Πέμπτη, 19 Σεπτεμβρίου 2013

Η μάνα

Η μάνα έστρωσε το τραπέζι μας. Καθίσαμε όλοι μαζί μια γύρα τέσσερις ανθρώποι. Η οικογενειά μας. Δε μιλήσαμε πολύ. Όχι σήμερα. Η ψυχή μας στραβοκοιμήθηκε ψες. Τα πόδι μας πονάνε λίγο, απ' τη διαδήλωση. Δεν καταδέχτηκε κανείς μας να λείπει. Να σήμερα όμως, το φαί μου φαίνεται λίγο ανάλατο. Μπα, σκέφτηκα να ξέχασε η μάνα το άλατι; Είκοσι χρόνια δε θυμάμαι "λάθος" στο φαί μας. Το ραδιόφωνο έπαιζε όσο τρώγαμε. Μιλούσε με σπασμένη αλλά δυνατή φωνή ένα νέο παιδί, ο φίλος του Παύλου: "Μας έδιωξε, έμεινε πίσω να τους παλέψει, είδαν που δεν έπεφτε, γιατί ήτανε λιοντάρι, και τον μαχαιρώσανε."
Ένα χοντρό αλμυρό οργισμένο δάκρυ υπόσχεσης έφυγε κι έσταξε στο πιάτο μου. Κατάλαβα. Η μάνα ποτέ δεν κάνει λάθος...

Δευτέρα, 16 Σεπτεμβρίου 2013

Ο πρύτανης της ηλιθιότητος και o Lenin

Κανονικά ποτέ δεν ασχολούμαι με πράγματα που είναι καταφανώς γελοία, ακόμη και σε μικρά παιδιά, όμως πότε-πότε πρέπει να κάνεις καμιά μικρό-εξαίρεση γιατί όταν προσπερνάς το αυτονόητο πριν το υπογραμμίσεις μπορεί να καταλήξει εύκολα στο αδιανόητο. Η όλη κατάσταση με τα Blog πολιτικού διαλόγου είναι αρκετά προβληματική, καθώς εύκολα ξεφεύγουν από οποιοδήποτε όριο ενώ η ανωνυμία βοηθά στον ανούσιο προσανατολισμό των σχολίων. Υπάρχει όμως κι ένα ακόμη "φρούτο" το οποίο έγκειται στο παράδοξο γεγονός ο ίδιος ο "ιδιοκτήτης" του μπλόγκ να είναι ο πιο χυδαίος "συζητητής", και ο διακομιστής της κουλτούρας του "τρωκτικού" σε "αριστερά blog πολιτικού προβληματισμού".

Ο κ. Αντώνης Μπαλασόπουλος, διαχειριστής του lenin reloaded, ανήκει προφανώς σε αυτή την κατηγορία ανθρώπων, ίσως δε να είναι και ο επικεφαλής της. Δεν θα μείνω τόσο στο πολιτικό περιεχόμενο των λεγομένων του καθώς μου είναι παντελώς αδιάφορες οι ανοησίες που γράφει, άλλωστε είναι δικαίωμα του καθενός να γράφει ότι ηλιθιότητα του κατέβει στο κεφάλι. Πιο χρήσιμο κρίνω να εντοπίσουμε τους τρόπους με τους οποίους κάνει διαχείριση αυτών των χυδαιοτήτων ο εν λόγω "κύριος".

