Σάββατο, 28 Ιουλίου 2012

Πολιτική συνείδηση & πολιτισμός του Κρατισμού [Μ. Μπακούνιν]


               
ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΣΥΝΕΙΔΗΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΡΑΤΙΣΜΟΥ

ΜΙΧΑΗΛ ΜΠΑΚΟΥΝΙΝ


Είναι δυνατό και μέσα από την πιο έξυπνη εμπνευσμένη και ενεργητικά  εκφρασμένη προπαγάνδα να μεταφυτέψουμε  στις μεγάλες μάζες ενός έθνους τάσεις φιλοδοξίες ,πάθη και σκέψεις που είναι απόλυτα ξένες προς αυτές ,που δεν είναι προϊόν της ιστορίας ,των συνηθειών και των παραδόσεων; Μου Φαίνεται ότι ,όταν το ερώτημα τοποθετείται έτσι ,κάθε λογικός και ευαίσθητος άνθρωπος που δεν έχει ιδέα  για τον τρόπο που αναπτύσσεται η λαϊκή συνείδηση, μπορεί να απαντήσει μόνο αρνητικά. Τελικά ,καμία προπαγάνδα δεν δημιούργησε ποτέ τεχνητά μια πηγή ή μια βάση για τις φιλοδοξίες και τις ιδέες αίνους λαού ,που είναι πάντοτε τα αποτέλεσμα της αυθόρμητης ανάπτυξης τους και των πραγματικών συνθηκών ζωής.
Τι μπορεί να κάνει τότε η προπαγάνδα; Μπορεί ,γενικά, να εκφράσει  τα ίδια τα ένστικτα του προλεταριάτου με μια νέα ,πιο συγκεκριμένη και πιο κατάλληλη μορφή. Μπορεί μερικές φορές να συντομεύσει και να διευκολύνει το ξύπνημα  της συνείδησης των ίδιων των μαζών. Μπορεί να τις κάνει να συνειδητοποιήσουν το τι είναι ,τι αισθάνονται και τι ήδη επιθυμούν παρορμούνε από τα ένστικτα ,αλλά ποτέ η προπαγάνδα δεν μπορεί να τις κάνει ότι δεν είναι, ούτε να ξυπνήσει μέσα στην καρδιά τους πάθη που είναι ξένα με τη ίδια τους την  ιστορία.
Τώρα να συζητήσουμε το ζήτημα αν με την προπαγάνδα είναι δυνατό να αποκτήσει ένας λαός πολιτική συνείδηση. Για πρώτη φορά πρέπει να καθορίσουμε τι είναι πολιτική συνείδηση για τις λεκές μάζες. Δίνω έμφαση στη φράση για τις λεκές μάζες ,γιατί ξέρουμε πολύ καλά ότι για τις προνομιούχες τάξεις πολιτική συνείδηση δεν είναι τίποτε άλλο παρά το δικαίωμα για κατάκτηση που είναι εγγυημένο και κατοχυρωμένο ,του εκμεταλευτου της εργασίας των μαζών και το δικαίωμα να τις κυβερνά ,ώστε να εξασφαλίζει αυτήν την εκμετάλλευση. Αλλά για τις μάζες ,που είναι υποδουλωμένες ,που εξουσιάζονται και αποτελούν αντικείμενο εκμετάλλευσης σε συνίσταται η πολιτική συνείδηση;
Αυτή μπορεί να διασφαλιστεί μόνο από ένα πράγμα  την θεά της εξέγερσης. Αυτή η μανά αποτελεί την απαραίτητη ιστορική προϋπόθεση για την πραγμάτωση κάθε μια χωριστά και όλων των ελευθέριων.
Βλέπουμε ότι  αυτή η φράση, πολιτική συνείδηση μέσα σε όλη την πορεία της ιστορικής εξέλιξης ,κατέχει δυο εντελώς διαφορετικά νοήματα που αντιστοιχούν σε δυο αντιμαχόμενες απόψεις. Από την Σκόπια των προνομιούχων τάξεων ,η πολιτική συνείδηση σημαίνει κατάκτηση ,υποδούλωση κα τον αδιαχώριστο μηχανισμό για αυτή την εκμετάλλευση των μαζών :την δεσποτική κρατική οργάνωση. Από την Σκόπια των μαζών ,έχει το νόημα της καταστροφής του κράτους. Κατά συνέπεια εννοεί πράγματα που είναι διαμετρικά αντίθετα.
Τώρα ,είναι απόλυτα  βέβαιο ότι ποτέ δεν υπήρξε κανένας λαός που να μην αισθάνθηκε στην αρχή της υποδούλωσης την ανάγκη να εξεγερθεί.
Η εξέγερση αποτελεί φυσική τάση της ζωής. Ακόμα και το σκουλήκι στρέφεται ενάντια στο πόδι που το λειώνει. Γενικά , η ζωτικότητα και η σχετική αξιοπρέπεια ενός ζώου μπορεί να μετρηθεί από την δύναμη του ένστικτου της εξέγερσης. Μέσα στον κόσμο των ζωών ,όπως και στον ανθρώπινο κόσμο ,δεν υπάρχει καμιά συνήθεις πιο εξευτελιστική ,πιο ηλίθια ή πιο δειλή από την συνήθεια της δουλικής υποταγής και της καταπίεσης από κάποιον άλλον. Αμφισβητώ το ότι υπήρξε λαός που τόσο εκφυλισμένος που κάποτε, τουλάχιστον στην αρχή της ιστορίας τους που δεν εξεγέρθηκε ενάντια στο ζυγό των αφεντικών ,των εκμεταλλευτών και του κράτους.
Αλλά πρέπει να αναγνωριστεί επίσης ότι από την εποχή του μεσαίωνα ,το κράτος έχει καταστέλλει όλες τις λαϊκές εξεγέρσεις. Όλες οι αποκαλούμενα επαναστάσεις του παρελθόντος –συμπεριβαλομενης και της γαλικής επανάστασης παρ΄ όλες τις υπέροχες ιδέες που ενέπνευσαν-δεν υπήρξαν τίποτε άλλο παρά η πάλη ανάμεσα σε αντίπαλες εκμεταλλεύτηκες τάξεις για την αποκλειστική απόλαυση των προνομιών που πρόσφερε το κράτος. Το μόνο που εκφράζουν είναι ο αγώνας για την κυριαρχία και την εκμετάλλευσης των μαζών.
Και οι μάζες; Αλίμονο !Πρέπει να αναγνωριστεί ότι οι μάζες επέτρεψαν στον εαυτό τους να διαφθαρεί βαθιά και να γίνει απαθής από την καταστρεπτική επίδραση του διεφθαρμένου ,συγκεντρωτικού ,πολιτισμού του κρατισμού.






Μαρξισμός, Ελευθερία και Κράτος [Μ. Μπακούνιν]


Μαρξισμός, Ελευθερία και Κράτος 


Του Μιχαήλ Μπακούνιν
Κεφάλαιο 1: Εισαγωγή 


    Είμαι ένας παθιασμένος οπαδός της Αλήθειας και όχι ένας λιγότερο παθιασμένος εχθρός των κακόβουλων θεωριών που χρησιμοποιεί το "Κόμμα της Τάξης", ο επίσημος αντιπρόσωπος όλων των αισχροτήτων, μεταφυσικών, πολιτικών, νομικών, οικονομικών και κοινωνικών, τωρινών και παρελθόντων, για να εξαχρειώσει και να εξανδραποδίσει τον κόσμο. Είμαι ένας φανατικός οπαδός της Ελευθερίας, αφού τη θεωρώ το μόνο μέσο με το οποίο μπορεί να αναπτυχθεί η ευφυία, η αξιοπρέπεια και η ευτυχία του ανθρώπου. Όχι της επίσημης "Ελευθερίας", η οποία παραχωρείται, μετρείται και ρυθμίζεται από το Κράτος, μία απάτη που αντιπροσωπεύει τα προνόμια των λίγων που στηρίζονται στην σκλαβιά όλων των υπολοίπων. Όχι της ατομικής ελευθερίας, της εγωιστικής, ποταπής και πλαστής που προωθείται από τη σχολή του Ρουσσώ και όλων των άλλων σχολών του αστικού Φιλελευθερισμού, η οποία θεωρεί ότι τα δικαιώματα του ανθρώπου είναι περιορισμένα από τα δικαιώματα του Κράτους, και συνεπώς αναγκαστικά συνεπάγεται την μείωση των δικαιωμάτων του ατόμου στο μηδέν. 
    Όχι, εννοώ τη μόνη ελευθερία που αξίζει πραγματικά το όνομά της, την ελευθερία που συνίσταται στην πλήρη ανάπτυξη όλων των υλικών, πνευματικών και ηθικών δυνάμεων οι οποίες βρίσκονται ως λανθάνοντα προσόντα στον καθένα, την ελευθερία η οποία δεν αναγνωρίζει κανέναν άλλον περιορισμό εκτός από κείνους που θέτουν οι νόμοι της ίδιας μας της φύσης. Έτσι ώστε, ορθά μιλώντας, δεν υπάρχει κανένας περιορισμός, από τη στιγμή που αυτοί οι νόμοι δεν είναι επιβεβλημένοι πάνω μας από κάποιον νομοθέτη έξωθεν ή άνωθεν υμών. Είναι έμφυτοι σε μας, σύμφυτοι, που συνιστούν την ίδια τη βάση του είναι μας, υλικού καθώς και πνευματικού και ηθικού. Συνεπώς, αντί να τους θεωρούμε ως ένα όριο, πρέπει να τους θεωρούμε ως τις αληθινές συνθήκες και την πραγματική αιτία της ελευθερίας μας. 
    Εννοώ αυτή την ελευθερία του κάθε ατόμου η οποία, χωρίς να σταματάει, λες και συναντάει ένα όριο, μπροστά στην ελευθερία των άλλων, βρίσκει εκεί την επιβεβαίωσή της και την επέκτασή της στο άπειρο. Την απεριόριστη ελευθερία του καθενός μέσω της ελευθερίας των άλλων, την ελευθερία μέσω της αλληλεγγύης, την ελευθερία στην ισότητα. Την ελευθερία που θριαμβεύει πάνω στην κτηνώδη δύναμη και την αρχή της αυθεντίας η οποία δεν ήταν ποτέ τίποτε άλλο παρά η εξιδανικευμένη έκφραση αυτής της δύναμης, την ελευθερία που, έχοντας γκρεμίσει όλα τα θεϊκά και γήινα είδωλα, θα θεμελιώσει και θα οργανώσει ένα νέο κόσμο, αυτόν της ανθρώπινης αλληλεγγύης, πάνω στα ερείπια όλων των Εκκλησιών και όλων των Κρατών. 
    Είμαι ένας πεπεισμένος υποστηρικτής της οικονομικής και κοινωνικής ισότητας, επειδή γνωρίζω ότι, χωρίς αυτήν την ισότητα, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, η ηθικότητα, και η ευμάρεια των ατόμων καθώς επίσης και η ευημερία των εθνών δεν θα είναι ποτέ τίποτε άλλο παρά ένα μάτσο ψέματα. Αλλά ως υποστηρικτής σε κάθε περίσταση της ελευθερίας, αυτής της πρώτης συνθήκης της ανθρωπότητας, νομίζω ότι η ελευθερία πρέπει να εγκαθιδρυθεί στον κόσμο από την αυθόρμητη οργάνωση της εργασίας και της κολλεκτιβιστικής ιδιοκτησίας από παραγωγικούς συνεταιρισμούς ελεύθερα οργανωμένους και ενωμένους ανά περιοχές, και από την εξίσου αυθόρμητη ένωση των περιοχών, αλλά όχι από την ανώτατη και προστατευτική πράξη του Κράτους. 
    Αυτό είναι το σημείο που χωρίζει κυρίως τους Επαναστάτες Σοσιαλιστές ή αλλιώς Κολλεκτιβιστές από τους Εξουσιαστές Κομμουνιστές, οι οποίοι είναι υποστηρικτές της απόλυτης πρωτοβουλίας του Κράτους. Ο σκοπός τους είναι ο ίδιος: κάθε ομάδα επιθυμεί εξίσου τη δημιουργία μίας νέας κοινωνικής κατάστασης θεμελιωμένης μόνο στην οργάνωση της κολλεκτιβίστικης εργασίας, η οποία θα επιβληθεί αναπόφευκτα στον καθένα από τη δύναμη των πραγμάτων, τις ίσες οικονομικές συνθήκες για όλους, και την κολλεκτιβίστικη ιδιοποίηση των μέσων παραγωγής. Μόνο οι Κομμουνιστές φαντάζονται ότι θα μπορέσουν να φτάσουν εκεί με την ανάπτυξη και την οργάνωση της πολιτικής δύναμης των εργατικών τάξεων, και κυρίως του προλεταριάτου των πόλεων, με τη βοήθεια του αστικού Ριζοσπαστισμού, ενώ οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές, εχθροί όλων των ύποπτων συνδυασμών και συμμαχιών, θεωρούν αντιθέτως ότι δεν μπορούν να φτάσουν σε αυτόν τον σκοπό παρά με την ανάπτυξη και την οργάνωση, όχι των πολιτικών αλλά των κοινωνικών και συνεπώς των αντι-πολιτικών δυνάμεων των εργαζομένων μαζών τόσο της πόλης και όσο της επαρχίας, συμπεριλαμβανομένων και όλων των φιλικά προσκείμενων ατόμων των ανώτερων τάξεων, οι οποίοι, διαρηγνύοντας κάθε δεσμό με το παρελθόν τους, θα είναι πρόθυμοι να ενωθούν μαζί τους και να αποδεχτούν πλήρως το πρόγραμμά τους. 
    Εξ ου, δύο διαφορετικές μέθοδοι. Οι Κομμουνιστές πιστεύουν ότι πρέπει να οργανώσουν τις εργατικές δυνάμεις για να καταλάβουν την πολιτική εξουσία του Κράτους. Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές οργανώνονται με σκοπό την καταστροφή, ή εάν προτιμάτε μιά πιό ευγενική λέξη, τη διάλυση του Κράτους. Οι Κομμουνιστές είναι οι υποστηρικτές της αρχής και της πρακτικής της εξουσίας, ενώ οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές εμπιστεύονται μόνο την ελευθερία. Και ενώ και οι δύο είναι υποστηρικτές αυτής της επιστήμης που πρέπει να σκοτώσει τις προκαταλήψεις και να αντικαταστήσει την πίστη, οι πρώτοι θα επιθυμούσαν να την επιβάλλουν ενώ οι δεύτεροι θα πιέσουν τους εαυτούς τους να την διαδόσουν έτσι ώστε ομάδες πεπεισμένων ανθρώπων να οργανωθούν και να δημιουργήσουν αυθόρμητα, ελεύθερα ομοσπονδίες από τα κάτω προς τα πάνω εξαιτίας της δικής τους κίνησης και σύμφωνα με τα δικά τους συμφέροντα, αλλά ποτέ ακολουθώντας ένα σχέδιο από πρίν σχεδιασμένο και επιβεβλημένο πάνω στις "αδαείς μάζες" από κάποιους ανώτερους διανοούμενους. 
    Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές πιστεύουν ότι υπάρχει πολύ περισσότερη λογική και πνεύμα στις ενστικτώδικες εμπνεύσεις και στις αληθινές ανάγκες των ανθρωπίνων μαζών απ' ότι στη βαθιά διανόηση όλων αυτών των μορφωμένων ανθρώπων και δασκάλων της ανθρωπότητας οι οποίοι, αφού μετά από τόσες προσπάθειες απέτυχαν να την κάνουν ευτυχισμένη, ακόμα συνεχίζουν να προσπαθούν. Οι Επαναστάτες Σοσιαλιστές αντιθέτως πιστεύουν ότι η ανθρώπινη φυλή αφέθηκε για πολύ καιρό, πάρα πολύ καιρό, να κυβερνείται και ότι η πηγή των δυστυχιών της δεν έγκειται στην τάδε ή τη δείνα μορφή κυβέρνησης αλλά στην ίδια την αρχή και το γεγονός της κυβέρνησης, ανεξαρτήτως είδους. Σε τελική ανάλυση είναι η ήδη ιστορική αντίθεση που υπάρχει ανάμεσα στον Κομμουνισμό ο οποίος έχει επιστημονικά αναπτυχθεί από τη Γερμανική Σχολή και τον έχουν αποδεχθεί εν μέρει οι Αμερικάνοι και οι Αγγλοι Σοσιαλιστές και από την άλλη στον ευρέως αναπτυγμένο και σπρωγμένο ως τις πιό ακραίες συνέπειές του Προυντονισμό ο οποίος έχει υιοθετηθεί από το προλεταριάτο των λατινικών χωρών. 
    Εχει ομοίως υιοθετηθεί και θα συνεχίσει να υιοθετείται ακόμα περισσότερο από το κυρίως αντι-πολιτικό συναίσθημα των Σλαβικών λαών.


