσω
Σύντομα θα σφίγγει το λαιμό μου

-Όλοι έχουμε όνειρα φυγής
Όλοι θέλουμε μια νέα αρχή
Πήγαινε φτιάξε μια μικρή βαλίτσα
Με τα κομμάτια της καρδιάς μας
Όλες αυτές τις ανησυχίες και τις θλίψεις
Μπορούμε απλά να τις τινάξουμε μακριά
Αγόρασε έναν καφέ και μια εφημερίδα
Κι εκείνο το βήμα προς την αμαξοστοιχία

-Μα έχω τόσο πολύ περιπλανηθεί
Τρεκλίζοντας στην πόλη αυτή
Με όλα όσα με ωθούν 
Να με οδηγούν στον πάτο

-Λοιπόν πες όλες σου τις δικαιολογίες
Πές όλα σου τα αντίο
Μα ρίξε μια ματιά στον καθρέφτη
Είναι ο σκληρότερος που θα συναντήσεις

Όλες αυτές οι ανησυχίες και οι θλίψεις
Μπορείς απλά να τις τινάξεις μακριά
Πήγαινε βρες καινούργιο αύριο
Και ξέχνα τα χθες σου 
Λοιπόν πήγαινε χάιδεψε τα παιδιά σου
Και φίλα το σκύλο για αντίο 
Άφησε τα κλειδιά στο καρφί
Με τη λύπη που έχεις στα μάτια

-Ίσως αύριο, σήμερα δείχνει πως θα βρέξει
Φεύγοντας θα είναι όλα εντάξει
Δεν θέλω τίποτα να με εμποδίσει
Υπάρχουν δουλειές που θέλουν φροντίδα
Ξύλα που πρέπει να μαζευτούν 
Φεύγοντας θα είναι όλα εντάξει
Δε θέλω τίποτα που να μπορεί πίσω να με κρατήσει

"That leaving feeling, Stuart Staples"
http://www.youtube.com/watch?v=rWj7IEWpcxA

Η Πρωτομαγιά του 1931 στη Βαρκελώνη

επιμέλεια Άρη Δ. Τσιούμα

Στις 14 Απριλίου του 1931 οι λαικές γειτονιές σε ολόκληρη την Ισπανία γιόρταζαν την πτώση της επταετούς δικτατορίας του Primo de Rivera και την επάνοδο στη δημοκρατία. Ήταν η ημερομηνία γέννησης της Β’ Ισπανικής Δημοκρατίας. Τα συνδικάτα της CNT[1] όμως, ήδη από την επομένη άρχισαν τις ετοιμασίες για την πορεία της εργατικής Πρωτομαγιάς, ενώ διοργάνωσε εκδηλώσεις και ομιλίες για να ακουστεί σε ολόκληρο το σώμα της εργατικής τάξης η στάση που κρατάει η Συνομοσπονδία απέναντι στο νέο καθεστώς. Το γενικό πλαίσιο έδωσε ο Buenaventura Durruti στην πρώτη ομιλία που έκανε προς την Καταλανική εργατική τάξη την Κυριακή 18 Απριλίου:
«Αν ήμασταν Δημοκράτες, θα υποστηρίζαμε ότι η προσωρινή κυβέρνηση είναι ανίκανη να μεταβάλλει σε επιτυχία τη νίκη που της έδωσε ο λαός. Αλλά είμαστε γνήσιοι εργάτες και ως εκπρόσωποί τους λέμε ότι, ακολουθώντας αυτό το μονοπάτι, δεν θα ξαφνιαστούμε, αν η χώρα βρεθεί αύριο στα πρόθυρα ενός εμφυλίου πολέμου. Δεν ενδιαφερόμαστε καθόλου για την Δημοκρατία, αλλά την δεχόμαστε ως μια αφετηρία για να προχωρήσουμε στον κοινωνικό εκδημοκρατισμό. Αλλά μόνο με την προϋπόθεση ότι αυτή η Δημοκρατία εγγυάται πως η ελευθερία και η κοινωνική δικαιοσύνη δεν είναι λέξεις χωρίς νόημα. Αν η Δημοκρατία αποτύχει να πάρει στα σοβαρά τις επιθυμίες της εργατικής τάξης, τότε ακόμα και αυτό το μικρό ενδιαφέρον που έχουν γι’ αυτήν οι εργάτες θα μειωθεί στο ελάχιστο, γιατί αυτός ο θεσμός δεν θα ανταποκρίνεται στις ελπίδες που στήριξε πάνω του η τάξη μας στις 14 Απριλίου».