Αφ' ενός δεν είναι η πρώτη φορά που αναφέρει ο ίδιος ή αφήνει σχόλια στο blog του που αναφέρουν ονόματα συντρόφων με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς. Πρόσφατα στοχοποίησε τον σύντροφό Ν. Μ. με τον γνωστό τρόπο που κάνουν οι ναζι-φασίστες του Στόχου, αφήνωντας υπονοούμενα από που τα "αρπάζει κλπ", στο παρελθόν δε είχε αφήσει κάτι γελοία σχόλια σύμφωνα με τα οποία ο Κ. Δ. αναρχικός και εκδότης στη Θεσσαλονίκη επηρεάζει με τις ηλιθιότητες του τον κόσμο και διάφορα άλλα τέτοιου επιπέδου. Το ακόμη πιο αστείο είναι ότι όλες αυτές οι αήθης ρουφιανοεπιθέσεις του εν λόγω αρχιρουφιάνου, γίνονται στο όνομα της "καταγγελίας όσων χρησιμοποιούν ανακοινώσεις της Χ.Α. για αν χτυπούν το ΚΚΕ". Το μέγεθος του ψέμματος και της υποκρισίας κρίνεται πλέον ως δυσθεώρητο. Την στιγμή που ο σύντροφος Ν.Μ. (και Η ΑΠ Ροσινάντε, όπως και αρκετοί σύντροφοι απ' το ρεύμα του κοινωνικού αναρχισμού) ήταν απο τους πρώτους που βγάλανε κείμενο καταγγελίας της επίθεσης στο ΚΚΕ στο Πέραμα αποδεικνύοντας ότι όχι μόνο δεν αναμασούν τις αηδίες της ΧΑ αλλά ξέρουν πώς να στέκονται κάθε φορά ο Αντώνης Μπαλασόπουλος προτίμησε να στοχοποιήσει τον Ν και την Ροσινάντε κάνοντας τί, αυτό για το οποίο κατηγορεί το σύντροφο. Αναπαρήγαγε δηλαδή είδηση απο τον Στόχο ο οποίος σε εξώφυλλό του στοχοποιούσε ονομαστικά τον σύντροφο ως ΣΥΡΙζαίο επειδή δουλεύει ως τεχνικός ραδιοφώνου στον ραδιοφωνικό σταθμό "Κόκκινο". Κι αν κάποιος αφελής πιστεύει ότι τέτοιες "καταγγελίες" ανθούν μόνο στα χωράφια της ακροδεξιάς γελιέται. Με επιμονή αυτός ο πρύτανης της μαλακίας και της συνωμοσιολογίας επιμένει να κάνει την μεγάλη "αποκάλυψη" ακόμη κι όταν κανείς δεν ενδιαφέρεται να μάθει γι' αυτό. Προφανώς για τον συγκεκριμένο ανεγκέφαλο μεσοαστό που θεώρησε καλή μόδα να υποδύεται εσχάτως τον οπαδό του ΚΚΕ, ο τόπος εργασίας των εργατών τους καθορίζει και πολιτικά. Οι εργάτες του ΚΚΕ στο Πέραμα ας πούμε είναι τσιράκια της COSCO, και γενικά όποιος δουλεύει σε μέρος που -άκου να δεις- μπορεί να διαφωνεί πολιτικά με το αφεντικό και να συμμετέχει στο σωματείο του δίνοντας συνεπώς αγώνες ενάντια στα αφεντικά του κλάδου παρόλα αυτά είναι πράκτορας του αφεντικού, σύμφωνα με την ακραιφνή λενινιστική ανάλυση του κυρ Αντώνη. Προφανώς η μόνη σωστή σχέση εργασίας κατ' αυτόν είναι το Κόμμα να έχει τα γένια και να απολύει τους εργαζόμενους του όποτε έχει κρίση και οι εργαζόμενοι να βγάζουν κείμενα σεντόνια στο έντυπο όργανο του αφεντικού, που να εξηγούν τι καλό και δίκαιο που ήταν να μας απολύσουν...

Φυσικά εμείς γνωρίζουμε ότι ο εν λόγω είναι σε πολιτική αποστολή να στοχοποιεί όσους έχουν σαφή λόγο και δράση στα αριστερά του ΚΚΕ και δεν ξεπέφτουν σε άναρθες κραυγές που πολύ θα τον βόλευαν, γι' αυτό και επιχειρεί εκστρατείες λάσπης

Συνεχίζοντας τον ίδιο κατήφορο ο Αντώνης μας, ανοίγει διμέτωπο αγώνα και με τον Σ. Μ. τον οποίο κατηγορεί ότι έχει τα κονέ και διδάσκει σε πανεπιστήμιατα αρπάζει απο Ε.Ε. κλπ, είναι οι εκλεκτοί της ΑΝΤΑΡΣΥΑ και άλλα πολλά. Ευλόγως αναρωτιέται κανείς μα που εργάζεται αυτός ο κακομοίρης -πιθανότα μεταλλωρύχος- ώστε να διακιολογείται αυτό το τόσο οξυμμένο ταξικό του μίσος, σε ποιο εργατικό κάτεργο χάνει τη νιότη του;
(στο λίνκ στο τέλος της σελίδας μπορούμε να δούμε το βιογραφικό αυτού του λούμπεν προλετάριου που κατόρθωσε να μάθει δυο κολλιβογράμματα για να αντιπαρατεθεί στους ινστρουχτορες του οπορτουνισμου, και στους χαφιέδες του αναρχισμού, το βιογραφικό είναι δημόσιο).

Εδώ αρχίζουμε να σκεφτόμαστε σιγά-σιγά μήπως υπάρχει κάποιο ψυχολογικό σύνδρομο όπου ο παθών καταγγέλει τους υπολοίπους για πράγματα που κάνει ο ίδιος. Αλλά επειδή όντας διαλεκτικοί υλιστές δεν θέλουμε να ψυχολογιοποιούμε την πολιτική -ο Μάρξ να την κάνει- άποψη δεν θα παραπέσουμε σε αυτήν την πολύ θελκτική είναι η αλήθεια παγίδα.