Κεφάλαιο 2: Η Μαρξιστική Ιδεολογία 


    Η δογματική σχολή των Σοσιαλιστών, ή καλύτερα των Γερμανών Απολυταρχικών Κομμουνιστών, ιδρύθηκε λίγο πρίν το 1848, και προσέφερε, πρέπει να παραδεχτούμε, εξαιρετικές υπηρεσίες στην υπόθεση του προλεταριάτου όχι μόνο στη Γερμανία, αλλά και στην Ευρώπη. Σε αυτούς ανήκει βασικά η μεγάλη ιδέα μιάς Διεθνούς Ένωσης Εργατών και επίσης η πρωτοβουλία για την υλοποίησή της. Στις μέρες μας βρίσκονται στην ηγεσία του Σοσιαλδημοκρατικού Εργατικού Κόμματος της Γερμανίας, που έχει σαν επίσημο όργανό της την εφημερίδα "Volksstaat" [Λαϊκή Δημοκρατία]. 
    Γιά αυτόν τον λόγο είναι μία σχολή απόλυτα αξιοσέβαστη, η οποία μερικές φορές παραταύτα παρουσιάζει ένα πολύ κακό χαρακτήρα κυρίως διότι παίρνει ως βάση των θεωριών της μία αρχή η οποία είναι πολύ σωστή όταν   κανείς την εξετάζει στις πραγματικές της διαστάσεις, δηλαδή από την σχετική της σκοπιά, αλλά τελείως λανθασμένη όταν θεωρείται και καταγράφεται με έναν απόλυτο τρόπο ως το μόνο θεμέλιο και  η πρώτη πηγή όλων των άλλων αρχών. 
    Αυτή η αρχή, που αποτελεί επιπλέον και το κύριο θεμέλιο του επιστημονικού Σοσιαλισμού, αναπτύχθηκε για πρώτη φορά από τον Κάρολο Μάρξ, το βασικό ηγέτη της Γερμανικής Κομμουνιστικής σχολής. Συνιστά  την κύρια ιδέα του "Κομμουνιστικού Μανιφέστου" το οποίο εξέδωσε κάτω από το σύνθημα: "Προλετάριοι όλων των χωρών, ενωθείτε" το 1848 μία Διεθνής Επιτροπή Γερμανών, Γάλλων, Βέλγων και Αγγλων Κομμουνιστών που συνήλθε στο Λονδίνο. Αυτό το μανιφέστο, το οποίο σχεδιάστηκε, όπως όλοι ξέρουν, από τους κυρίους Μάρξ και Ένγκελς, έγινε η βάση όλων των περαιτέρω επιστημονικών εργασιών της σχολής αυτής και  της λαϊκής  προπαγάνδας η οποία ξεκίνησε αργότερα στη Γερμανία από τον Φέρντιναντ Λασσάλ. 
    Αυτή η αρχή είναι το ακριβώς αντίθετο αυτού που πιστεύουν οι Ιδεαλιστές όλων των σχολών. Ενώ οι τελευταίοι συνάγουν όλα τα ιστορικά γεγονότα, συμπεριλαμβανομένης και της ανάπτυξης του υλικού συμφέροντος και των διαφόρων φάσεων της οικονομικής οργάνωσης της κοινωνίας, από την ανάπτυξη των Ιδεών, οι Γερμανοί Κομμουνιστές, αντιθέτως, δε βλέπουν σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, ακόμα και στις πιό ιδεαλιστικές εκδηλώσεις της κοινωνικής αλλά και της ατομικής ζωής του ανθρώπου, σε όλες τις πνευματικές, ηθικές, θρησκευτικές, μεταφυσικές, επιστημονικές, καλλιτεχνικές, πολιτικές, νομοθετικές και κοινωνικές εξελίξεις οι οποίες παρουσιάστηκαν στο παρελθόν και συνεχίζονται να παρουσιάζονται στο παρόν, τίποτα άλλο παρά αντανακλάσεις ή αναγκαίες συνέπειες οικονομικών γεγονότων. Ενώ οι Ιδεαλιστές υποστηρίζουν ότι οι Ιδέες κυριαρχούν στα γεγονότα και ότι τα παράγουν, οι Κομμουνιστές, σε συμφωνία με τον Επιστημονικό Υλισμό υποστηρίζουν, αντιθέτως, ότι τα γεγονότα γεννούν τις ιδέες και ότι αυτές οι τελευταίες δεν είναι τίποτα άλλο παρά οι ιδεώδης έκφραση ήδη τετελεσμένων γεγονότων. Ότι ανάμεσα στα άλλα γεγονότα, τα οικονομικά και τα υλικά είναι αυτά που υπερτερούν, και που συνιστούν την θεμελιώδη βάση, το κύριο θεμέλιο από τα οποία όλα τα  άλλα γεγονότα, πνευματικά και ηθικά, πολιτικά και κοινωνικά, δεν είναι παρά μόνο αναπόφευκτα  παράγωγα. 
    Και εμείς, που είμαστε Υλιστές και Ντετερμινιστές, όπως και ο ίδιος ο Μάρξ, αναγνωρίζουμε τον αναπόφευκτο δεσμό των οικονομικών και των πολιτικών γεγονότων στην Ιστορία. Αναγνωρίζουμε, πράγματι, την αναγκαιότητα, τον αναπόφευκτο χαρακτήρα των γεγονότων που συμβαίνουν, αλλά δεν υποκλινόμαστε μπροστά τους αδιάφορα και πάνω απ? όλα είμαστε πολύ προσεκτικοί να τα επαινέσουμε όταν, εξ? αιτίας της φύσης τους, έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τον ανώτατο σκοπό της Ιστορίας, με το απολύτως ανθρώπινο ιδανικό το οποίο μπορεί να βρεθεί σε διάφορες μορφές, στα ένστικτα, στις φιλοδοξίες των ανθρώπων και  στα θρησκευτικά σύμβολα όλων των εποχών, διότι αυτό το ιδανικό είναι έμφυτο στην ανθρώπινη φυλή, το πιό κοινωνικό είδος από όλα τα είδη ζώων  πάνω στη Γή. Κατ'? αυτόν το τρόπο αυτό το ιδανικό, σήμερα καλύτερα κατανοητό παρά ποτέ, μπορεί να συνοψισθεί στις παρακάτω λέξεις: Είναι ο θρίαμβος της ανθρωπότητας, είναι η κατάκτηση και η επίτευξη της πλήρους ελευθερίας και της πλήρους ανάπτυξης, υλικής, πνευματικής και ηθικής, του κάθε ατόμου, μέσω της απόλυτα ελεύθερης και αυθόρμητης οργάνωσης της οικονομικής και κοινωνικής αλληλεγγύης όσο γίνεται πιό ολοκληρωμένα μεταξύ όλων των ανθρωπίνων όντων που ζουν στη Γή. 
Οτιδήποτε στην Ιστορία που αποδεικνύει τον εαυτό του σύμφωνο με αυτό τον σκοπό, από την ανθρώπινη σκοπιά -και δεν μπορούμε να έχουμε και καμιά άλλη εκτός από αυτή- είναι καλό, οτιδήποτε είναι ενάντιο είναι κακό. Γνωρίζουμε πολύ καλά ότι, σε κάθε περίπτωση, αυτό που καλούμε καλό και κακό είναι πάντα, και το ένα και το άλλο, τα φυσικά αποτελέσματα κάποιων φυσικών αιτιών, και ότι συνεπώς το ένα είναι το ίδιο αναπότρεπτο όπως και το άλλο. Αλλά όπως σε ότι αφορά αυτό που κανονικά ονομάζουμε Φύση, αναγνωρίζουμε πολλές αναγκαιότητες τις οποίες είμαστε πολύ λίγο  διατεθειμένοι να ευλογήσουμε, π.χ. την αναγκαιότητα να πεθάνει κανείς από λύσσα όταν τον δαγκώσει ένα λυσσασμένο σκυλί, κατ'? αυτόν τον τρόπο, στην άμεση συνέχεια της ζωής της Φύσης, η οποία ονομάζεται Ιστορία, αντιμετωπίζουμε πολλές αναγκαιότητες τις οποίες θεωρούμε πολύ περισσότερο  άξιες εξύβρισης παρά ευλογίας και τις οποίες πιστεύουμε ότι πρέπει να στιγματίζουμε με όλη την δύναμη που έχουμε, για το συμφέρον της κοινωνικής και ιδιωτικής μας ηθικής υγείας. Ακόμα κι αν αναγνωρίζουμε ότι από τη στιγμή που αυτά τα γεγονότα έχουν πραγματοποιηθεί, ακόμα και το πιό απεχθές ιστορικό γεγονός έχει αυτό τον αναπότρεπτο χαρακτήρα  που παρατηρούμε σε όλα τα φαινόμενα της Φύσης όπως και της Ιστορίας. 
    Για να ξεκαθαρίσω τη θέση μου θα παραθέσω κάποια παραδείγματα. Όταν μελετώ τις αντίστοιχες κοινωνικές και πολιτικές καταστάσεις τις οποίες οι Ρωμαίοι και οι Έλληνες κληρονόμησαν προς το τέλος της Αρχαιότητας, φθάνω στο συμπέρασμα ότι η κατάκτηση και η καταστροφή από την στρατιωτική και την αστική βαρβαρότητα των Ρωμαίων, του συγκριτικά υψηλότερου επιπέδου ανθρώπινης ελευθερίας της Ελλάδας,  ήταν ένα λογικό, φυσικό και απόλυτα μοιραίο γεγονός. Αλλά αυτό δε με εμποδίζει να πάρω αναδρομικά και πολύ ακλόνητα σε αυτόν το αγώνα, την πλευρά της Ελλάδας ενάντια στη Ρώμη, και πιστεύω ότι η ανθρωπότητα δεν κέρδισε απολύτως τίποτα από τον θρίαμβο των Ρωμαίων. 