Μέσα σε αυτό το κλίμα πραγματοποιήθηκε και η πορεία της Πρωτομαγιάς στη Βαρκελώνη, στην οποία συμμετείχε και διεθνής αντιπροσωπεία αναρχικών.

«Την Παρασκευή 1η του Μάη του 1931 στις εννέα το πρωί, το κτήριο των Καλών Τεχνών ήταν γεμάτο. Σε μια πλατεία μεταξύ του πάρκου της Ακρόπολης και του μνημείου της Νίκης ένα πυκνό πλήθος προχωρούσε προς την αψίδα του Θριάμβου και σκορπιζόταν σε όλους τους γειτονικούς δρόμους. Πάνω στις τοιχοκολλημένες αφίσες διάβαζες: «Κάτω η Guardia Civil[2]», «Τα εργοστάσια στους εργάτες», «Η γη στους αγρότες», «Ζήτω η CNT-FAI». Σε όλους τους βραχύχρονους λόγους που επέκριναν δημόσια την Δημοκρατία, στο λαό προσφερόταν μόνο μια λύση στα προβλήματά του «να καταλάβει τα εργοστάσια, να τα διευθύνει ο ίδιος και να πάρει τη γη. Η εργατική τάξη μπορεί να το κάνει αυτό. Το μόνο που χρειάζεται είναι η επαναστατική τόλμη.» Μετά από αρκετούς λόγους, η περιφερειακή επιτροπή της CNT, αναγνωρίζοντας δημόσια το πρόβλημα της Συντακτικής Συνέλευσης, καθόρισε τη θέση της οργάνωσης: «Το έργο μας δεν σταματάει εδώ, πρέπει να προχωρήσουμε, να προχωρήσουμε θριαμβευτικά για την κατάκτηση του μέλλοντος, του οποίου το μοναδικό νόημα για την εργατική τάξη δεν μπορεί να είναι παρά μόνο η ολοκληρωτική συντριβή του καπιταλισμού και τους Κράτους. Μόνο μετά απ’ αυτό μπορεί να δημιουργηθεί μια αταξική κοινωνία[3]».

Αλλά βασικά ο χαρακτήρας της διαδήλωσης ήταν ειρηνικός. Μετά από μια πορεία μέσα στην πρωτεύουσα, τελείωσε μπροστά στο ανάκτορο της Generalidad[4], όπου μια αντιπροσωπεία θα έδινε στις αρχές το αίτημα που είχε ψηφίσει ο λαός. Τρία φορτηγά ήταν στην αρχή της πομπής. Πίσω από προχωρούσε η Επιτροπή, η οποία, στο όνομα των Συνδικάτων, ήταν επικεφαλής της διαδήλωσης και την αποτελούσαν ο Santiago Bilbao, ο Francisco Ascaso, ο Durruti και ο Juan Oliver. Αμέσως μετά από αυτούς χωρίς ιδιαίτερη τάξη, προχωρούσε ένα πλήθος, το οποίο ο αστικός τύπος υπολόγισε ότι ανέρχονταν σε περισσότερους από 100.000 ανθρώπους. Οι διαδηλωτές προχώρησαν μέσα από τις κυριότερες λεωφόρους της Βαρκελώνης, έφτασαν στην Plaza de Ctalunya και πηγαίνοντας από το δρόμο της Ramplas , έφτασαν στην αρχή του δρόμου Fevaler όπου μπήκε μόνο ένα αυτοκίνητο, μπροστά από το οποίο ήταν τα μέλη της Επιτροπής. Ήταν 1 το μεσημέρι όταν η εμπροσθοφυλακή της πορείας ήρθε πρόσωπο με πρόσωπο με την αστυνομία, που τους απαγόρεψε την είσοδό τους στην πλατεία.

Ένας αξιωματικός της Guardia Civil προχώρησε μπροστά και κρατώντας ένα πιστόλι στο χέρι πλησίασε τα μέλη της Επιτροπής και τα διέταξε να φύγουν. Οι υπόλοιποι άντρες της αστυνομίας στέκονταν πίσω από τον αξιωματικό τους, έχοντας στραμμένα τα όπλα τους προς τους διαδηλωτές. Ο Ascaso πήγε προς το μέρος τους για να συζητήσει με τον αξιωματικό, αλλ’ αυτός δεν άκουγε τίποτα και απαίτησε από τους διαδηλωτές να διαλυθούν αμέσως. Ο Ascaso με ένα χτύπημα τον αφόπλισε. Ο αξιωματικός βλέποντας ότι είναι άοπλος, οπισθοχώρησε και μαζί του και οι στρατιώτες. Μετά ο Durruti ανεμίζοντας μια κόκκινη και μαύρη σημαία, φώναξε με μια διαπεραστική φωνή: «Κάντε τόπο να περάσει η FAI[5]»