Κλείνοντας αυτό το μικρό σημείωμα, μικρό συγκριτικά με τους τόνους αθλιότητας που έχει εξαπολύσει ο κομμουνισταράς ακαδημαικός φελλός, πρέπει να πούμε ότι η συνωμοσιολογία είναι πάντα φασιστική, γιατί αφ' ενός εδράζεται στη μεταφύσική της μη - λογικής αποδείξεως η οποία μπορεί να διαμεσολαβηθεί για να έχει "κοινωνική γείωση" μόνο από κάποιον "ειδικό" ο οποίος "ξέρει" αυτό που οι μάζες "αγνοούν" σε αυτήν την περίπτωση ο ειδικός είναι ο πρύτανής μας. Η ένταξη μας ως αναρχικών στον "δευτερογενή ιδεολογικό βραχίονα" του φασιστικού συμπλέγματος απο τον πρύτανη της ηλιθιότητας (με μαρξιστική ορολογία), εκτός από ιλαρό μειδίαμα προκαλεί και την περιορισμένη ενασχόλησή μας με την θλιβερή του ύπαρξη. Λέμε ξεκάθαρα ότι ο ίδιος ο πρύτανης αποτελεί οργανικό μέρος του πρωτογενούς βραχίονα του φασιστικού πλέγματος (και του συμπλέγματος ηλιθιότητας) με την γελοία συνωμοσιολογία, την στόχοποίηση αγωνιστών και την λασπολογία. Σε μια ακόμη αναστροφή της πραγματικότητας ενώ κατηγορεί τους συνομιλητές του ότι δεν έχουν "στοιχεία" γι' αυτό που λένε αυτός παρουσιάζει ως στοιχεία τον τόπο εργασίας του καθενός. Η εναλλακτική αφήγηση της χρηματοδότησης των κοινωνικών κινημάτων απο τον Σόρος δυστυχώς έχει καπαρωθεί απο άλλο πολιτικό χώρο, δίχως αυτό να σημαίνει ότι δεν μπορεί να διασταυρωθεί μαζί του ο κυρ-πρύτανης.

Αυτός ο δευτερογενής βραχίονας ενημερωτικά, ως βραχίονας σταμάτησε την επέκταση των φασιστών απο τον Αγ. Παντελεήμονα, κραταει καθαρά τα κέντρα των πόλεων απο τη φασιστική ναζιστική απειλή, οργανώνει πολιτοφυλακές, μηχανοκίνητες, συγκρούεται με τους ναζί και τους τσακίζει όπου βρει, διαφυλάσσει τη μνήμη των νεκρών προλεταρίων της κατοχής και του εμφυλίου με την πολιτική του παρουσία στους τόπους μνήμης απέναντι στους ναζί όσο ο πρύτανης πρυτανεύει τη ρητορική της λασπολογίας απ το ωραίο του γραφείο. Κι επειδή τέτοια άτομα είναι συνήθως αδίστακτα, ιδίως την περίοδο πριν βρεθούν στον τελικό και πραγματικό πολιτικό τους χώρο δηλαδή την ακροδεξιά -που με μαρξιστικό ντετερμνισμό θα καταλήξει και ο εν λόγω όψιμος μαρξιστης λενινιστής, πιστεύω ότι απολαμβάνοντας την ασυλια του γραφείου του, ο κουραμπιές αυτός ίσως τολμήσει να επιτεθεί και σε μένα. Όπως και να 'χει δεν πρόκειται να ξανασχοληθώ μαζί του, παρά μόνο για να του σπάσω τα χέρια και τα μούτρα αν έχω την τιμή να τον συναντήσω κάπου. Άλλωστε τι έχω να φοβηθώ απο έναν ακαδημαικό λογοτέχνη που υποδύεται τον οργανικό διανοούμενο του ΚΚΕ; Το πολύ-πολύ να με καταγγείλει στην αστική δικαιοσύνη της χουντοκυβέρνησης -την οποία πρόσφατα αντιμετώπισα- κάνοντας το πρώτο βήμα για τον ορθό πολιτικό αναπροσανατολισμό του.

υ.γ. Αν ήταν όντως ΚΚΕ ο πρύτανης μπορεί να έστελνε τους οικοδόμους να με δείρουν, αλλά πιστεύω ότι ακόμη και το ΚΚΕ αγνοεί την ύπαρξη αυτού του μαιντανού, ενώ ακόμη κι ετσι οι οικοδόμοι είναι λαικά παιδιά και θα συννενοούμασταν με τι καραγκιόζη έχουμε μπλέξει και θα πηγαίναμε παρέα να κεραστούμε τσίπουρα.

Ζήτω ο Ελευθεριακός Κομμουνισμός.

Για την αντιγραφή και την επωνυμία Άρης Τσιούμας, σερβιτόρος.

Σάββατο, 27 Ιουλίου 2013

50 χρόνια απο την έναρξη του εμφυλίου (άρθρο στην αναρχική εφημερίδα Άλφα το 1996)

[ το παρακάτω κείμενο αποτελείται απο εκτεταμένα αποσπάσματα άρθρου που δημοσιεύτηκε στην εβδομαδιαία αναρχική εφημερίδα "Άλφα" #49 με ημερομηνία κυκλοφορίας 6 Απρίλη 1996, και παρατίθεται στα πλαίσια αποδελτίωσης υλικού απο το ιστορικό αρχείο του ελληνικού αναρχικού κινήματος της μεταπολίτευσης. Η επιμέλεια και η μεταφορά έγινε από τον Άρη Τσιούμα ]

50 χρόνια απο την έναρξη του ελληνικού εμφυλίου πολέμου. 