    Με τον ίδιο τρόπο, θεωρώ τελείως φυσικό, λογικό και συνεπώς αναπότρεπτο γεγονός, ότι οι Χριστιανοί έπρεπε να καταστρέψουν με ιερή μανία όλες τις βιβλιοθήκες των Ειδωλολατρών, όλους τους θησαυρούς της Τέχνης, και την αρχαία φιλοσοφία και επιστήμη. Αλλά είναι τελείως αδύνατον για μένα να συλλάβω τα πλεονεκτήματα που προκύπτουν από αυτή την ενέργεια για την πολιτική και κοινωνική μας ανάπτυξη. Τείνω μάλλον να πιστεύω ότι πέρα από αυτή την μοιραία διαδικασία του οικονομικού γεγονότος, στην οποία, αν κανείς πιστέψει τον Μάρξ, πρέπει να αναζητηθεί (απορρίπτοντας κάθε άλλη σκέψη) η μόνη αιτία όλων των πνευματικών και ηθικών ενεργειών που παράγονται στην Ιστορία -λέω, λοιπόν, ότι τείνω σφόδρα να πιστεύω ότι αυτή η πράξη ιερής βαρβαρότητας, ή καλύτερα αυτή η μακρυά αλληλουχία πράξεων βαρβαρότητας και τα εγκλήματα τα οποία οι πρώτοι Χριστιανοί, θεϊκά εμπνεώμενοι, διέπραξαν ενάντια στο ανθρώπινο πνεύμα ήταν μία από τις κύριες αιτίες του πνευματικού και ηθικού ξεπεσμού, και κατά συνέπεια  του πολιτικού και κοινωνικού εξανδραποδισμού που χαρακτήρισαν τους τόσο ολέθριους αιώνες  που ονομάζουμε Μεσαίωνα. Να είστε σίγουροι ότι, εάν οι πρώτοι Χριστιανοί δεν είχαν καταστρέψει τις βιβλιοθήκες, τα Μουσεία και τους Ναούς της αρχαιότητας, δεν θα ήμασταν σήμερα καταδικασμένοι να πολεμούμε αυτό το πλήθος των τρομερών και επονείδιστων παραλογισμών, οι οποίοι ακόμη γεμίζουν το μυαλό των ανθρώπων, σε τέτοιο βαθμό, έτσι ώστε να αμφιβάλλουμε μερικές φορές για την πιθανότητα ενός πιό ανθρώπινου μέλλοντος. 
    Συνεχίζοντας την ίδια σειρά διαμαρτυριών εναντίων γεγονότων που συνέβησαν στην Ιστορία και των οποίων συνεπώς και εγώ αναγνωρίζω τον αναπ1ότρεπτο χαρακτήρα, σταματώ μπροστά στο μεγαλείο της Ιταλικής Δημοκρατίας και μπροστά στην εκθαμβωτική επαγρύπνηση της ανθρώπινης ευφιίας στην εποχή της Αναγέννησης. Τότε βλέπω να πλησιάζουν οι δύο κακοί δαίμονες, τόσο αρχαίοι όσο και η ίδια η Ιστορία, οι δύο βόες οι οποίοι ως τώρα έχουν καταβροχθίσει οτιδήποτε ανθρώπινο και όμορφο η Ιστορία παρήγαγε. Ονομάζονται Εκκλησία και Κράτος, Παπισμός και Αυτοκρατορία. Αιώνια κακά και αξεχώριστοι σύμμαχοι, δείτε τους να συμφιλιώνονται, να αγκαλιάζει ο ένας τον άλλον και μαζί να καταβροχθίζουν και να πνίγνουν και να διαλύουν την άτυχη και πανέμορφη Ιταλία, να την καταδικάζουν σε τρεις αιώνες θανάτου. Λοιπόν, για άλλη μια φορά τα βρίσκω όλα αυτά πολύ φυσικά, λογικά, αναπότρεπτα, αλλά παρόλ? αυτά αποτρόπαια, και καταριέμαι και τον Πάπα και τον Αυτοκράτορα την ίδια στιγμή. 
    Αλλά ας συνεχίσουμε στη Γαλλία. Μετά από έναν αιώνα αγώνων, ο Καθολικισμός, υποστηριζόμενος από το Κράτος, τελικά θριάμβευσε εκεί πέρα ενάντια στον Προτεσταντισμό. Λοιπόν, μήπως δε συναντώ ακόμα στη Γαλλία μερικούς πολιτικούς και ιστορικούς της μοιρολατρικής σχολής οι οποίοι, καλώντας τους εαυτούς τους Επαναστάτες, θεωρούν αυτή τη νίκη του Καθολικισμού -μία αιματηρή και απάνθρωπη νίκη, εάν μπορούμε να μιλήσουμε για νίκη- σαν ένα γνήσιο θρίαμβο της Επανάστασης; Υποστηρίζουν ότι ο Καθολικισμός ήταν τότε το Κράτος, η δημοκρατία ενώ ο Προτεσταντισμός αντιπροσώπευε την ανταρσία της αριστοκρατίας ενάντια στο Κράτος και συνεπώς ενάντια στη δημοκρατία. Με τέτοιες σοφιστίες σαν και αυτές, -τελείως όμοιες με τους Μαρξιστικούς σοφισμούς, οι οποίοι επίσης θεωρούν τους θριάμβους του Κράτους σαν θριάμβους της Σοσιαλδημοκρατίας- με αυτές τις ανοησίες, τόσο αηδιαστικές όσο και απεχθής, είναι που το μυαλό και η ηθική αίσθηση του κόσμου διαστρέφεται, συνηθίζοντάς τον να θεωρεί τους αιμοσταγείς εκμεταλλευτές του, τους προαιώνιους εχθρούς του, τους τυράννους του, τα αφεντικά και τους υπηρέτες του Κράτους, ως όργανα, αντιπροσώπους, ήρωες, αφοσιωμένους υπηρέτες της χειραφέτησής του. 
    Είναι χίλιες φορές σωστότερο να πει κανείς ότι ο Προτεσταντισμός τότε, όχι ως μια Καλβινική θεολογία, αλλά ως ενεργητική και ένοπλη διαμαρτυρία, αντιπροσώπευε την εξέγερση, την ελευθερία, την ανθρωπία, την καταστροφή τους Κράτους. Ενώ ο Καθολικισμός ήταν η δημόσια τάξη, η εξουσία, ο θεϊκός νόμος, η σωτηρία του Κράτους από την Εκκλησία και της Εκκλησίας από το Κράτος, η καταδίκη της ανθρώπινης κοινωνίας σε μία απεριόριστη και ατελείωτη σκλαβιά. 
    Ενώ αναγνωρίζω το αναπόφευκτο της τετελεσμένης ενέργειας, δεν διστάζω να λέω ότι ο θρίαμβος του Καθολικισμού στη Γαλλία τον 16ο και 17ο αιώνα ήταν μία μεγάλη ατυχία για όλη το ανθρώπινο είδος, και ότι η σφαγή του Αγίου Βαρθολομαίου, καθώς και η Ανάκληση του Διατάγματος της Νάντης,  ήταν γεγονότα τόσο καταστροφικά για τη Γαλλία όσο ήταν πρόσφατα η ήττα και η σφαγή του Παρισινού λαού της Κομμούνας. Άκουσα μάλιστα πολύ έξυπνους και πολύ ευυπόληπτους Γάλλους να εξηγούν αυτή την ήττα του Προτεσταντισμού στη Γαλλία με την βασικά επαναστατική φύση του Γαλλικού λαού. "Ο Προτεσταντισμός", έλεγαν, "ήταν μονάχα  μισή επανάσταση. Χρειαζόμασταν μία ολοκληρωμένη επανάσταση. Για αυτό το λόγο το Γαλλικό έθνος δεν θέλησε, και δεν ήταν ικανό να σταματήσει στη Μεταρρύθμιση. Προτίμησε να παραμείνει Καθολικό ως τη στιγμή όπου θα μπορούσε να διακηρύξει τον Αθεϊσμό. Και για αυτό το λόγο ανέχθηκε με τέτοια τέλεια και Χριστιανική καρτερικότητα τόσο τις φρικαλεότητες του Αγίου Βαρθολομαίου όσο και αυτές, που δεν ήταν λιγότερο απεχθείς, των εκτελεστών της Ανάκλησης του Διατάγματος της Νάντης." 
    Αυτοί οι αξιοσέβαστοι πατριώτες μοιάζουν να μην ενδιαφέρονται για ένα πράγμα. Είναι το ότι ένας λαός, ο οποίος κάτω από ένα οποιοδήποτε πρόσχημα μπορεί να υποφέρει την τυραννία, αναγκαία χάνει τελικά τη σωτήρια συνήθεια της εξέγερσης ακόμη και το ίδιο το ένστικτο της εξέγερσης. Χάνει την ευαισθησία για την ελευθερία, και όταν ένας λαός έχει χάσει όλα αυτά, αναγκαστικά γίνεται, όχι μόνο από τις εξωτερικές συνθήκες, αλλά στο εσωτερικό του, στην ίδια την ουσία του εαυτού του, ένας λαός σκλάβων. Εξ αιτίας του γεγονότος ότι ηττήθηκε ο Προτεσταντισμός στη Γαλλία ο Γαλλικός λαός έχασε, ή μάλλον, ποτέ δεν απέκτησε, την συνήθεια της ελευθερίας. Επειδή αυτή η παράδοση και αυτό το "έθιμο"  λείπουν απ? αυτόν, γι? αυτό το λόγο δεν έχει σήμερα αυτό που αποκαλούμε πολιτική συνείδηση και επειδή του λείπει η συνείδηση όλες οι εξεγέρσεις που έχει κάνει ως τώρα δεν κατάφεραν να του δώσουν ή να του εξασφαλίσουν την πολιτική ελευθερία. Με εξαίρεση τις μεγαλειώδεις επαναστατικές μέρες, οι οποίες είναι οι μέρες που γιορτάζει , ο Γαλλικός λαός παραμένει σήμερα όπως χτές, ένας λαός σκλάβων. 
  


Μιχαήλ Μπακούνιν

Για τον Μαρξ και τον Φρόυντ [Λ.Αλτουσέρ]


Για τον Μαρξ και τον Φρόυντ*
του Λουί Αλτουσέρ
μετάφραση Χρ. Γιαννούλη και Δ. Δημούλης
Σήμερα, όλοι είναι σε μεγάλο βαθμό σύμφωνοι, (παρ' όλες τις άκρως ενδεικτικές αντιστάσεις, τα αίτια των οποίων θα έπρεπε να εξετασθούν), ότι στους κόλπους των «κοινωνικών επιστημών» ή «επιστημών του ανθρώπου» έγιναν δύο πρωτοφανείς, απολύτως απρόβλεπτες ανακαλύψεις που αναστάτωσαν το σύμπαν των πολιτιστικών αξιών της «κλασικής εποχής», της εποχής ανόδου της αστικής τάξης και σταθεροποίησης της στην εξουσία (1βος ως 19ος αιώνας). Οι ανακαλύψεις αυτές είναι ο ιστορικός υλισμός ή η θεωρία των όρων, μορφών και αποτελεσμάτων της ταξικής πάλης  - το έργο του Μαρξ - και η ανακάλυψη του ασυνείδητου, το έργο του Φρόυντ. Πριν τον Μαρξ και τον Φρόυντ ο πολιτισμός στηριζόταν στην ποικιλία των φυσικών επιστημών  - που συμπληρωνόταν από ιδεολογίες ή φιλοσοφίες της ιστορίας, της κοινωνίας και του «ανθρώπινου υποκειμένου». Με τον Μαρξ και τον Φρόυντ κάποιες επιστημονικές θεωρίες αρχίζουν ξαφνικά να καταλαμβάνουν «περιοχές» που μέχρι τότε ανήκαν αποκλειστικά σε θεωρητικούς σχηματισμούς της αστικής ιδεολογίας (πολιτική οικονομία, κοινωνιολογία, ψυχολογία), ή μάλλον καταλαμβάνουν στο εσωτερικό αυτών των περιοχών αναπάντεχες και ιδιόμορφες θέσεις.