Αμέσως, από τους γύρω δρόμους το πλήθος άρχισε να προχωράει και σ’ ένα λεπτό είχαν καταλάβει την πλατεία Συντάγματος. Τα μέλη της Επιτροπής άρχισαν να προχωράνε αργά προς το κτήριο για να παραδώσουν τα αιτήματα που ψηφίστηκαν στη συγκέντρωση. Αλλά δεν είχαν καν προλάβει να περάσουν την είσοδο όταν οι πόρτες έκλεισαν βίαια. Ένας πυροβολισμός ήρθε μέσα από το κτήριο, ακολούθησε ακόμη ένας και πολύ γρήγορα μια βροχή από σφαίρες κατευθύνθηκε προς τους διαδηλωτές. Οι περισσότεροι από αυτούς έπεσαν στο χώμα ενώ πολλές γυναίκες προσπάθησαν να ξεφύγουν ενώ άρχισαν να στριγγλίζουν. Η σύγχυση μεγάλωνε με τους πυροβολισμούς και υπήρχαν ήδη μερικά θύματα.

Όμως υπήρχαν ομάδες οπλισμένων εργατών μέσα στο πλήθος και αν απαντούσαν στις κυβερνητικές δυνάμεις χρησιμοποιώντας τα πιστόλια τους υπήρχε φόβος να γίνει μακελειό. Τα μέλη της Επιτροπής κατάλαβαν αμέσως ότι αυτή η σύγκρουση, που μόνο κακό μπορούσε να κάνει στους εργάτες έπρεπε να αποφευχθεί. Η γρήγορη αντίδραση του Durruti απέτρεψε την καταστροφή. Σκαρφαλώνοντας σε μια κολώνα, παρά τις σφαίρες που έπεφταν, μίλησε προς τις οπλισμένες ομάδες και σύστησε ηρεμία και αυτοσυγκράτηση. Το θέαμα αυτό ήταν συγκλονιστικό μέσα σ’ αυτήν την δραματική ατμόσφαιρα. Μια σφαίρα τον είχε πληγώσει ελαφρά στο στήθος, και το πουκάμισο του είχε γίνει κόκκινο, αλλά συνέχιζε να μιλάει ασταμάτητα. Για μια στιγμή φάνηκε ότι η φασαρία τελείωνε, οι πυροβολισμοί σταμάτησαν και η πλατεία άρχισε να αδειάζει. Τώρα ο Durruti που ήταν ακόμη σκαρφαλωμένος στην κολώνα, απηύθυνε τις παρατηρήσεις του στις αρχές, τις οποίες και κατηγόρησε για την όλη κατάσταση. Κοντά του ήταν και ο Ascaso, οποίος ήταν πληγωμένος στο χέρι αλλά αρνιόταν τις περιποιήσεις των συντρόφων του. Στο μεταξύ είχε δημιουργηθεί ένας ανοιχτός χώρος γύρω από τα μέλη της Επιτροπής τα οποία γινόταν ένας σίγουρος στόχος ενώ οι πυροβολισμοί ξανάρχιζαν. Οι ένοπλες επιτροπές δεν συγκρατήθηκαν και απάντησαν στην επίθεση των κυβερνητικών δυνάμεων.

Οι Καραμπινιέροι, που είχαν τον στρατώνα τους πολύ κοντά, βγήκαν έξω και άρχισαν να πυροβολούν κι αυτοί προς το μέρος των διαδηλωτών, σύντομα όμως εμφανίστηκε ένας λόχος πεζικού με επικεφαλής το λοχαγό Miranta που πήρε το μέρος των διαδηλωτών. Ο Durruti ξανανέβηκε στην κολώνα και άρχισε να φωνάζει προς τα στρατεύματα, παρόλο που η Guardia Civil και οι Κραμπινιέροι συνέχιζαν να πυροβολούν. Βλέποντας τον Durruti πάνω στην κολώνα, οι στρατιώτες δίστασαν, αλλά ο λαχαγός τους διέταξε να πυροβολήσουν εναντίον της Guardia Civil και των Καραμπινιέρων. Μια φοβερή ιαχή ακούστηκε στην πλατεία και μέσα σε ένα λεπτό η αστυνομικοί εξαφανίστηκαν αφήνοντας τους στρατιώτες και τους διαδηλωτές κύριους της κατάστασης. Ο τελικός απολογισμός της Πρωτομαγιάτικης πορείας ήταν 15 τραυματίες κι ένας νεκρός από την πλευρά των διαδηλωτών και 2 νεκροί και αρκετοί τραυματίες από την πλευρά των δυνάμεων καταστολής[6]

Τη νύχτα οι αναρχικές οργανώσεις έβγαλαν ένα ανακοινωθέν που κατέληγε «…όταν η αστική τάξη δεν μπορεί να βάλει τάξη στην αταξία της, τότε αυτό πρέπει να το κάνουν οι επαναστάτες[7]».