Η νύχτα της 31 Μαρτίου του 1946 πέρασε στην ιστορία σαν η ημερομηνία που άρχισε ο εμφύλιος πόλεμος – που έμελλε να κρατήσει τρία ολόκληρα χρόνια- και που άφησε ανεξίτηλα τα σημάδια του στην ελληνική κοινωνία για τις επόμενες δεκαετίες. Στην πραγματικότητα βέβαια ο εμφύλιος είχε αρχίσει αρκετούς μήνες νωρίτερα κυρίως από τη μεριά της άρχουσας τάξης με την πολύτιμη βοήθεια των συμμοριών του παρακράτους, ενώ υπήρχαν και κάποια περιορισμένα χτυπήματα από μεμονωμένες ανταρτοομάδες.  Τη νύχτα όμως της 31 Μάρτη η επίθεση της ομάδας των 33 Ελασιτών στο αστυνομικό τμήμα του Λιτοχώρου στον Όλυμπο έγινε κατόπιν κομματικής εντολής και μάλιστα από τον ίδιο τον Ζαχαριάδη, ενώ μέχρι τότε το ΚΚΕ απέφευγε να πάρει επίσημα ξεκάθαρη θέση για στροφή προς τον ένοπλο αγώνα.

Η ημερομηνία που επιλέχτηκε δεν ήταν τυχαία. Ήταν η τελευταία νύχτα πριν τις εκλογές που είχαν προκηρυχτεί, για την επομένη και όπου το ΚΚΕ καλούσε τον κόσμο σε αποχή. Με τη βίαιη αυτή ενέργεια, Το ΚΚΕ ήθελε αφενός να δείξει το νόημα της αποχής, αφετέρου να κάνει μια ένοπλη ενέργεια που θα είχε την έννοια της προειδοποίησης προς το αστικό κράτος. Ότι δηλαδή αν εξακολουθούσε η τρομοκρατία και οι διώξεις προς τα μέλη του ΕΑΜ, τότε θα ξανάπαιρναν τα όπλα για να επιβάλλου τη θέληση τους όπως έγινε και στην κατοχή. Την ημέρα των εκλογών μόνο οι αρμόδιοι της χωροφυλακής θα μαθαίνανε την είδηση. Αλλά και τις επόμενες μέρες ελάχιστοι την πρόσεξαν και της έδωσαν σημασία, αφού γράφτηκε μόνο σε κάνα-δυο εφημερίδες της δεξιάς. Κανείς δε φανταζόταν πως το Λιτόχωρο ήταν μόνο η αρχή και ακόμα και οι αριστεροί πίστεψαν πως επρόκειτο το πολύ-πολύ για μια συμβολική διαμαρτυρία στην εκλογική παρωδία. Χρειάστηκαν πολλά χρόνια για να πιστοποιηθεί ότι το Λιτόχωρο ήταν προγραμματισμένη και προμελετημένη ενέργεια με σκοπό το γενικότερο πέρασμα στον ένοπλο αγώνα.

Η επίθεση στο Λιτόχωρο και η έναρξη πλέον του ολοκληρωτικού εμφυλίου πολέμου ήταν φυσική συνέπεια του κλίματος μιας ολόκληρης περιόδου που ξεκινάει από τα χρόνια της κατοχής και συνεχίζεται με την απελευθέρωση από τους Γερμανούς, τα τραγικά γεγονότα του Δεκέμβρη του 1944 και όλα όσα επακολούθησαν. Κατά τη διάρκεια της γερμανοιταλικής κατοχής αναπτύχθηκε στην Ελλάδα ένα μαζικό λαϊκό κίνημα αντίστασης, το πιο μαζικό και μαχητικό ίσως σε όλη την Ευρώπη στη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Στις τάξεις του αυτό το κίνημα συσπείρωνε τους ακτήμονες χωρικούς της ορεινής Ελλάδας, την φτωχή αγροτιά, τους εργάτες και τη νεολαία στις πόλεις και στα μεγάλα αστικά κέντρα, την πλειοψηφία δηλαδή των μη προνομιούχων στρωμάτων της ελληνικής κοινωνίας. Η λέξη πανεαμισμός για ορισμένες περιοχές της Ελλάδας δεν θα ήταν υπερβολική για να χαρακτηρίσει την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Αυτό που ενέπνεε όλο αυτόν τον κόσμο ήταν, πέρα από τον αντιφασιστικό αγώνα, η πίστη σε ένα καλύτερο αύριο, η πάλη για λευτεριά, κοινωνική δικαιοσύνη και ισότητα. Η ηγεσία του ΚΚΕ εκμεταλλεύτηκε με τον καλύτερο τρόπο αυτή την ευνοϊκή συνθήκη και κατάφερε να γίνει καθοδηγητής στην αντίσταση του λαού, έχοντας σαν σκοπό την ικανοποίηση των δικών τους συμφερόντων και φιλοδοξιών. Γι’ αυτό το σκοπό άλλωστε δεν δίστασε να εξοντώσει όποιον αγωνιστή είχε μια διαφορετική άποψη και τόλμησε να εναντιωθεί στη γραμμή του κόμματος. Σε γενικές γραμμές το ΚΚΕ δεν θέλησε να δώσει στον αγώνα κατά των Γερμανών και ένα ευρύτερο ταξικό-ανατρεπτικό περιεχόμενο αλλά προκειμένου να διατηρήσει τις ισορροπίες με την ντόπια αστική τάξη και τους Άγγλους, περιόρισε στην πράξη τις προοπτικές αγώνα στα πλαίσια της αστικής δημοκρατίας. Με άλλα λόγια δεν έκανε αγώνα για την κοινωνική απελευθέρωση αλλά εθνικοαπελευθερωτικό.     