Οι κομμουνιστικές καταβολές του αναρχισμού


* Το κείμενο αυτό της Adriana Dada δημοσιεύτηκε αρχικά στα ιταλικά στο παλιό  περιοδικό της FdCA (της ιταλικής Ομοσπονδίας Κομμουνιστών Αναρχικών) «Comunismo Libertario» («Ελευθεριακός Κομμουνισμός»), τεύχος 6, Απρίλης 1992, σελίδες 32-33. Η παρούσα μετάφραση έγινε από το αγγλικό κείμενο, που το βρήκαμε στην ιστοσελίδα της NEFAC (Βορειοανατολική Ομοσπονδία Αναρχικών Κομμουνιστών, η οποία καλύπτει γεωγραφικά τις βόρειες ΗΠΑ και τον Καναδά. Η ιστοσελίδα της FdCA είναι η www.fdca.it και η ιστοσελίδα της NEFAc είναι η www.nefac.net

Οι κομμουνιστικές καταβολές του αναρχισμού
Η αναρχική κομμουνιστική θεωρία και στρατηγική και η αντι-οργανωτική παρέκκλιση
Της Adriana Dada 


Ο αναρχισμός ορίστηκε ως αντιεξουσιαστικός κομμουνισμός κατά την περίοδο της Α’ Διεθνούς, όταν ο Μπακούνιν και η πλειοψηφία των τμημάτων-μελών της οργάνωσης έθεσαν τα θεμέλια της αναρχικής κομμουνιστικής θεωρίας - τον οργανωτικό δυϊσμό, δηλαδή τον ρόλο των μαζών ως την μόνη επαναστατική δύναμη και τον ρόλο της συνειδητής μειοψηφίας ως τον «αφανή οδηγό» που εισέρχεται στην μαζική οργάνωση, την Διεθνή Ένωση Εργαζομένων και την αναρχία ως την ουτοπιστική διεύθυνση μιας ελευθεριακής κοινωνίας ισότητας την οποία και επιζητούμε. 
Ο Κάρλο Καφιέρο συνόψισε τον καταφανή κομμουνιστικό χαρακτήρα του αναρχισμού ως ακολούθως: «δεν είναι αρκετό να δηλώσουμε ότι ο κομμουνισμός είναι κάτι που μπορεί να πραγματοποιηθεί. Ούτε μπορεί κάποιος να είναι κομμουνιστής. Πρέπει να είναι, ακόμα κι αν υπάρχει κίνδυνος να αποτύχει η επανάσταση»... «όταν ονομαστήκαμε κάποτε «κολεκτιβιστές» για να ξεχωρίσουμε από τους ατομικιστές και από τους εξουσιαστές κομμουνιστές, βασικά ήμασταν αντιεξουσιαστές κομμουνιστές και ονομάζοντας τους εαυτούς μας «κολεκτιβιστές» νομίζαμε ότι θα μπορούσαμε να εκφράσουμε την αντίληψή μας ότι κάθε τι πρέπει να είναι κοινό, χωρίς να υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα στα μέσα και στις πηγές της εργασίας και της παραγωγής της συλλογικής εργασίας»... «Δεν μπορεί να είναι κάποιος αναρχικός χωρίς να είναι κομμουνιστής»... «Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές, επειδή στον κομμουνισμό μπορεί να επιτευχθεί η πραγματική ισότητα»... »Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές επειδή ο λαός που δεν καταλαβαίνει τα κολεκτιβιστικά σοφίσματα, καταλαβαίνει τον κομμουνισμό θαυμάσια»... «Πρέπει να είμαστε κομμουνιστές, επειδή είμαστε αναρχικοί, επειδή αναρχία και κομμουνισμός είναι οι δύο απαραίτητοι όροι της επανάστασης» (1). 
Ενώ ο αναρχισμός γεννήθηκε αναμφισβήτητα κομμουνιστικός, είναι αλήθεια ότι η 
ποινικοποίηση της Διεθνούς από τις κυβερνήσεις της εκείνης της περιόδου οδήγησε 
σε παρεκκλίσεις της Μπακουνικής θεωρίας, παρεκκλίσεις οι οποίες άφησαν τα 
σημάδια τους στην ιστορία του αναρχικού κινήματος, πάνω απ’ όλα στο Ιταλικό 
κίνημα. 
Μαζί με την «προπαγάνδα με το παράδειγμα» (propaganda be the deed) - που ήταν 
μια προσπάθεια να ωθήσει τις μάζες σε εξέγερση και είχε ως αποτέλεσμα να τις 
αναπληρώσει - ένα άλλο ρεύμα που αναπτύχθηκε και ανατράφηκε ήταν το 
αντι-οργανωτικό ρεύμα, το οποίο, κατά κάποιο τρόπο, είχε τις ρίζες του στις 
θεωρίες του Κροπότκιν. Στην πραγματικότητα, στην αναρχο-κομμουνιστική θεωρία του 
Κροπότκιν, ο στόχος της επαναστατικής δράσης είναι πάντα μια κοινωνία όπου «ο 
καθένας δίνει ανάλογα με τις ικανότητές του και ο καθένας παίρνει ανάλογα με τις 
ανάγκες του», με άλλα λόγια, κομμουνισμός. Αλλά ο κομμουνισμός αυτός 
αντιλαμβάνεται ως μια φυσιολογικά αρμονική κατάσταση στην οποία μπορεί να 
στραφεί η ανθρωπότητα, ως αποτέλεσμα δύο παράλληλων υποθέσεων: της έμφυτης 
φυσιολογικής αλληλεγγύης του Ανθρώπου και της ιδέας της βασικής καλοσύνης της 
ανθρώπινης ψυχής που οδηγεί στην προτίμηση για κάθε μορφή αυθόρμητου. Παραπέρα, 
από την στιγμή που απελευθερωθεί από την καπιταλιστική κυριαρχία, η επιστημονική 
πρόοδος (την οποία η καπιταλιστική κυριαρχία χρησιμοποιεί για να κρατά μακριά 
τον Άνθρωπο από την φύση) θα είναι ο πιθανός παράγοντας της διαμόρφωσης του 
κομμουνισμού. 
Καθώς ο κομμουνισμός είναι το αναπόφευκτο αποτέλεσμα της ανθρώπινης ιστορίας, 
υπό την προϋπόθεση ότι έχει επεκταθεί αυθόρμητα ως αποτέλεσμα ορισμένων 
αναπόφευκτων παραγόντων, όπως οι κλίσεις του Ανθρώπου και οι νόμοι της φύσης, 
υπάρχει μια συνολική απουσία στον Κροπότκιν κάθε ίχνους πολιτικής στρατηγικής. 
Πάντως, για τον Κροπότκιν και τους μιμητές του, κάθε μορφή οργάνωσης, πολιτική ή 
συνδικαλιστική, πρέπει να απορριφθεί ως τρόπος για να τεθεί σε ένα κανάλι το 
αυθόρμητο το οποίο ουσιαστικά είναι καλό και αυτόματα οδηγεί στον κομμουνισμό. 
Για τους αναρχικούς κομμουνιστές, από την άλλη πλευρά, η οργάνωση είναι 
απαραίτητη για τους αγώνες μας και εγγύηση για το επαναστατικό αποτέλεσμα αυτών 
των αγώνων. 
Για τους αναρχο-κομμουνιστές, η οργάνωση είναι ένα «αστικό» φαινόμενο, το οποίο, 
με το να συμπυκνώνει τον αυθορμητισμό, μας φέρνει πέρα από το τελικό αποτέλεσμα 
και εμποδίζει την ανάπτυξη της καλοσύνης της ανθρώπινης φύσης και την τάση της 
προς μια θετική αυτο-οργάνωση. Καθώς το σπουδαιότερο πράγμα είναι η γνησιότητα 
της θεωρίας όσον αφορά το αρμονικό της όραμα για τον κόσμο, με άλλα λόγια ο 
στόχος τον οποίο ο Άνθρωπος επιθυμεί να πετύχει, η ταξική πάλη είναι περισσότερο 
ένα εργαλείο που χρησιμοποιείται για να επιτευχθεί αυτός ο στόχος. Κατ’ αυτόν 
τον τρόπο, ο αναρχο-κομμουνισμός απέχει από το ιστορικό μονοπάτι του αναρχικού 
κομμουνισμού (που κατανοείται ως θεωρία για την χειραφέτηση των καταπιεσμένων 
τάξεων και γι’ αυτό συνδέεται αξεχώριστα με την ταξική πάλη) και γίνεται, 
αντίθετα, μια θεωρία, η οποία ισχύει για τον καθέναν. Αυτό οδηγεί σε μια 
απόρριψη της ταξικής πάλης, η οποία εκλαμβάνεται ως μια θεωρία που περιορίζεται 
στο να ισχύει για πάντα, τη οποία βασίζεται στην φιλοδοξία της προσωπικής 
ελευθερίας κάθε ανθρώπου, μια προφορά που τοποθετείται μόνο στις σχέσεις μεταξύ 
των ανθρώπων. 
Τότε ξανά αυτοί οι οποίοι βλέπουν την ταξική πάλη μόνο ως ένα χρήσιμο εργαλείο 
για την χειραφέτηση απογοητεύονται από την βραδύτητα και την ασυνέχεια με την 
οποία ανταποκρίνεται το εργατικό κίνημα στην έκκληση για κοινωνική δικαιοσύνη, 
για τη διαρκή ανάγκη να κερδίσουν μέρα με την μέρα καλύτερες συνθήκες διαβίωσης 
μέσα σ’ αυτή την κοινωνία. Οι αναρχο-κομμουνιστές αυτού του είδους, είναι, γι’ 
αυτό, επιρρεπείς σε μια βαθιά δυσπιστία προς τις, αναπόφευκτα, ρεφορμιστικές 
μάζες, οι οποίες επηρεάζονται από τον οικονομισμό και είναι ανίκανες για 
ευρύτερα πλεονεκτήματα. Από τη βάση αυτή προέρχονται δύο μορφές πολιτικής 
συμπεριφοράς. οι οποίες είναι πολύ κοντά μεταξύ τους και συχνά ανακατεύονται, 
αλλά οι οποίες, πάντως, αντιπροσωπεύουν έναν εκφυλισμό των αρχών του αναρχικού 
κομμουνισμού. 
Στην πρώτη περίπτωση, το μόνο αποτέλεσμα είναι η αδιάκριτη ιδεολογική προπαγάνδα 
η σχεδιασμένη να κερδίσει περισσότερο κόσμο στις τάξεις μιας θεωρίας, ένα είδος 
εκπαίδευσης με το οποίο προσδοκάται ότι οι άνθρωποι αργά ή γρήγορα θα καταλάβουν 
την εγγενή ομορφιά του ιδανικού. 
Στην δεύτερη περίπτωση, η δράση των επαναστατών αντικαθιστά αυτή των μαζών, 
πιστεύοντας ότι αυτή η ηρωική δράση θα ανάψει την σπίθα της αυθόρμητης εξέγερσης 
και ότι κάθε δράση, ακόμα και αυτή που δεν αποτελεί μέρος της σχεδιασμένης 
στρατηγικής, μπορεί να οδηγήσει σε ένα περαιτέρω στάδιο προς έναν αρμονικό 
κομμουνισμό, απλώς επειδή είναι συνδεδεμένη με τους στόχους και την συνείδηση 
των επαναστατών. Εάν η επανάσταση πρέπει να είναι ένοπλη και να καταστρέψει το 
Κράτος, το οποίο εκλαμβάνεται ως το κέντρο της καταπίεσης, τότε αντικειμενικά οι 
επαναστάτες πρέπει να αναλάβουν ένοπλη δράση ενάντια στο Κράτος τώρα. Ως 
επακόλουθο, η δεύτερη αυτή παράδοση και ιστορικά περιπλέκεται σε περιπετειώδεις 
πρακτικές, οι οποίες δεν αποκλείουν απαραίτητα την πιθανότητα της τρομοκρατίας 
και συνδέεται και με τους προπαγανδιστές της ατομικής δράσης, οι οποίοι, όμως, 
δεν έχουν και την απάντηση σε κάθε είδος μαζικής οργάνωσης. 
Αρχίζοντας από αυτές τις βάσεις, οι αναρχο-κομμουνιστές επιφορτίζονται, ως 
συνειδητοί επαναστάτες, με το καθήκον να σπάσουν τα δεσμά της ανθρωπότητας, 
χωρίς να ενοχλούνται για την διαδικασία της προλεταριακής διάθεσης για γνώση, με 
την πεποίθηση ότι η πτώση του Κράτους θα προκαλέσει (με καμιά προηγούμενη 
προετοιμασία) την αυθόρμητη επιβίβαση της απελευθερωμένης ανθρωπότητας στο όχημα 
για τον κομμουνισμό. 
Μετά την παρακμή του αναρχισμού στα τέλη του 19ου αιώνα, σε μια περίοδο 
περιθωριοποίησης με τις τρομοκρατικές πράξεις, ο αναρχισμός ανακάλυψε ξανά την 
μαζική του βάση, σε μια σειρά χώρες, διαμέσου του αναρχο-συνδικαλισμού, δηλαδή 
σε εκείνες τις εργατικές οργανώσεις, οι οποίες έφεραν σιγά-σιγά τον αναρχισμό 
πίσω στις κομμουνιστικές ρου ρίζες. Και δεν ήταν ευκαιριακές οι ισχυρές 
αναρχοσυνδικαλιστικές οργανώσεις (όπως η UGT στην Γαλλία, η FOR A στην 
Αργεντινή, η CNT στην Ισπανία και η USI στην Ιταλία, για να απαριθμήσουμε 
μερικές γνωστότατες από αυτές) οι οποίες πλαισιώθηκαν από αποφασιστικές 
αναρχικές κομμουνιστικές οργανώσεις όπως η Ομοσπονδία Επαναστατών Κομμουνιστών 
στην Γαλλία, η Αναρχική Ομοσπονδία Ιβηρικής στην Ισπανία και η Ένωση 
Κομμουνιστών Αναρχικών (η οποία αργότερα έγινε Αναρχική Ιταλική Ένωση) στην 
Ιταλία. 
Ας προσπαθήσουμε να κάνουμε μια περίληψη των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων του 
αναρχικού κομμουνισμού, τα οποία ακόμα και σήμερα μας διακρίνουν από τις άλλες 
τάσεις του αναρχισμού. 
Αναφερόμενοι στην θεωρία του Μπακούνιν, ο αναρχικός κομμουνισμός διακρίνεται 
ξεκάθαρα ανάμεσα στο ταξικό πολιτικό κίνημα (την επαναστατική μειοψηφία) και στο 
ταξικό οικονομικό κίνημα (την μαζική οργάνωση). 
Η πρώτη οργανώνει όλους εκείνους τους μαχητές σε μια μαζική οργάνωση και οι 
οποίοι έχουν την ίδια θεωρία, την ίδια πολιτική στρατηγική και μια πολύ καλά 
αρθρωμένη και ομοιογενή τακτική. Το καθήκον αυτής της οργάνωσης είναι να δράσει 
ως μια «αποθήκη» της ταξικής μνήμης, από την μια και να επεξεργαστεί, από την 
άλλη, μια κοινή στρατηγική, με την οποία οι διάφορες στιγμές του αγώνα θα 
ενωθούν μέσα στα πλαίσια του ταξικού κινήματος, ενώ θα αποτελέσει έναν ωθητικό 
οδηγό γι’ αυτό. Ο Μπακούνιν, στο γράμμα του προς τους Ιταλούς συντρόφους, 
έγραφε: «εάν ο καθένας σας δρα σε απομόνωση, μόνο με τις δικές σας πρωτοβουλίες, 
σίγουρα θα παραμείνετε αδύναμοι. Ενωμένοι, οργανώνοντας τις δυνάμεις σας, άσχετα 
με το πόσο ελάχιστες είναι, μπορείτε να κάνετε μια αρχή, μέσα σε μια και μόνη 
συλλογική δράση, εμπνεόμενη από την ίδια ιδέα, τον ίδιο στόχο, την ίδια θέση, 
τότε θα είστε ορατοί». (2). 
Από την άλλη πλευρά, η μαζική οργάνωση είναι εκείνη την οποία μπορεί να 
χρησιμοποιεί το προλεταριάτο για να προστατεύει τα δικαιώματά του και γι’ αυτό η 
οργάνωση αυτή είναι ετερόκλιτη, η οποία έχει ως στόχο της την χειραφέτηση της 
εργατικής τάξης διαμέσου της άμεσης δράσης, της αυτο-οργάνωσης και της οποίας η 
δράση είναι συνεχής. Ο στόχος της πραγματικά αυτόνομης δράσης είναι η 
απαλλοτρίωση του κεφαλαίου από τους ενωμένους εργάτες, δηλαδή η επιστροφή στους 
παραγωγούς και τους συνδέσμους τους όλων αυτών που παράγονται από την εργασία 
της εργατικής τάξης ανά τους αιώνες. Ο άμεσος στόχος είναι η συνέχιση της 
ανάπτυξης του πνεύματος της αλληλεγγύης ανάμεσα στους εργάτες και η αντίσταση 
ενάντια στους καταπιεστές, το να παραμένει το προλεταριάτο σε μια συνεχή δράση 
με διάφορες μορφές και το να κατακτά εδώ και τώρα κάθε ελευθερία και πλούτο που 
μπορεί να αποσπαστεί από τον καπιταλισμό, άσχετα από το πόσο μικρό κι αν είναι. 
Ακόμα και από τον πρώτο-πρώτο ορισμό του ρόλου της πολιτικής οργάνωσης και, 
επίσης, αυτού της μαζικής οργάνωσης, είναι φανερό ότι το καθήκον της αναρχικής 
κομμουνιστικής οργάνωσης δεν είναι κάτι τέτοιο όπως αυτό μιας λενινιστικής 
οργάνωσης. Η πολιτική αυτή οργάνωση δεν αναγνωρίζεται ανάμεσα στο μαζικό κίνημα 
ως ένα επίσημο όργανο. Δεν είναι και δεν πρέπει να είναι μια επίσημη και 
θεσμοθετημένη ηγεσία, η οποία επιβάλλει τις δικές της απόψεις της και προσδοκά 
να είναι αυτή ο αντιπρόσωπος των «πραγματικών» ταξικών ενδιαφερόντων, στο στυλ 
των λενινιστών. Απλώς είναι ένας χώρος διαλόγου και επεξεργασίας, όπου οι 
πολιτικά ομοιογενείς σύντροφοι προετοιμάζονται και οριστικοποιούν τη δράση τους 
και τις προτάσεις όσον αφορά την ανάλυση και την ιδεολογία τους, χωρίς να 
περιμένουν πότε αυτές θα γίνουν δεκτές από το μαζικό κίνημα. Είναι απλώς ο χώρος 
όπου πολιτικά συγγενείς σύντροφοι μπορούν να συζητήσουν ο ένας με τον άλλον, να 
προετοιμάσουν και να θέσουν τους στόχους της δράσης τους καθώς και τις προτάσεις 
τους, οι οποίες πρέπει να είναι συνεκτικές. 
Γι’ αυτό η αναρχική κομμουνιστική θεωρία προσδίδει στην πολιτική οργάνωση έναν 
ακριβή ρόλο, αυτόν της «μηχανής» της επαναστατικής διαδικασίας και παίζει το 
ρόλο του μοναδικού επαναστατικού αντιπροσώπου των μαζών. Με βάση αυτή την 
αντίληψη όσον αφορά το ρόλο της οργάνωσης είναι που πρέπει να ειδωθεί η διαφορά 
των προτεραιοτήτων από τους μαρξιστές, από την μια πλευρά, αλλά επίσης και από 
τις διάφορες παρεκκλίσεις του αναρχικού κομμουνισμού. 