Η Πρωτομαγιά του 1931 στη Βαρκελώνη και τα -λιγότερο γνωστά- γεγονότα που λάβανε χώρα εκεί, αποτελούν άλλη μια αιματοβαμμένη σελίδα στο μεγάλο βιβλίο των αγώνων της παγκόσμιας εργατικής τάξης που έχει χαραχτεί από τις θυσίες των συντρόφων μας στο παρελθόν. Είναι η παρακαταθήκη μας για τους αγώνες του αύριο, από την υπεράσπιση των κεκτημένων μέχρι την τελική απελευθέρωση από το σύστημα εκμετάλλευσης. Για την κοινωνική δικαιοσύνη, τον Κομμουνισμό και την Ελευθερία.

Το κείμενο βασίζεται στο βιβλίο του Abel Paz «Durruti, η κοινωνική Επανάσταση στην Ισπανία 1896-1936» τόμοι Α-Β εκδόσεις Ελεύθερος Τύπος β’ έκδοση, Δεκέμβριος 1999

[1] Εθνική Συνομοσπονδία Εργασίας. Η συνδικαλιστική οργάνωση των Αναρχικών.
[2] Ειδικό αστυνομικό σώμα, από τα πλέον απεχθή για τους εργάτες λόγω των ωμοτήτων που διέπραξε εναντίον τους.
[3] Solidaridad Obrera, 2 Μαη 1931. Η Solidaritat Obrera (“Εργατική Αλληλεγγύη”) αποτελούσε την καθημερινή εφημερίδα που εξέδιδε η CNT.
[4] Η τοπική κυβέρνηση της Καταλωνίας.
[5] Αναρχική Ομοσπονδία Ιβηρικής. Η ειδική οργάνωση των αναρχικών.
[6] Μαρτυρία των παρόντων αγωνιστών Tomas Perez και Juan Molina.
[7] Libertaire, 18 Μάη 1931, Παρίσι.

Παρασκευή, 3 Ιουνίου 2011

Υπάρχουν ακόμα εργάτες;

του Άρη Δ. Τσιούμα

Μα καλά υπάρχουν ακόμα εργάτες; Το ερώτημα ακούστηκε βαρύγδουπα αντιπαραδοσιακό και με μια όψη ριζοσπαστικού προβληματισμού σ’ έναν κόσμο που η «ταξική πάλη» είχε μπετοναριστεί με την ύπαρξη του «επίγειου παραδείσου όλων των εργατών επί γης», την ΕΣΣΔ. Λίγο ο νεανικός Μάης του ’68 λίγο η μετεξέλιξη του στην Ιταλική Αυτονομία, αλλά κυρίως η τεχνολογική εξέλιξη που μεταφέρει την παραγωγική βάση από το συλλογικό εργοστάσιο στον ιδιωτικό κόσμο της υπηρεσίας, πίεσαν την «φυσιολογική» εξαγωγή του συμπεράσματος ότι η ταξική πάλη μας άφησε χρόνους. Ο εκκωφαντικός θόρυβος που δημιούργησε αυτή η δημόσια αποκήρυξη από το ενωμένο μπλοκ των «ψαγμένων δεξιών» και των «πολύ ψαγμένων» «αριστερών» σήμαινε την οριοθέτηση του πλαισίου της ατμόσφαιρας του μεταμοντέρνου κόσμου και του σχετικισμού που κρέμεται σαν εξουσία νέου τύπου πάνω από το συλλογικά ατομικιστικό κεφάλι της κοινωνίας. Οι φιλόσοφοι της νέας δεξιάς αποφάνθηκαν: «Δεν υπάρχουν εργάτες πια», και όσοι θέλανε το χρόνο τους για να καταπιούν το νέο δόγμα -την ήττα ουσιαστικά του εργατικού κινήματος- συμπληρώνουν, σαν έτοιμοι από καιρό, την καταστροφή, κολλώντας στην ουρά του νεοφιλελεύθερου αποφθέγματος την life style κλανιά της απόστασης από την εργασία,  «δεν υπάρχουν εργάτες πια, τουλάχιστον έτσι όπως τους ξέραμε.» Λες και εργάτης δεν είναι αυτός που δουλεύει και παράγει υπεραξία αλλά αυτός που φορά μόνο φόρμα τζιν με τιράντες, έχει μεγάλες αρετές στην εξάσκηση του επιτραπέζιου παιχνιδιού «τάβλι» και πίνει μπύρα “amstel” αποκλειστικά των 500 ml. Αλλά φυσικά οι δοξαστικές κατάρες των καλοζωισμένων και των ηλίθιων ακολούθων τους δεν έγκειται σε μια στρεβλή εικόνα απλά, αλλά σε μια βαθειά αντίφαση. Οι αρνητές του ρόλου της εργατικής τάξης σαν εν δυνάμει επαναστατικό σύνολο, μόλις είδαν ότι μετά την ήττα η συνείδηση των εργατών αλλοτριώθηκε σε μεγάλο επίπεδο, και δεν διατηρεί επαναστατικό σφρίγος ανακηρύξαν το θάνατό της.