Από την άλλη μεριά οι Άγγλοι, ήθελαν όχι απλώς να διαλύσουν το Εαμικό κίνημα αλλά την ολοκληρωτική συντριβή του, να το εξαφανίσουν από προσώπου γης. Για τον Τσώρτσιλ ο ΕΛΑΣ και οι καπετάνιοι του ήταν ληστές και στυγνοί δολοφόνοι. Το ΚΚΕ με την πολιτική του αποδείχτηκε ο καλύτερος σύμμαχος των Άγγλων και της ελληνικής αστικής τάξης. Ειδικότερα με τις συμφωνίες του Λιβάνου, της Καζέρτας και της Βάρκιζας που υπέγραψε, έπαιξε προδοτικό και καταστροφικό ρόλο για το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα και προετοίμασε το έδαφος για την οριστική του ήττα κατά τη διάρκεια του τρίχρονου εμφυλίου πολέμου. […]

Το συνέδριο του Λιβάνου έγινε το Μάιο του 1944 με σκοπό την πραγματοποίηση της «γενικής εθνικής ενότητας» και τον σχηματισμό μιας αντίστοιχης κυβέρνησης. Πραγματικό στόχο όμως είχε από πλευράς των Άγγλων και των ελληνικών αστικών δυνάμεων να εγκλωβίσουν και να θέσουν υπό έλεγχο την τεράστια δύναμη της Αριστεράς στην Ελλάδα. Η συμφωνία που υπεγράφη στο Λίβανο ήταν μια σαφή ήττα για το ΕΑΜ καθότι δεν αναγνωρίζεται η αντίσταση, δεν καταγγέλλονται τα τάγματα ασφαλείας, στιγματίζεται η τρομοκρατία στην ύπαιθρο που υπονοείται ότι οφείλεται στο ΕΑΜ και το κυριότερο ο ΕΛΑΣ έμπαινε υπό τον έλεγχο της κυβέρνησης. Η συμφωνία της Καζέρτας υπεγράφη στις 26 Σεπτεμβρίου 1944 και ενώ η απελευθέρωση ήταν πολύ κοντά. Με τη συμφωνία αυτή ο ΕΛΑΣ τέθηκε υπό τις διαταγές ενός βρετανού αρχιστράτηγου του Σκόμπυ. Με τον τρόπο αυτό οι Άγγλοι και ο Γ. Παπανδρέου θεωρητικά δεσμεύουν τον ΕΛΑΣ ώστε σε ενδεχόμενη επέμβαση των Άγγλων μετά τη φυγή των Γερμανών, να μην μπορούσε να ακολουθήσει ευθύς εξαρχής την ένοπλη αντίσταση αντιμετωπίζοντας τους Άγγλους σαν να επρόκειτο για στρατό κατοχής.

Στον απόηχο των γεγονότων του Δεκέμβρη, το Φεβρουάριου του 1945, υπογράφεται η συμφωνία της Βάρκιζας. Τα Δεκεμβριανά ήταν στην ουσία ένας μικρός εμφύλιος οργανωμένος από τους Άγγλους και η πρώτη μεγάλη ήττα του αριστερού κινήματος στην Ελλάδα. Βέβαια δεν ήταν τίποτα μπροστά στο ολοκαύτωμα του ολοκληρωτικού εμφυλίου που ήρθε στη συνέχεια. Στο μακρινό τότε προάστιο της Βάρκιζας, υπογράφηκε η ομώνυμη συμφωνία που έθεσε τέρμα στην ύπαρξη του ΕΛΑΣ. Με τη συμφωνία αυτή και την παράδοση των όπλων, το λαϊκό κίνημα στην Ελλάδα, μένει προδομένο και ανυπεράσπιστο μπρος στις ορέξεις και τις επιλογές των Άγγλων και της ελληνικής αστικής τάξης. Σημαντικό στοιχείο αυτής της συμφωνίας είναι ότι γενική αμνηστία δεν δίνεται. Αμνηστεύονται τα Δεκεμβριανά, όχι όμως και τα κατοχικά αδικήματα και αυτό θα χρησιμοποιηθεί για την εξόντωση χιλιάδων αγωνιστών. Η συμφωνία της Βάρκιζας έμελλε σύντομα να αποδειχθεί τραγικό λάθος και απαρχή της πιο ωμής τρομοκρατικής Χιτοκρατίας.