Σημειώσεις 
1. Cafiero C., Anarchia e comunismo. Περίληψη ομιλίας του Κάρλο Καφιέρο στο 
Συνέδριο της Ομοσπονδίας του Ιούρα. (Στο A. Dada, L’ anarchismo in Italia: fra 
movimentro e partito, Milan 1984, p. 187-190). 
2. Το ντοκουμέντο αυτό δημοσιεύτηκε από τον Μπακούνιν με την μορφή επιστολής 
στον Celso Ceretti και αναδημοσιεύτηκε στο παραπάνω βιβλίο της A. Dada, op. 
Cit., p. 152-165. 


Δευτέρα, 9 Ιουλίου 2012

ΓΙΑ ΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΣΤΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗ ΜΕΤΑΛΕΥΤΙΚΗ


Η ΑΥΤΟΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ ΕΙΝΑΙ Η ΑΡΧΗ
ΓΙΑ ΜΙΑ ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗ!

Η διοίκηση της ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΛΛΕΥΤΙΚΗΣ, η οποία είναι θυγατρική του ομίλου ΦΙΛΚΕΡΑΜ &JOHNSON, έχει εγκαταλείψει το εργοστάσιο από τον Μάιο του 2011, και μαζί τους εργαζόμενους σε αυτό. Ως απάντηση οι εργάτες του εργοστασίου, διεκδικώντας να πληρωθούν τα δεδουλευμένα και να μην χαθούν οι θέσεις εργασίας, είναι σε επίσχεση από το Σεπτέμβριο του 2011. Το Σωματείο Εργαζομένων Βιομηχανικής Μεταλλευτικής έχει οργανώσει 40 εργάτες, όλοι εκ των οποίων είναι ως και σήμερα, ένα χρόνο μετά την διακοπή λειτουργίας του εργοστασίου, δραστήριοι, κρατώντας βάρδιες στο εργοστάσιο, ώστε να μην μετακινηθεί από τη διοίκηση ή κλαπεί ο εξοπλισμός και συμμετέχοντας στις γενικές συνελεύσεις.

Η πρόταση του Σωματείου για να λυθεί το αδιέξοδο, καθώς η διοίκηση έχει δηλώσει ότι το εργοστάσιο δεν θα επαναλειτουργήσει λόγω έλλειψης κεφαλαίων, είναι να περάσει σε καθεστώς αυτοδιαχείρισης, πρόταση που υπερψηφίστηκε από το 98% των εργαζομένων στη Γενική Συνέλευση. Συγκεκριμένα ζητούν να έρθει το εργοστάσιο στα χέρια των εργατών και να παραιτηθούν, χωρίς καμία απαίτηση από την μελλοντική εργατική αυτοδιαχείριση, όλα τα μέλη της διοίκησης και οι υπάλληλοι που συμμετείχαν στο ΔΣ.

Όσο αφορά το αρχικό κεφάλαιο, που είναι απαραίτητο για τη λειτουργία του εργοστασίου, η πρόταση των εργαζομένων είναι να δοθούν προκαταβολικά από τον ΟΑΕΔ τα ποσά που ούτως ή άλλως δικαιούνται.

Τέλος, οι εργάτες της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής διεκδικούν την δημιουργία νομοθεσίας για τη λειτουργία συνεταιριστικών επιχειρήσεων, ώστε να είναι κατοχυρωμένο νομικά τόσο το δικό τους όσο και ανάλογα μελλοντικά εγχειρήματα.

Εμείς, στον αγώνα των εργατών της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής, πέραν της αυτονόητης αξίας που βλέπουμε σε κάθε εργατικό αγώνα και κάθε εργατική διεκδίκηση, αναγνωρίζουμε μία πρόσθετη αξία, η οποία έγκειται ακριβώς σε αυτή την πρόταση αυτοδιαχείρισης. Θεωρούμε ότι η κατάληψη και επαναλειτουργία των εργοστασίων και των επιχειρήσεων από τους εργάτες είναι η μόνο ρεαλιστική εναλλακτική πρόταση απέναντι στην διαρκώς εντεινόμενη εκμετάλλευση της εργατικής τάξης. Η αυτοδιαχείριση των εργοστασίων που κλείνουν είναι η μόνη που έχει τη δύναμη να κινητοποιήσει την εργατική τάξη, η οποία, ζώντας διαρκώς υπό τον φόβο της ανεργίας, δεν βλέπει τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αντισταθεί.

Γνωρίζουμε ότι οι δυσκολίες που θα αντιμετωπίσουμε στον αγώνα για αυτοδιαχείριση του εργοστασίου θα είναι πολλές, αφού κράτος και κεφάλαιο θα είναι λυσσαλέα ενάντιά του, καθώς η πιθανή νίκη του θα αφήσει προηγούμενο και παράδειγμα για κάθε άλλο αγώνα στην χώρα. Όμως το ερώτημα σε ποιου τα χέρια βρίσκεται η παραγωγή ανάγεται σήμερα σε ζήτημα ζωής και θανάτου για την εργατική τάξη που ωθείται στην εξαθλίωση. Γι' αυτό οι εργατικοί αγώνες που προσανατολίζονται προς αυτή την κατεύθυνση αλλά και οι δυνάμεις που στέκονται αλληλέγγυες σ' αυτούς τους αγώνες θα πρέπει να είναι έτοιμοι να συγκρουστούν με κράτος και εργοδοσία προκειμένου να πραγματοποιήσουν την κατάληψη των μέσων παραγωγής και την εργατική αυτοδιαχείριση.

Καλούμε κάθε σωματείο, οργάνωση, παράταξη και εργαζόμενο να σταθεί αλληλέγγυος/α στον αγώνα των εργατών της Βιομηχανικής Μεταλλευτικής και να βοηθήσει ενεργά τους εργάτες, οικονομικά και πολιτικά .


ΑΝΟΙΧΤΗ ΣΥΝΕΛΕΥΣΗ: ΤΕΤΑΡΤΗ 11/7/2012, ΣΤΙΣ 18:00 
ΣΤΟ ΕΡΓΑΤΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ.