Μέσα στη διαστροφή της φιλοσοφίας της συναίνεσης και του μηδενισμού, οι «φτωχοί πλην τίμιοι», τιμητές του κεφαλαίου, δεν αντιλαμβάνονται την απλή υπόθεση ότι η εργατική τάξη δεν είναι εν δυνάμει επαναστατική γιατί στον επόμενο υπαίθριο διαγωνισμό εμπρησμού τραπεζών ο αντιπροσωπευτικός εκπρόσωπός της (με τη μπλέ φόρμα και την αμστελ των 500ml σε νέα καριέρα) θα κατατροπώσει τους υπόλοιπους διαγωνιζόμενους. Η εργατική τάξη είναι εν δυνάμει επαναστατική γιατί ο καπιταλισμός μπορεί να αντέξει τα πάντα από την ρίψη μιας πέτρας μέχρι ένα πυρηνικό ατύχημα τεραστίων διαστάσεων, όμως το μοναδικό που δεν μπορεί να αντέξει είναι η απόδραση της εργατικής τάξης από τον κεφαλαιοκρατικό τρόπο αναπαραγωγής της στο καπιταλιστικό σύστημα. Για όλα τα υπόλοιπα, έχει χρησιμοποιηθεί ένας όρος ο οποίος απέναντι σε αυτές τις αντιλήψεις άρνησης της ταξικής πάλης ξαναβρίσκει την αρχική του σημασία μετά από τόνους στρέβλωσης που υπέστη για χρόνια. ΡΕΦΟΡΜΙΣΜΟΣ, σημαίνει συνεργασία των τάξεων.    

Με την κατάρρευση της ΕΣΣΔ, άναψε ένα παγκόσμιο «πράσινο φως» στον καπιταλισμό να κηρύξει το τέλος της ιστορίας. Ο θεός σκοτώθηκε πριν πολλά-πολλά χρόνια με τη βοήθεια των εργατών. Στη κηδεία του προστρέξαν όλοι αλλά μόνος κερδισμένος βγήκε ο καπιταλισμός που πούλησε το φέρετρο. Μετά μας είπαν πέθανε και ο εργάτης στην κηδεία δεν πήγε κανείς. Από μια γωνία μονάχα κοιτούσαν οι καπιταλιστές να βεβαιωθούν περί του γεγονότος.

Τότε ποιοι είναι όλοι αυτοί που δουλεύουν; Πόσο αλήθεια άλλαξε ο κόσμος, η παραγωγή και η κατανάλωση; Παρά τις δοξασίες και τους θρύλους η γη παραμένει ένας πλανήτης όπου το κέρδος, η υπεραξία, η φτηνή παραγωγή και η ακριβή κατανάλωση κάνουν κουμάντο. Όποιος στις αναγνώσεις των κλασσικών του 19ου συγκράτησε μόνο «το κλίμα της εποχής» φυσικά δεν μπορεί να διακρίνει τις αβυσσαλέες ομοιότητες μεταξύ της φορντικής γραμμής παραγωγής του εργοστασίου του 1920 με την τηλεφωνήτρια σε ιδιωτική εταιρεία που παίρνει 1.000 τηλέφωνα, την μέρα για να προωθήσει τη διαφημιστική καμπάνια της εταιρείας. Αλήθεια υπάρχει τόσο μεγάλη διαφορά;

Χωρίς αυταπάτες, τώρα ειδικότερα σε συνθήκες κρίσης που η προλεταριοποίηση αγκαλιάζει ευρύτερα στρώματα εργαζομένων, ο αγώνας ή θα είναι ταξικός ή δε θα ‘ναι τίποτα.