Την επόμενη της διάλυσης του ΕΛΑΣ, ξεφύτρωσαν σε όλη τη χώρα πάνοπλες συμμορίες του παρακράτους της δεξιάς που άρχισαν να σπέρνουν τον τρόμο σε όλη την ελληνική επαρχία. Ακρωτηρίασαν, σκότωσαν, πυρπόλησαν, βασάνισαν, βίασαν κατακρεούργησαν, πολύ κόσμο, λεηλάτησαν, θησαύρισαν. Οι συμμορίες αυτές εξοπλίστηκαν από τους Άγγλους και το ελληνικό κράτος αμέσως μετά την συμφωνία της Βάρκιζας, με το πρόσχημα της άμυνας έναντι των υπολειμμάτων του ΕΛΑΣ. Οι μαχητές του ΕΛΑΣ που επιστρέφουν στις πόλεις τους και στα χωριά τους, έκπληκτοι βλέπουν ότι οι πρώην δωσίλογοι, ταγματασφαλίτες, κλπ έχουν καταλάβει τις πιο καίριες θέσεις στον κρατικό μηχανισμό –στην αστυνομία και στον νεοσύστατο στρατό- και καταλαβαίνουν ότι η κατοχή συνεχίζεται με άλλο προσωπείο. Πολλοί συνειδητοποίησαν ότι αργά ή γρήγορα, θα αναγκαστούν να ξαναπάρουν τα όπλα και να βγουν στο βουνό. Την περίοδο αυτή εκδίδονται αθρόα εντάλματα σύλληψης που φτάνουν τον αριθμό των 80.000(!), με αποτέλεσμα να γεμίσουν οι φυλακές με αριστερούς. Εμφανίζεται ο θεσμός των έκτακτων στρατοδικείων, τα οποία δικάζουν, καταδικάζουν και στέλνουν χιλιάδες στα εκτελεστικά αποσπάσματα. Οι Χίτες έχουν υποκαταστήσει το επίσημο κράτος, κυρίως στην ύπαιθρο, όπου πια εμφανίζονται και ως «Βασίλειο της Ελλάδας». Σε όλη την ελληνική επικράτεια εμφανίστηκαν πάνω από 150 παρακρατικές συμμορίες, με 25.000 περίπου οπλισμένα μέλη. […]

Μέσα σε αυτό το κλίμα τρομοκρατίας προκηρύχτηκαν οι εκλογές για της 31 Μάρτη του 1946, όπου το ΚΚΕ είχε τη γραμμή της αποχής, ενώ ήδη η Κ.Ε. του ΚΚΕ, στην 2η ολομέλεια, το Φλεβάρη του 1946, είχε αποφασίσει την ένοπλη αντιπαράθεση στο καθεστώς τρομοκρατίας της Δεξιάς. Ακόμα και την ημέρα των εκλογών, οι παρακρατικές συμμορίες της δεξιάς, δεν δίστασαν να διαπράξουν νέους φόνους αριστερών, «επισφραγίζοντας» την ομαλότητα των εκλογών της 31ης Μάρτη. Η επίθεση στο Λιτόχωρο είναι το πρώτο ξέσπασμα – απάντηση στη θηριωδία του φασιστικού καθεστώτος. Η βία δημιουργία αντι-βία.

Να τι έγραψε ο Αμερικάνος απεσταλμένος του ραδιοφωνικού δικτύου CBS, για τις εκλογές της 31ης Μαρτίου: «Με όλη τη δύναμη και τις ένοπλες δυνάμεις στα χέρια της δεξιάς και με την ύπαιθρο κάτω από την τρομοκρατία των χωρίς οίκτο δεξιών συμμοριών που ήταν πανταχού παρούσες, ο Έλληνας χωρικός δεν είχε καμία διάθεση να κάνει τον ήρωα […]».