Κίνηση Εργατικής Χειραφέτησης και Αυτοοργάνωσης

Σάββατο, 7 Ιουλίου 2012

Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι 14/7/1896-20/11/1936

Μπουεναβεντούρα Ντουρρούτι 14/7/1896-20/11/1936

«Εχθρός μας είναι όποιος αντιτίθεται στις κατακτήσεις της επανάστασης»
Στις 7 Ιανουαρίου του 1921, ένας νεαρός μηχανικός των σιδηροδρόμων, ονόματι Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι, εγγραφόταν στους καταλόγους των μελών της αναρχοσυνδικαλιστικής Εθνικής Συνομοσπονδίας Εργασίας της Ισπανίας, της θρυλικής Confederacion Nacional del Trabajo (CNT). Δεκαπέντε χρόνια μετά, θα σκοτωνόταν, υπηρετώντας το υπέρτατο όνειρο του ανθρώπου. 
Η καταγραφή της περιουσίας του, όταν χάθηκε από μια, πιθανώς όχι και τελείως αδέσποτη, σφαίρα, που τον χτύπησε πισώπλατα, είναι ενδεικτική της ζωής του: «δύο αλλαξιές, δύο πιστόλια, ένα ζευγάρι γυαλιά ηλίου κι ένα ζευγάρι κιάλια». Αδιάφθορος, ακτιβιστής, βαθύτατα ηθικός, γενναίος, ικανός να εμπνεύσει, ωραίος και επιβλητικός με γέλιο και βλέμμα μικρού παιδιού, ο Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι υπήρξε η προσωποποίηση της επαναστατικής ακεραιότητας, πολύ πριν τον Τσε. Κι ένα ίνδαλμα για δεκάδες παιδιά της εποχής, σαν τον Τσε. 
Ήταν ένα γνήσιο τέκνο του 20ου αιώνα. Με όλη τη βία, τη φρίκη, το αίμα που τον έπνιξε, αυτός ο αιώνας που έφυγε είχε ένα χαρακτηριστικό μοναδικό: ήταν ο πρώτος στον οποίο ακούστηκαν δυνατά και καθαρά οι φωνές των λαών, ο πρώτος στον οποίο οι προλετάριοι είχαν φωνή και τη δύναμη να αγωνιστούν για μιαν αταξική κοινωνία. Πουθενά η φωνή τους δεν ακούστηκε τόσο καθαρή όσο στην Ισπανία του 1936, στη χρυσή γη της Καταλωνίας, όπου το όραμα του ελευθεριακού κομμουνισμού πήρε σάρκα και οστά σε μια κοινωνία πρότυπο -και προδόθηκε φρικτά από τον «ορθόδοξο κομμουνισμό», παραδιδόμενη στα χέρια των φασιστών του Φράνκο. Η αλήθεια για την οδυνηρή προδοσία, ήταν εκείνη που οδήγησε, προσχεδιασμένα κι ύπουλα, την προσωπικότητα του Ντουρούτι στα μικρά γράμματα της Ιστορίας. Ο Ντουρούτι, οι σύντροφοί του κι ο αγώνας τους ήταν η απόδειξη της συνείδησης κι αγωνιστικότητας των εργατών κι αγροτών, ήταν η απόδειξη πως δεν χρειάζονταν «εκπαίδευση» και «δικτατορία του προλεταριάτου», ούτε «εκκαθαρίσεις» σαν αυτές του Στάλιν για να επιτευχθεί το περίφημο «τελευταίο στάδιο της επανάστασης». 
Ο Ισπανικός εμφύλιος δεν ήταν ένας πόλεμος μεταξύ φασιστών και «δημοκρατικών», όπως επιδιώκεται να εμφανιστεί. Ήταν, για την Καταλωνία, την Αραγόνα, την Ανδαλουσία, ένας πόλεμος των κυρίως αναρχικών δυνάμεων της επανάστασης, κατά των φασιστικών και άλλων δυνάμεων της αντίδρασης, στον οποίο ο ρόλος των «ορθόδοξων» (σταλινικών) κομμουνιστών είναι (τουλάχιστον) αμφιλεγόμενος. Οι πιστοί του Στάλιν προσπάθησαν (και σε ένα βαθμό πέτυχαν) να παρουσιάσουν τη σύγκρουση ως «δημοκρατία κατά φασισμού», αποκρύπτοντας τον πραγματικό τους ρόλο, τον ρόλο των αντεπαναστατικών δυνάμεων που υιοθέτησαν «κατά διαταγή». Οι πιστοί του Στάλιν πολέμησαν για τη διάλυση των αυτό-οργανωμένων εργατικών και αγροτικών ευλευθέρων κοινοτήτων και σαμποτάρισαν την αναρχική πολιτοφυλακή, αρνούμενοι, μέσω των τοπικών και της κεντρικής κυβερνήσεων, στις οποίες μετείχαν, να επιτρέψουν τον εξοπλισμό των εργατών κι αγροτών – όταν ο Ντουρούτι ζήτησε λεφτά για όπλα, ο χρυσός της Ισπανίας μεταφέρθηκε «προς φύλαξη» στην ΕΣΣΔ, γιατί ο Ντουρούτι αν δεν του τον έδιναν θα τον έπαιρνε. Ας σημειωθεί, για την ιστορική αλήθεια, ότι, οι μη σταλινικοί (μη «ορθόδοξοι», τότε) μαρξιστές, οι τροτσκιστές και κάποιοι παλαιομαρξιστές, στάθηκαν στο πλευρό των αναρχικών, αλλά οι δυνάμεις τους ήταν πολύ μικρότερες. Σύμφωνα, πάντως, με πολλές πηγές, τόσο οι μη ορθόδοξοι μαρξιστές όσο κι η CNT υπήρξαν στόχοι των σταλινικών μυστικών υπηρεσιών, που εργάστηκαν για τον αποσυντονισμό και την αποτυχία της επανάστασης. 
Ο Ντουρούτι ήταν, λοιπόν, και παραμένει μια οδυνηρή μνήμη για την κυρίαρχη μαρξιστική άποψη. Αυτό που ποτέ δεν του συγχώρεσαν οι σταλινικοί κομμουνιστές, ήταν το γεγονός ότι προσωποποίησε την απόδειξη του πόσο λάθος είχαν, όταν υποστήριζαν πως, «η επανάσταση έπρεπε να περιμένει ο τέλος του εμφυλίου» και «δεν μπορούσαν να γίνουν αλλαγές στις δομές παραγωγής, πριν τελειώσει ο εμφύλιος». Ο Ντουρούτι διέβλεπε πως, οι υπαγορευμένες από την σταλινική ΕΣΣΔ αυτές θέσεις ήταν ένας τρόπος «αναβολής» της σύγκρουσης μεταξύ «ορθοδόξων» κομμουνιστών κι αναρχικών. Ήξερε πως, μεγαλύτερος εχθρός των σταλινικών δεν ήταν ο Φράνκο: ήταν οι αναρχικοί που αποδείκνυαν περίτρανα ότι η επανάσταση ήταν στη φύση του ανθρώπου. 
Ποιος ήταν αυτός ο άνδρας που κατόρθωσε με τη ζωή του να προσωποποιήσει το όνειρο και την επανάσταση ενός ολόκληρου λαού; Ήταν ένας παθιασμένος αγωνιστής, ένας πιστός φίλος και σύντροφος, ένας καλός πατέρας κι αδελφός. «Είχε αυτοκρατορική, ωραία κεφαλή, γελούσε σαν παιδί κι έκλαιγε αυθόρμητα μπρος σε κάθε ανθρώπινη τραγωδία. Έβλεπες στη μορφή του ότι είχε γεννηθεί για ήρωας» θυμίζει ο Χιού Τόμας, ένας από τους ιστορικούς της περιόδου. «Μια αληθινή κυψέλη ενέργειας» τον χαρακτηρίζει η Έμμα Γκόλντμαν και θυμάται πως της είπε, όταν ανέλαβε τον επαναστατικό στρατό, πως «ήταν αναρχικός όλη του τη ζωή και θα το θεωρούσε πολύ λυπηρό να μετατραπεί σε στρατηγό και να διοικεί γιατί, πιστεύει στην ελευθερία του ανθρώπου, την ελευθερία που πηγάζει από τη υπευθυνότητα». Η ίδια σημειώνει: «Θεωρεί την πειθαρχία απαραίτητη, μα πρέπει να είναι μια πειθαρχία που θα ξεκινά από την καρδιά, από την απόφαση για την επιτυχία του κοινού σκοπού και την ισχυρή αίσθηση της συντροφικότητας». 
Ο Μπουναβεντούρα Ντουρούτι γεννήθηκε στην Ισπανική Λεόν, τις 14 Ιουλίου του 1896 – πολλοί λίγα μέλη της αναρχικής άνοιξης της Ισπανίας είχαν γεννηθεί στη Λεόν. Η βιομηχανική Καταλωνία κι η θερμόαιμη Ανδαλουσία ήταν οι τόποι όπου αναπτύχθηκε το αναρχικό κίνημα της Ιβηρικής. Ο Μπουναβεντούρα ήταν ένας από τους εννιά γιους της οικογένειας ενός σιδηροδρομικού – όπως ήταν κι ο Μιχαήλ Μπακούνιν. Το ευρωπαϊκό εργατικό κίνημα των σιδηροδρομικών ήταν από τα ισχυρότερα και πιο προοδευτικά, η σπανιόλικη οργάνωσή τους ήταν από τα θεμέλια της επανάστασης στην ιβηρική. Ο πατήρ Ντουρούτι δήλωνε πολιτικά ελευθεριακός σοσιαλιστής, και με τις αρχές του σοσιαλισμού θέλησε να αναθρέψει τα παιδιά του. Από όλα τους, ξεχώριζε τον Μπουοναβεντούρα. Ο γιος του αυτός ήταν ιδιαίτερα όμορφος, με μιαν μεσογειακή ωραιότητα, γελαστός, καλοδεμένος, χειροδύναμος και με μιαν έμφυτη λες αίσθηση του δικαίου. Όταν, λοιπόν, στα 14 του, ο μικρός τελείωσε με τις βασικές σπουδές, ο πατέρας του τον πήρε κοντά του. Ο Μπουοναβεντούρα εργάζεται ως εκπαιδευόμενος μηχανικός στους σιδηροδρόμους, δίπλα στον πατέρα του και δεκάδες ακόμη πιστούς των επαναστατικών ιδεών, σε μια εποχή έντονων ιδεολογικών ζυμώσεων και αντιπαραθέσεων. 
Το 1917, ενώ ακόμη εργάζονταν στους σιδηροδρόμους, η Γενική Συνομοσπονδία Εργατών (Union General de Trabajadores-UGT) που ελέγχονταν από μετριοπαθείς σοσιαλιστές, κήρυξε απεργία διαρκείας στους σιδηροδρομικούς, στην οποία για πρώτη φορά έλαμψε το άστρο του ως συνδικαλιστής. Η απεργία μετεξελίχθηκε σε γενική απεργία των εργατών, λόγω της κυβερνητικής αδιαλλαξίας, και πνίγηκε στο αίμα όταν η κυβέρνηση απάντησε «δυναμικά», στέλνοντας τον στρατό. Εβδομήντα νεκροί, 500 τραυματίες και 2.000 συλλήψεις – ανάμεσά τους δεν ήταν ο Ντουρούτι, πάντως, που ξέφυγε καταφεύγοντας στη Γαλλία για λίγο, όπως επί δεκαετίες έπρατταν οι Βάσκοι. Τα επόμενα τρία χρόνια εργάζεται στη Γαλλία ως μηχανικός, ενώ, ιδεολογικά, βαδίζει σταθερά προς μία πιο ριζοσπαστική πολιτική στάση. Πολλοί θεωρούν ότι, η βάρβαρη κρατική αστυνομική επέμβαση στη Λεόν το 1917 και τα χρόνια της εξορίας, ήταν αυτά που έχτισαν τον ακέραιο επαναστατικό του χαρακτήρα. 
Η επιστροφή του στην Ισπανία, μέσα από τα βάσκικα βουνά, σήμανε και την ένταξή του στο οργανωμένο αναρχικό κίνημα της χώρας. Δεν επέστρεψε μόνος από το Παρίσι. Συνοδευόταν από την αγαπημένη του, σύντροφο της ζωής του, γαλλίδα, Εμιλιέν, που λίγο αργότερα έφερε στη ζωή την κόρη τους, Κολέτ. Υπακούοντας τη συγκυρία, κατευθύνεται στη Βαρκελώνη, όπου το αναρχικό κίνημα ανθεί παρά τις βίαιες και θανατηφόρες επιθέσεις του καθεστώτος κατά των επαναστατών εργατών, οι οποίοι εργάζονταν με χαμηλότερα του μέσου ημερομίσθια, εκτεθειμένοι σε εργατικά ατυχήματα κάθε είδους, ζώντες σε άθλιες συνθήκες. Η επανάσταση δεν ήταν ιδεολόγημα, ήταν ανάγκη, έκφραση του ενστίκτου επιβίωσης των εργατών της Καταλωνίας. Οι «εξαφανίσεις», συλλήψεις και φυλακίσεις (εκάστοτε κι εκτελέσεις) αναρχικών ήταν στην ημερήσια διάταξη, όπως κι οι απολύσεις όσων εργατών εξεδήλωναν την επαναστατική τους ιδεολογία. Οι απεργίες θεωρούνταν παράνομες, ο στρατιωτικός νόμος ήταν στην ημερήσια διάταξη, οι ηγέτες κι οι ξεχωριστές φυσιογνωμίες του κινήματος δολοφονούνταν από μυστικούς αστυνομικούς ή μπράβους των εργοδοτών, κάποιοι «εξαφανίζονταν», κάποιοι «σκοτώνονταν αποπειρούμενοι να δραπετεύσουν», αλλά τίποτε δεν μπορούσε να σταματήσει την εργατική ανταρσία στην καρδιά της βιομηχανικής Ισπανίας, τη Βαρκελώνη. Μέλη της αναρχικής οργάνωσης, σύντομα αποφάσισαν πως η μόνη απάντηση στη βία, είναι η βία. Το σύνθημα «βία στη βία της εξουσίας» γεννήθηκε κι έγινε πράξη, από άνδρες αποφασισμένους, δυνατούς και βαθύτατα ηθικούς, όπως ο Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι και φίλος και σύντροφός του, εργάτης αρτοποιίας, Φρανσίσκο Ασκάσο, ιδρυτικά μέλη της οργάνωσης των «Αλληλέγγυων», των Los Solidarios. Μπορεί η αναρχική ιδεολογία να είναι αντίθετη στην εκδίκηση και την αυτοδικία, αλλά η συγκυρία ήταν τέτοια που, οι δύο άνδρες ήξεραν πως είχαν, τουλάχιστον ηθικά, στο πλευρό τους την πλειονότητα των εργατών. 
