Παρασκευή, 22 Ιουλίου 2011

Η μπαλάντα του Κυρ-Μέντιου

Δε λυγάνε τα ξεράδια
και πονάνε τα ρημάδια!
Kούτσα μια και κούτσα δυο,
της ζωής το ρημαδιό.

Mεροδούλι, ξενοδούλι!
Δέρναν ούλοι: αφέντες, δούλοι·
ούλοι: δούλοι, αφεντικό
και μ' αφήναν νηστικό.

Tα παιδιά, τα καλοπαίδια,
παραβγαίνανε στην παίδεια,                  10
με κοτρώνια στα ψαχνά,
φούχτες μύγα στ' αχαμνά!

Aνωχώρι, Kατωχώρι,
ανηφόρι, κατηφόρι
και με κάμα και βροχή,
ώσπου μού βγαινε η ψυχή.

Eίκοσι χρονώ γομάρι
σήκωσα όλο το νταμάρι
κ' έχτισα, στην εμπασιά
του χωριού, την εκκλησιά.                  20

Kαι ζεβγάρι με το βόδι
(άλλο μπόι κι άλλο πόδι)
όργωνα στα ρέματα
τ' αφεντός τα στρέμματα.

Kαι στον πόλεμ' "όλα για όλα"
κουβαλούσα πολυβόλα
να σκοτώνονται οι λαοί
για τ' αφέντη το φαΐ.

Kαι γι' αφτόνε τον ερίφη
εκουβάλησα τη νύφη                        30
και την προίκα της βουνό,
την τιμή της ουρανό!

Aλλ' εμένα σε μια σφήνα
μ' έδεναν το Mάη το μήνα
στο χωράφι το γυμνό
να γκαρίζω, να θρηνώ.

Kι ο παπάς με την κοιλιά του
μ' έπαιρνε για τη δουλειά του
και μου μίλαε κουνιστός:
― Σε καβάλησε ο Xριστός!                  40

Δούλεβε για να στουμπώσει
όλ' η Xώρα κ' οι Kαμπόσοι.
Mη ρωτάς το πώς και τί,
να ζητάς την αρετή!

― Δε βαστάω! Θα πέσω κάπου!
― Nτράπου! Tις προγόνοι ντράπου!
― Aντραλίζομαι!... Πεινώ!...
― Σουτ! Θα φας στον ουρανό!

K' έλεα: όταν μιαν ημέρα
παρασφίξουνε τα γέρα,                  50
θα ξεκουραστώ κ' εγώ,
του θεού τ' αβασταγό!

Όχι ξύλο! Φόρτωμα όχι!
Θα μου δώσουνε μια κόχη,
λίγο πιόμα και σανό,
σύνταξη τόσω χρονώ!

Kι όταν ένα καλό βράδι
θα τελειώσει μου το λάδι
κι αμολήσω την πνοή
(ένα πουφ! είν' η ζωή),                  60

η ψυχή μου θενά δράμει
στη ζεστή αγκαλιά τ' Aβράμη,
τ' άσπρα, τ' αχερένια του
να φιλάει τα γένια του!...

Γέρασα κι ως δε φελούσα
κι αχαΐρευτος κυλούσα,
με πετάξανε μακριά
να με φάνε τα θεριά.

Kωλοσούρθηκα και βρίσκω
στη σπηλιά τον Άη Φραγκίσκο:            70
-"Xαίρε φως αληθινόν
και προστάτη των κτηνών!

Σώσε το γέρο κυρ Mέντη
απ' την αδικιά τ' αφέντη
συ που δίδαξες αρνί
τον κυρ λύκο να γενεί!

Tο σκληρόν αφέντη κάνε
από λύκο άνθρωπο κάνε!..."
Mα με την κουβέντ' αφτή
πόρτα μού κλεισε κι αφτί.                  80

Tότενες το μάβρο φίδι
το διπλό του το γλωσσίδι
πίσου από την αστοιβιά
βγάζει και κουνάει με βια:

― "Φως ζητάνε τα χαϊβάνια
κ' οι ραγιάδες απ' τα ουράνια,
μα θεοί κι οξαποδώ
κει δεν είναι παρά δω.

Aν το δίκιο θες, καλέ μου,
με το δίκιο του πολέμου                  90
θα το βρείς. Oπού ποθεί
λεφτεριά, παίρνει σπαθί.

Mη χτυπάς τον αδερφό σου -
τον αφέντη τον κουφό σου!
Kαι στον ίδρο το δικό
γίνε συ τ' αφεντικό.

Xάιντε θύμα, χάιντε ψώνιο,
χάιντε Σύμβολον αιώνιο!
Aν ξυπνήσεις, μονομιάς
θά ρτει ανάποδα ο ντουνιάς.                  100

Kοίτα! Oι άλλοι έχουν κινήσει
κ' έχ' η πλάση κοκκινήσει
κι άλλος ήλιος έχει βγει
σ' άλλη θάλασσ', άλλη γη".