Το ποσοστό αποχής παρουσιάστηκε ότι ήταν 9,6%. Στην πραγματικότητα όμως, όπως εξακριβώθηκε αργότερα και παρ’ όλη την τρομοκρατία, η αποχή έφτασε στο 50%. Μετά τις εκλογές, οι παρακρατικές συμμορίες, αποθρασυμένες από την εκλογική τους νίκη, συνεχίζουν την τρομοκράτηση και στρατοκράτηση της υπαίθρου με αλλεπάλληλες δολοφονίες, όχι μόνο οργανωμένων εαμιτών αλλά και απλών χωρικών, που μπορεί να ήτα κάπως φιλικά διακείμενοι προς το ΕΑΜ. Η λέξη ζούγκλα δεν είναι υπερβολική για να χαρακτηρίσει την κατάσταση που επικρατούσε εκείνη την εποχή. Για τους αγωνιστές της αντίστασης δεν υπήρχαν περιθώρια. Η επιλογή που έχουν να κάνουν είναι: υποταγή, φυλακή ή έξοδος στο βουνό έξω απ’ το θανάσιμο κλοιό. Έτσι αρχίζει η πρώτη φάση του αντάρτικου με τη δημιουργία των ομάδων καταδιωκόμενων αγωνιστών. Κάθε ομάδα είχε συνήθως δύναμη 7-10 άντρες και ο διοικητής της εκλεγόταν από τη συνέλευση της ομάδας. Σταθμό για την πορεία του αντάρτικου αποτέλεσε η ίδρυση του γενικού αρχηγείου, στις 26-28 Οκτώβρη του 1946. Για λίγο διάστημα και μετά τη συγκρότηση του γενικού αρχηγείου η ονομασία των ένοπλων δυνάμεων του είναι αόριστη («αντάρτες», «γενικό αρχηγείο ανταρτών»). Στο τέλος όμως του 1946, οι ένοπλοι παίρνουν την επίσημη ονομασία τους: «Δημοκρατικός Στρατός Ελλάδος» (ΔΣΕ). Με τη συγκρότηση του ΔΣΕ και την έναρξη των μεγάλων εκκαθαριστικών επιχειρήσεων από τη χωροφυλακή και τον Εθνικό στρατό στις ορεινές περιοχές της Ελλάδας αρχίζει πλέον ο ολοκληρωτικός πόλεμος που θα διαρκέσει 3 χρόνια και θα τελειώσει με τη συντριβή του ΔΣΕ στο Γράμμο και στο Βίτσι. Το μετεμφυλιακό καθεστώς του κράτους-χωροφύλακα συνέχισε το κυνήγι και την τρομοκρατία ακόμα και με την υπόνοια αριστερής δραστηριοποίησης […]. 


Κυριακή, 14 Ιουλίου 2013

O φασισμός [...].

Ο φασισμός. Έχει ξανάρθει στα μέρη μας κι άλλη φορά. Ο φασισμός. Μπορεί να μείνει ένα – δυο βράδια ‘δω γύρω. Ίσα να θυμίσει στους ανθρώπους μας πως ξεχάσαν άνθρωποι να’ ναι. Ο φασισμός. Ας κοπιάσει. Τον περιμένουμε με το λυπημένο βλέμμα του Άρη αυτό σα δαρμένου σκύλου. Ο φασισμός, ένα γύρω δε μένει, δε φυτρώνει σταθερά στον τόπο μας. Την ρίζα του την πριονίζουν οι νεκροί μας, κάτ’ απ’ τη γη. Τα πρώτα του αγκάθια τα ξεπαστρεύει το νιό χέρι μας. Εδώ ακόμη ο κόσμος κλαίει στο όμορφο ζεϊμπέκικο, πίνει ακόμη ούζο στη άκρη του μέρους πριν τα πόδια της θάλασσας. Εδώ ακόμη στις φτωχογειτονιές τραγουδούν τη Ρόζα. Και κάποιοι ήδη σκέφτονται το ξεμούδιαστο βλέμμα της, ν’ ατενίζει έναν κόσμο που ο φασισμός -λέξη άγνωστη πια- απαντιέται μόνο στα μελλούμενα ελεύθερα μαθήματα ιστορίας.[...]

[...] που κάνει ο δάσκαλος έναν κύκλο με τους μαθητές, εκτός «αιθούσης» στο δάσος της Ιερισσού. Κι όλο τα παιδιά ρωτούν για ‘κείνο το τέρας που μισούσε τον συμμαθητή, το φίλο. Ο Σιρκά δείχνει να μην καταλαβαίνει. Κάνενα παιδί δεν καταλαβαίνει. Ο ήλιος είναι λαμπρός πάνω από το δάσος, τα παγουρίνια τους γεμάτα κρύο νερό. Οι μανάδες τους, τα περιμένουν σπίτι. Πάντα παίζουν όλα μαζί. Τα παιδιά στο διάλειμμα μίλησαν. Ο φασισμός που έλεγε ο δάσκαλος είναι το κτήνος που ζει στην πιο σκοτεινή σπηλιά του δάσους. Κανένα παιδί δεν θέλησε να πάει ως εκεί. Η Μαρία φώναξε και έδωσε μια κλωτσιά στη μπάλα. Τα παιδιά μαζεύτηκαν στην αντίθετη πλευρά της σπηλιάς. Εκεί θα συνεχίζουν να παίζουν όλα μαζί. Εκεί ανθεί αυτό που ο δάσκαλος το λέει ευτυχία. Και που δεν εξηγείται. Τα παιδιά αποφάσισαν. Ευτυχία είναι τα απομεσήμερα στο δάσος. [...]