Ο πρώτος στόχος των δύο φίλων ήταν υψηλός: αποφάσισαν να δολοφονήσουν τον πρόεδρο της κυβέρνησης, σε απάντηση της δολοφονίας του προέδρου της CNT. Τους πρόλαβαν κάποιοι άλλοι σύντροφοί τους – ο Ντάτο δολοφονήθηκε στη Μαδρίτη, από αναρχικούς- κι υποχρεώθηκαν να αλλάξουν στόχο. Ο Καρδινάλιος Σολδεβίλα της Σαραγόσα, ένας ζάμπλουτος και καλοζωισμένος κληρικός, διεφθαρμένος, απάνθρωπος, ιδιοκτήτης χαρτοπαικτικών λεσχών, συνεργάτης της πιο άγριας και καταπιεστικής εργοδοσίας, μία φιγούρα μισητή όσο και ισχυρή, το 1923 δολοφονείται, προς μεγάλη χαρά των επαναστατικών δυνάμεων, από τον Ντουρούτι και τον Ασκάσο. Είναι η πρώτη βίαιη ενέργεια ενός άνδρα που οι επαναστατικές δυνάμεις θα δουν ως τον εκδικητή άγγελό τους. 
Το 1923 ήταν μια χρονιά περαιτέρω βίαιης καταστολής, καθώς η κυβέρνηση είχε ως μόνο στόχο την εξαφάνιση των αναρχικών. Πολλοί, και μεταξύ τους οι Ντουρούτι κι Ασκάσο, εγκατέλειψαν τη χώρα, γνωρίζοντας πως ο χρόνος δεν προσφερόταν ακόμη για μιαν ευρύτερη λαϊκή αντίδραση. Οι δύο φίλοι μετέβηκαν στην Αργεντινή -αν κι οι περισσότεροι σύντροφοί τους είχαν προτιμήσει τη Γαλλία- ήδη γνωστοί στο λατινοαμερικάνικο αναρχικό κίνημα αλλά και στις αρχές που ήθελαν να τους συλλάβουν ως ένα μικρό «δώρο» στον Ισπανό δικτάτορα Ριβέρα. Μάλιστα, ερήμην καταδικάστηκαν σε θάνατο από τις αρχές της Αργεντινής, ως «αναρχικοί δολοφόνοι», ειδικά όταν ο Ντουρούτι άρχισε να εμπλέκεται έντονα στην οργάνωση των αναρχοσυνδικαλιστών εκεί (οργάνωση που αργότερα θα γνώριζε ένα ασθματικό αγόρι που το έλεγαν Ερνέστο). Έπρεπε να εγκαταλείψουν τη χώρα, για την ασφάλειά τους. Η κυβέρνηση Ριβέρα είχε ειδοποιήσει όλες τις κυβερνήσεις της λατινικής Αμερικής – οι δύο άνδρες δεν μπόρεσαν να μείνουν πουθενά, μες σε λίγους μήνες είχαν κάνει χιλιάδες χιλιόμετρα, και σε κάθε χώρα από την οποία περνούσαν «εισέπρατταν» και μία ερήμην καταδίκη σε θάνατο. Πριν επιστρέψει στην Ισπανία, μέσω Γαλλίας, ο Ντουρούτι μπορούσε να υπερηφανεύεται ότι είχε καταδικαστεί σε θάνατο κι είχε βοηθήσει στην οργάνωση των ελευθεριακών κομμουνιστών σε τέσσερις διαφορετικές κρατικές οντότητες. 
Η επιστροφή στην Ευρώπη δεν άργησε. Οι δύο σύντροφοι έφτασαν στο Παρίσι το 1924- ο Ντουρούτι ήξερε την πόλη από την τριετή παραμονή του στη Γαλλία- και άρχισαν να σχεδιάζουν ένα ακόμη φιλόδοξο χτύπημα: τη δολοφονία του ισπανού μονάρχη Αλφόνσου του 13ου, που επρόκειτο εκείνη τη χρονιά να επισκεφτεί εθιμοτυπικά την γαλλική πρωτεύουσα. Ένας ακόμη φίλος προστέθηκε στην παρέα τους, εκείνη την εποχή: ο Νέστορας Μάχνο**, ο οποίος σύχναζε στο μικρό επαναστατικό βιβλιοπωλείο που άνοιξε ο Ντουρούτι στο Παρίσι. 
Η απόπειρα δολοφονίας του Αλφόνσου απέτυχε- η αποτυχία σήμανε την πρώτη σύλληψη του Ντουρούτι (και του Ασκάσο. Η μοίρα τους ήταν κοινή, όσο βρίσκονταν εν ζωή). Η καταδίκη του σε ένα έτος φυλάκισης, σήμανε μια σειρά αιτήσεων για έκδοση – πρώτη από την Αργεντινή- με στόχο την παράδοσή του σε κράτος που θα τον εκτελούσε. Η άμεση αντίδραση του ισχυρού αναρχικού κινήματος της Γαλλίας εμπόδισε την έκδοσή του, αλλά όχι και την αποπομπή του από τη Γαλλία, που δεν επιθυμούσε να φιλοξενεί το «διάβολο» στο έδαφός της. 
Και τώρα, που; Ο Ντουρούτι κι ο Ασκάσο ήταν ανεπιθύμητοι σε σειρά κρατών. Ακόμη και η σοσιαλδημοκρατική κυβέρνηση της Γερμανίας, που δεν τους είχε χαρακτηρίσει ανεπιθύμητους, δεν τους ήθελε στο έδαφός της. Μετά μια μικρή «περιήγηση» στη βόρεια Ευρώπη, οι δύο σύντροφοι γύρισαν στη Γαλλία, καταλήγοντας, με τη βοήθεια γάλλων αναρχικών, στη Λυόν, όπου όμως συνελήφθησαν και πάλι και κρατήθηκαν για έξι μήνες. Με την νέα τους απελευθέρωση, καταφεύγουν στο Βέλγιο. Η μόνη πρόταση ασύλου που λαμβάνουν είναι από την ΕΣΣΔ. Αρνήθηκαν την πρόταση – ήταν αναρχικοί και ήξεραν πολύ καλά τι θα σήμαινε το «καπέλωμά» τους από την ΕΣΣΔ. Οι μυστικές υπηρεσίες της Ρωσίας αρχίζουν να παρακολουθούν στενότερα τη δράση τους. 
Εν τω μεταξύ, οι αναρχικοί της Ισπανίας δεν σταματούν να σχεδιάζουν νέες δράσεις, ενώ ο αριθμός τους διαρκώς αυξάνεται, ως απάντηση στην ανάλγητη κυβέρνηση. Η ίδρυση της Αναρχικής Συνομοσπονδίας Ιβηρικής (FAI- Federacion Anarchista Iberica) το 1927, σημαίνει την επανασυγκρότηση του κινήματος σε πολύ πιο στέρεη βάση. Η δεκαετία του ’30 θα βρει πάνω από ένα εκατομμύριο εργάτες κι αγρότες οργανωμένους στις γραμμές της CNT και της FAI μόνο στην Καταλωνία, ενώ περί τα εννιά εκατομμύρια πολίτες θα ενταχθούν κι εργαστούν στις ελευθεριακές κομμούνες το 1936. 
Όταν η Ισπανική μοναρχία πέφτει, τον Απρίλη του 1931, οι δύο σύντροφοι εγκαταλείπουν το Βέλγιο και φτάνουν στην Βαρκελώνη. Η ιδεολογική πάλη είναι ολοζώντανη, το πρώτο που καλούνται να κάνουν είναι να πάρουν θέση κατά των ρεφορμιστών αναρχικών, που, υπό τον ’νχελ Παστάνα, ήθελαν τη συνεργασία με την τοπική αλλά και την «φιλελεύθερη» κεντρική κυβέρνηση του Αθάνα. Όταν οι τοπικές αρχές της Καταλωνίας πνίγουν στο αίμα την απεργία των οικοδόμων κι η κυβέρνηση του Αθάνα δίνει εντολή για τη βίαιη καταστολή απεργιακών κινητοποιήσεων σε χώρα των Βάσκων και Ανδαλουσία, δείχνουν πως ο Ντουρούτι είχε δίκηο -τίποτε δε χαρίζεται, καμία εξουσία δεν είναι δίκαιη. Η CNT δυνάμωνε και πάλι, όπως κάθε φορά που το εργατικό κίνημα πνιγόταν στο αίμα, αλλά το κλείσιμο εργοστασίων και οι απολύσεις των συνδικαλιστών σήμαινε πως έπρεπε τώρα να απαντήσει στο μεγάλο πρόβλημα της επιβίωσής τους. Η αλήθεια είναι πως, παρά τη γενική εντύπωση, οι σταλινικοί κομμουνιστές στην Καταλωνία ήταν μια μάλλον θλιβερή μειοψηφία -το μεγάλο και λαϊκό εργατικό κίνημα ήταν το αναρχικό. Ο Ντουρούτι κι ο Ασκάσο οργανώνουν ομάδα κρούσης τραπεζών -τα χρήματα που χρειάζονται οι εργάτες και το κίνημα αρπάζονται από τους καπιταλιστές. Ούτε μια δεκάρα δε μένει στα χέρια τους, όλα τα χρήματα καταλήγουν στο κοινό ταμείο της CNT. Έτσι κι αλλιώς, είναι χρήματα κλεμμένα που πρέπει να επανέλθουν στους νόμιμους κατόχους τους: τους εργάτες… 
Η εξέγερση των αναρχικών, των ελευθεριακών κομμουνιστών της FAI, σε συνεργασία με τους νέο-τροτσκιστές, το Γενάρη του 1932, έφερε τη μεγαλύτερη σύγκρουση μεταξύ μιας ακόμη νέας εξουσίας και των εργατών. Ο στρατός ανέλαβε την καταστολή, κι ο Ντουρούτι με τον Ασκάσο ήταν μεταξύ των πρώτων συλληφθέντων. Εξορίστηκαν και φυλακίστηκαν «προληπτικά» στην Ισπανική Γουινέα για τρεις μήνες. Επέστρεψαν στην Ισπανία την άνοιξη, αλλά το μάτι της (και πάλι καινούριας) κυβέρνησης ήταν πάνω του συνεχώς. Ως το 1935 ο Ντουρούτι ζει σε καθεστώς συνεχούς παρακολούθησης, ενώ εργάζεται ως βιομηχανικός εργάτης σε υφαντουργείο της Βαρκελώνης. Περιορίζεται στα συνδικαλιστικά του καθήκοντα, παρενοχλείται διαρκώς από την αστυνομία (συλλήψεις, σύντομες κρατήσεις, προσαγωγές ως ύποπτος για διάφορα αδικήματα, ειδικά για επιθέσεις «κατά της περιουσίας» που οι οργισμένοι εργάτες πραγματοποιούν εναντίον πλουσίων και της διεφθαρμένης ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας) και προσπαθεί να συνέλθει από τα πρώτα προβλήματα υγείας που του παρουσιάζονται. 
Η επόμενη μεγάλη εξέγερση, το 1934, φέρνει στο προσκήνιο τον στρατηγό Φράνκο, που αναλαμβάνει από την κυβέρνηση το ρόλο της καταστολής της. Ο στρατός δολοφονεί και τραυματίζει χιλιάδες εργάτες, κάνει χιλιάδες συλλήψεις ενώ ο «χενεραλίσιμο» Φράνκο βλέπει με χαρά την οργάνωση του φασιστικού κόμματος, των Φαλαγγιτών, το οποίο στηρίζει απολύτως τις ενέργειές του και χρηματοδοτείται από την τρομοκρατημένη άρχουσα τάξη και την ρωμαιοκαθολική Εκκλησία. Στις πλάτες των φαλλαγιτών στηρίζεται ο φιλόδοξος Φράνκο, για να ανατρέψει μια ακόμη μετριοπαθή κυβέρνηση που αναλαμβάνει τα ηνία της χώρας το Φλεβάρη του 1936. Η απάντηση των φαλαγγιτών και του Φράνκο στη δημοκρατική κυβέρνηση είναι το πραξικόπημα κι ο εμφύλιος. Ο Φράνκο καλεί στο στρατό να στηρίξει την δικτατορία που είναι αποφασισμένος να επιβάλει. Ο Ιούλιος του 1936 είναι ο μήνας κατά τον οποίο το μεγάλο αντιλαϊκό μέτωπο στρατού, άρχουσας τάξης, ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας οργανώνεται υπό τον Φράνκο και ξεκινά τη μεγάλη (και τελικώς επιτυχή, με την βοήθεια των σταλινικών) αντεπανάσταση, με στόχους το «Λαϊκό Μέτωπο» της κυβέρνησης και τους αναρχικούς. Είναι, επίσης, ο μήνας που ο χειρουργημένος για κήλη Ντουρούτι, με την πληγή φρέσκια, εγκαταλείπει το νοσοκομείο για να βρεθεί στα οδοφράγματα, δίπλα στους συντρόφους του εργάτες, έτοιμος να απαντήσει μαζί τους στην φραγκική δικτατορία που έρχεται, χωρίς να αποδέχεται ωστόσο τις θέσεις του δημοκρατικά εκλεγμένου Λαϊκού Μετώπου. Ο Ντουρούτι κι οι καταλανοί σύντροφοί του δεν ασχολούνται με τον εμφύλιο, αλλά με την επανάσταση. 