Κ. Βάρναλης


http://www.youtube.com/watch?v=v018Oz-brfU&playnext=1&list=PL93CF3D30847936B4

«Με τη σκέψη στην πατρίδα», όψεις της κοινωνικής ζωής των Ελλήνων Πολιτικών Προσφύγων στις χώρες της Ανατολικής και Κεντρικής Ευρώπης (1949-1974)

του Άρη Τσιούμα

Εισαγωγή

«Κι εμείς; Τι κάνουμε τώρα εμείς, οι μαχητές του ΔΣΕ; Με σφιγμένη την καρδιά αλλά και με την ακράδαντη πεποίθηση πως θα γυρίσουμε γρήγορα, πήραμε το δρόμο της ξενιτιάς! Δεν υπήρχε άλλη διέξοδος. Παιδιά αμούστακα κι ασπρομάλληδες, άντρες και γυναίκες, αγόρια και κορίτσια, μ’ ανοιχτές ακόμα τις πληγές πορευτήκαμε, λοιπόν, το Γολγοθά του αναγκαστικού εκπατρισμού, αφήνοντας πίσω μας ότι αγαπήσαμε πιότερο: το ρημαγμένο σπίτι, το ξεκληρισμένο χωριό, τη γριά μάνα, τον ανήμπορο πατέρα. Τη γυναίκα, τον άντρα, το γιο, τη θυγατέρα. Μωρά στην κούνια ή στην κοιλιά της μάνας. Την πατρίδα. Σκορπίσαμε και βρήκαμε πολιτικό άσυλο στις χώρες της Λαϊκής Δημοκρατίας. Από τις γειτονικές ως τις πιο απόμακρες, Τίρανα Σόφια, Βελιγράδι, Βουδαπέστη, Βουκουρέστι, Πράγα, Βαρσοβία, Βερολίνο, Μόσχα. Ως τη μακρινή Τασκένδη». 



(το χρονικό της πολιτικής μας προσφυγιάς στη Ρουμανία)

Το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελεί ίσως το πιο μακροχρόνιο κοινωνικό φαινόμενο. Με μερικές εξαιρέσεις απρόσμενης καλοτυχίας, το μεταναστευτικό και προσφυγικό ζήτημα αποτελούσε πάντα μια ανοιχτή πληγή στο γερασμένο σώμα του πλανήτη. Οι αφηγήσεις όσων γίνανε μάρτυρες του εκπατρισμού με έναν από τους δεκάδες τρόπους που έχει σκεφτεί ο συλλογικός νους των κοινωνιών (πόλεμοι, ύφεση, πείνα, βασανισμοί, φυλακίσεις, ρατσισμός, εποικισμοί, κ.α.) ενέχουν την πιο τραγική πτυχή της πιο καλά φυλαγμένης μνήμης.

Τετάρτη, 20 Ιουλίου 2011

Ρυτίδες

δεν έχω τίποτα πιά,
Να γυμνά τα χέρια μου¨
κωμικό συμπλήρωμα ανημποριάς
στραβοχυμένης
Σάρκας

Τώρα μονάχα ρυτίδες
στοιβάγματα ελεεινά
του αγριεμένου δρόμου
της Εμπειρίας 


Φορτώνω μεθοδικά
το κάρο του Χρόνου μου
με την τελευταία γενναία
Σοδειά του Ανεκπλήρωτου 

Κι ελπίζω
τα ανίκανα τούτα
Άκρα μου
να οπλιστούν
για μια στερνή φορά
...

Πέμπτη, 14 Ιουλίου 2011

H Komintern (Γ' Κομμουνιστική Διεθνής) & το Μακεδονικό Ζήτημα.

H Komintern (Γ' Κομμουνιστική Διεθνής) & το Μακεδονικό Ζήτημα.
του Άρη Δ. Τσιούμα


Εισαγωγή

Το Μακεδονικό αποτελεί αρχικά ένα μεγάλο κομμάτι του ανατολικού ζητήματος.[1]  Με την χρήση του όρου «ανατολικό ζήτημα» μπορούμε να περιγράψουμε τα προβλήματα που προέκυψαν με την «αναδίπλωση» του «Μεγάλου ασθενούς», - της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας-  από τα Ευρωπαϊκά εδάφη που κατείχε, και την συνακόλουθη ανάδειξη των εθνικών ανταγωνισμών των νέων κρατών της Βαλκανικής, οι οποίοι επίδικο είχαν την αναδιανομή των εδαφών της. Το Μακεδονικό ζήτημα προκύπτει ως κομμάτι του Ανατολικού Ζητήματος με την ταυτόχρονη αφύπνιση του Βουλγάρικου εθνικισμού στα μέσα περίπου του 19ου αιώνα.[2]  Σε επόμενες χρονικές περιόδους και μετά την επανάσταση των Νεότουρκων το 1908 [3] και τη διεξαγωγή του Α’ Βαλκανικού Πολέμου με τον οποίο εγκαταλείπει οριστικά η Οθωμανική Αυτοκρατορία τη Μακεδονία, το Μακεδονικό παύει να αποτελεί κομμάτι του Ανατολικού Ζητήματος εξακολουθεί όμως να υφίσταται ως αυτόνομο ζήτημα που τίθεται πλέον υπό νέους όρους.