Οι νίκες του εργατικού κινήματος στην Καταλωνία είναι διαδοχικές. Τα στρατόπεδα της Βαρκελώνης, που ανήκουν πια στην πολιτοφυλακή, ονομάζονται Μπακούνιν, Σπάρτακος, Σαλβοτσέα. Στο πλευρό του Ντουρούτι είναι κι ο Φρανσίσκο Ασκάσο, που, όμως, χάνει τη ζωή του σε μία από τις πρώτες μάχες με τον φασιστικό στρατό. Τις νικηφόρες μάχες -η Βαρκελώνη ανήκε πολύ σύντομα στους εργάτες της. Η τοπική «δημοκρατική» κυβέρνηση κατορθώνει να πάρει με το μέρος της κάποιους αναρχικούς, αλλά ο Ντουρούτι δεν ανήκει σε αυτούς. Ξέρει πως η όντως δύναμη είναι στους εργάτες, δουλεύει σκληρά για την οργάνωση της ζωής στην πόλη, όπως κι άλλα στελέχη της FAI και της CNT. Έτσι κι αλλιώς, η δημοκρατική κυβέρνηση στην Καταλωνία είναι διακοσμητική, χωρίς ισχύ- η επανάσταση έχει πάρει το δρόμο της. Η εξουσία ανήκει στους εργάτες, η απόλυτη δημοκρατία έχει αρχίσει να δίνει καρπούς, η Καταλωνία ζει ένα όνειρο που ποτέ πριν, ποτέ μετά, σε καμία άλλη πατρίδα δεν έζησε κανείς. 
«Υπάρχουν μόνο δύο δρόμοι. Εκείνος της ελευθερίας και νίκης της εργατικής τάξης και εκείνος της νίκης και τυρρανίας που θα επιβάλλουν οι φασίστες». 
Ο Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι αναλαμβάνει σύντομα, με την απόλυτη συμφωνία των εργατών, την οργάνωση των επαναστατικών αμυντικών δυνάμεων. Οι στρατιώτες του κερδίζουν την ονομασία «Ταξιαρχία Ντουρούτι». Πάνω από 10.000 αναρχικοί εργάτες γίνονται στρατιώτες της επανάστασης και, αφήνουν την ασφάλεια της Βαρκελώνης για να συγκρουστούν με τους φασίστες στη Σαραγόσα. Όταν ο Ντουρούτι έφτασε στους ηγέτες των «δημοκρατικών» ζητώντας όπλα, εισέπραξε μια ξεκάθαρη άρνηση – η πιθανότητα μιας ληστείας για τον εξοπλισμό των εργατών κι αγροτών τους πέρασε από το νου. «Γη κι Ελευθερία» με κάθε κόστος ζητούσε ο Ντουρούτι -όπως κι ο Ζαπάτα- και τα χρήματα μπορούσε να τα πάρει έχοντας την απόλυτη στήριξη του λαού που χρειαζόταν όπλα. Το αποτέλεσμα ήταν η «δημοκρατική» κυβέρνηση να στείλει το χρυσό της Ισπανίας προς φύλαξη στην ΕΣΣΔ -στο Στάλιν. Δεν έχει σημασία. Οι εργάτες-στρατιώτες, με έναν δραματικά συμβολικό κι αυθόρμητο τρόπο, χρησιμοποιούν ως όπλα τα εργαλεία της δουλειάς τους -περί τους 3.000 ανθρακωρύχοι, λατόμοι κ.α. φτιάχνουν την ομάδα των Διναμιτέρος, χρησιμοποιούν το δυναμίτη για να γκρεμίσουν την ανάλγητη εξουσία, να αμυνθούν στο φασισμό. 
Ο Ντουρούτι δηλώνει σε κάποιο ρώσο δημοσιογράφο, από αυτούς που φτάνουν κατά δεκάδες να καλύψουν τον Ισπανικό εμφύλιο: «Ίσως μόνο 100 από μας επιβιώσουν, μα αυτοί οι εκατό θα ελευθερώσουν τη Σαραγόσα, θα νικήσουν το φασισμό και θα κηρύξουν τον ελευθεριακό κομμουνισμό. Θα μπω πρώτος, θα δημιουργήσουμε μια ελεύθερη κομμούνα. Μια κομμούνα που δε θα ανήκει ούτε στη Μαδρίτη, ούτε στη Βαρκελώνη, ούτε στον Αθάνα (σ.σ. πρωθυπουργός) ούτε στον Κομπανίς (σ.σ. τοπικός πρωθυπουργός της Καταλωνίας). Θα δείξουμε σε σας τους μπολσεβίκους, πως γίνεται μια αληθινή επανάσταση». 
Πάνω από εννιά εκατομμύρια εργάτες κι αγρότες έζησαν, συμμετείχαν, εργάστηκαν στην μεγάλη ελευθεριακή επανάσταση, είτε στα εργοστάσια που οργανώθηκαν ελευθεριακά, είτε στα χωράφια. 
Τι σήμαινε «στρατηγός» Ντουρούτι; Ο ωραίος άνδρας, με το παιδικό γέλιο και τα πεντακάθαρα μάτια, ήταν πάντα στην πρώτη γραμμή, δεν είχε ποτέ κανένα προνόμιο -πολλοί στρατιώτες του είχαν περισσότερα από κείνον -αν λ.χ. υπήρχε έλλειψη στρωμάτων ύπνου, εκείνος θα ήταν μεταξύ αυτών που δεν είχαν -, που ζούσε όπως υπαγόρευαν οι αρχές του και ονειρευόταν με τα μάτια ανοικτά ένα επαναστατικό σήμερα. Μαζί με τους εργάτες κι αγρότες πολεμιστές του αποφασίζει τα πάντα. Η απόλυτη δημοκρατία γίνεται πραγματικότητα σε ένα στράτευμα παράξενο, μοναδικό στην Ιστορία, στο οποίο δεν υπάρχουν βαθμοί, δεν υπάρχει άλλη πειθαρχία παρά η αυτοεπιβαλλόμενη, δεν υπάρχει υποχρέωση ή καθήκον άλλο από αυτό που σου υπαγορεύει η καρδιά σου. Ο «στρατηγός» Ντουρούτι ήταν απλά ένας σύντροφος που είχε την ικανότητα να εμπνέει με τα λόγια και το παράδειγμά του. 
Κι η Σαραγόσα κι η Αραγόνα ελευθερώθηκαν από τους φασίστες, παρ ότι οι δημοκρατικοί προσπάθησαν να εμποδίσουν το Ντουρούτι να προχωρήσει. Δεν τους άκουσε. Οι τοπικές κοινότητες οργανώθηκαν ως ελευθεριακές κομμούνες, οι αγρότες της Αραγόνας φρόντιζαν για την αποστολή αγαθών στους συντρόφους τους στα αστικά κέντρα και κυρίως στη Βαρκελώνη, αύξησαν οικειοθελώς την παραγωγή πάνω από 30%, προσφέροντας με όλες τους τις δυνάμεις και, παράλληλα, έγιναν η εμπροσθοφυλακή του επαναστατικού αναρχικού στρατού, υπό τη διοίκηση του αδελφού του πρόωρα χαμένου Φρανσίσκο Ασκάσο, του Χοακίν. Η Ταξιαρχία Ντουρούτι, χωρίς κλασσική στρατιωτική οργάνωση, απολύτως δημοκρατική, νικηφόρα κι όλο και πιο ισχυρή, έφερνε την ελευθερία και την νέα κοινωνική οργάνωση, το νέο όνειρο ενός καλύτερου αύριο. Ο ηγέτης της ενέπνεε, μπόλιαζε ιδέες και πίστη στην επανάσταση, μοιράστηκε την πίστη του αυτή με τον λαό της Αραγόνας. Η εξουσία ήταν στις κολλεκτίβες -περί τις 500 δημιουργήθηκαν στην Αραγόνα-, στους εργάτες, στο λαό. Ο Ντουρούτι, μιλώντας σε καναδό δημοσιογράφο της Τορόντο Σταρ, θα πει: «Είμαστε αποφασισμένοι να συντρίψουμε το Φασισμό για πάντα, σε πείσμα της κυβέρνησης, διότι καμία κυβέρνηση δεν θέλει να ξεριζώσει το φασισμό». «Δε μας λέει τίποτε η ύπαρξη μιας Σοβιετικής Ένωσης κάπου στον κόσμο, όταν οι εργάτες της Γερμανίας και της Κίνας θυσιάζονται στους βάρβαρους φασίστες του Στάλιν. Θέλουμε την επανάσταση εδώ στην Ισπανία, εδώ και τώρα – εμείς είμαστε ο τρόμος του Χίτλερ και του Μουσολίνι, μεγαλύτερος τρόμος απ’ ότι ολόκληρος ο κόκκινος στρατός. Είμαστε το υπόδειγμα των εργατικών τάξεων της Γερμανίας και της Ιταλίας, για το πώς πολεμάς το φασισμό.». θα ζήσετε σε ερείπια, του λέει ο δημοσιογράφος, γκρεμίζονται τα πάντα. «Μη ξεχνάς πως, εμείς μπορούμε να χτίσουμε, οι εργάτες έφτιαξαν τα παλάτια, τις πόλεις, εμείς οι εργάτες μπορούμε να τα ξαναχτίσουμε και μάλιστα ακόμη καλύτερα. Εμείς θα κληρονομήσουμε τη γη- κουβαλάμε το νέο κόσμο εδώ, στις καρδιές μας». 
Στις 8 Νοεμβρίου του 1936, όταν οι Φρανκίστας, με γερμανούς και ιταλούς στο πλευρό τους -ειδικά τα βομβαρδιστικά και επίλεκτα ναζιστικά στρατεύματα που τους είχε στείλει προς ενίσχυσιν ο Χίτλερ- μάχονται για να καταλάβουν τη Μαδρίτη, όλοι ξέρουν πως αυτή η μάχη μπορεί να κρίνει τα πάντα. Της δημοκρατικής κυβέρνησης αμύνονταν εκεί κομμουνιστές – το αναρχικό κίνημα δεν ήταν τόσο ισχυρό στην πρωτεύουσα όσο στην Καταλωνία. Οι ναζί βομβάρδιζαν την πόλη τρεις μέρες συνέχεια. Κομμουνιστές ή όχι, οι αμυνόμενοι ήταν εργάτες κι ο Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι δεν μπορούσε να τους αφήσει στα χέρια των φασιστών. Με 4.000 άνδρες (κάποιοι μιλούν για 2.500, κάποιοι για 5.000) της Ταξιαρχίας του, ξεκίνησε από την Αραγόνα για την Μαδρίτη – έφτασε εκεί στις 15 του μήνα, ανεβάζοντας το ηθικό των πολιορκημένων εργατών. Μέχρι τις 20 Νοεμβρίου. Εκείνη τη μέρα, υπό μυστηριώδεις συνθήκες, ο Ντουρούτι δολοφονήθηκε -μια σφαίρα τον βρήκε στο κεφάλι. Έπεσε χτυπημένος πισώπλατα. 
Στις 22 Νοεμβρίου, η σορός του Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι, μεταφέρθηκε στην Βαρκελώνη, από τους συντρόφους του στην Ταξιαρχία. Τον υποδέχθηκε σύσσωμος ο λαός, που με δάκρυα στα μάτια, πανώ που ορκίζονταν εκδίκηση, μαύρες και κόκκινες σημαίες, στεφάνια δάφνης, που τραγουδούσαν τον αναρχικό ύμνο «Οι γιοί του Λαού», που ύψωναν τις γροθιές τους και φώναζαν «θα νικήσουμε» λες και έδιναν την υπέρτατη υπόσχεση στον νεκρό σύντροφό τους. Στην κηδεία του Ντουρούτι, βρέθηκαν πάνω από 500.000 άνθρωποι. Ο τάφος του βρίσκεται στο νεκροταφείο του Μονχουίκ, στη Βαρκελώνη. Το 1938, λίγο πριν το τραγικό τέλος του εμφυλίου, η τοπική «δημοκρατική» κυβέρνηση τον αναγόρευσε στρατηγό μετά θάνατον. Είχε απαντήσει στην «τιμή» λίγο πριν πεθάνει:. «Δεν θέλουμε παράσημα, ούτε ζώνες στρατηγών, δεν θέλουμε να μετέχουμε σε επιτροπές ούτε να γίνουμε υπουργοί. Θέλουμε την επανάσταση»*** 
Τα φυσικά αδέλφια του Ντουρούτι -εκτός των δύο που είχαν χάσει τη ζωή στο μέτωπο της Επανάστασης- δολοφονήθηκαν από τους φασίστες του Φράνκο. Κανένας Ντουρούτι δεν έμεινε ζωντανός -το όνομα και μόνο θα ήταν πολύ γερός πονοκέφαλος για οποιαδήποτε εξουσία. Και σε αυτό συμφωνούσαν κι οι «ορθόδοξοι» μαρξιστές. 
*ο αλληλέγγυος. Los Solidarios ήταν η, εντός CNT, οργάνωση την οποία δημιούργησαν ο Ντουρούτι κι ο Ασκάσο με την πρώτη επιστροφή τους στην Ισπανία, με σκοπό να απαντήσουν στη βία της εξουσίας. 
** Ο Νέστορας Μάχνο, ήταν ουκρανός αναρχικός και λαμπρή προσωπικότητα του παγκόσμιου εργατικού κινήματος. Περισσότερα για κείνον θα βρείτε εδώ
*** Μπουοναβεντούρα Ντουρούτι, εφημερίδα Solidaridad Obrera, 1936
Πηγή: Eagainst