Τρίτη, 9 Ιουλίου 2013

Μεταμόρφωση

Έφυγα μακριά σου. Με κάποιο θάρρος που με ξαφνιάζει ακόμα. Μπήκα στο πιο σκοτεινό δάσος της πλάσης. Πάτησα άτσαλα τα βάτα της λήθης, όχι ανέμελος, όχι ξέγνοιαστος. Σαν άγριο ζώο, σαν κτήνος. Περπάτησα, περπάτησα, περπάτησα...κι ακόμη. Χάθηκα στα σίγουρα, όχι με τη σιγουριά της λάθος ένδειξης στην πυξίδα -την όποια πυξίδα- μα με τη σιγουριά του αισθήματος του απόλυτου τρόμου. Γύρω μου δεν αναγνωρίζω τίποτε. Έτσι κι αλλιώς σκοτάδι, η νύχτα εναλλάσσεται με νύχτα. Ψηλάφισα το έδαφος υγρό μα άγονο. Έκανα να ψηλαφίσω το κορμί, δέρμα ζώου, ρύγχος, αυτιά σουβλερά. Περπατώ στα τέσσερα κι ότι θυμίζει ότι ήμουν κάτι άλλο είναι ότι θυμάμαι. Θυμάμαι εσένα, θυμάμαι να μ' αγαπάς, κι εγώ να προσπαθώ. Έκανα να γυρίσω, έστρεψα τα πόδια, έτρεξα για ένα βήμα μονάχα. Πάγωσα. ο τρόμος είναι κάτι ζωντανό, ότι ένοιωσα εκείνη τη στιγμή όμως είχε τη βεβαιωμένη ακινησία του θανάτου. Κατάλαβα. Χίλιες νύχτες κι αν έτρεχα προς την αντίθετη κατεύθυνση, κι αν ακόμη έβρισκα το δρόμο μέσα στο πηχτό κι απόλυτο σκοτάδι του δάσους, κι αν ακόμη έβρισκα μια έξοδο, κι αν τύχαινε να βρώ το δρόμο μου για σένα...δε θα με γνώριζες, δε θα μ' αναγνώριζες ποτέ.

η παντοτινή σου αγάπη, η αιώνια καλοσύνη σου, θα ήτανε ένα πιατάκι γάλα.

Τρίτη, 28 Μαΐου 2013

Ιδρυτική Διακήρυξη της Ελευθεριακής Πρωτοβουλίας Θεσσαλονίκης

Ιδρυτική διακήρυξη

Α. Ιστορική κληρονομιά, Ιδεολογικό Περιεχόμενο, Σύγχρονο Αναρχικό Κίνημα, Κρίση & Πολιτική Συγκυρία, Αναρχική Οργάνωση, Μέσα.

1. Ιστορική κληρονομιά
Η Ελευθεριακή Πρωτοβουλία Θεσσαλονίκης [Ε.Π.Θ.] είναι πολιτική συλλογικότητα ενταγμένη στο ρεύμα του Κοινωνικού Αναρχισμού. Για την Ε.Π.Θ. ο κοινωνικός αναρχισμός αποτελεί την πιο έγκυρη απόπειρα επικαιροποίησης των ιστορικών ρευμάτων που συγκρότησαν το αναρχικό κοινωνικό κίνημα, του αναρχοσυνδικαλισμού και του αναρχοκομμουνισμού, καθώς επίσης και άλλων επαναστατικών ρευμάτων [συμβουλιακοί κομμουνιστές, ελευθεριακοί, αυτόνομοι].

Κάνοντας έναν διαχωρισμό στις έννοιες «Αναρχία» και «Αναρχισμός» ως αναρχία αντιλαμβανόμαστε τη διαρκή πάλη του ανθρώπου μέσα στο χρόνο για την απελευθέρωση του από κάθε μορφή διαχωρισμένης εξουσίας, στο δρόμο για την χειραφέτηση του μέσω της κατάκτησης του αυτεξούσιου, της ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας. Ως αναρχισμό αντιλαμβανόμαστε το συγκροτημένο ρεύμα σκέψης και δράσης που γεννήθηκε μετά το διαφωτισμό, και το οποίο δομήθηκε ως κομμάτι του σοσιαλιστικού – εργατικού κινήματος, και αναπτύχθηκε ως ιδιαίτερη αυτόνομη πτέρυγά του. Το ιστορικό αναρχικό κίνημα είναι κομμάτι του παγκόσμιου εργατικού κινήματος, και φιλοσοφική πτέρυγα της σοσιαλιστικής σκέψης. Τα εκατομμύρια εργατών που βημάτισαν κάτω από τις σημαίες της Αναρχίας σε όλα τα μήκη και πλάτη της γης, και σκοτώθηκαν για το όραμα του Αντιεξουσιαστικού Σοσιαλισμού βεβαιώνουν για τον χαρακτήρα του κινήματος. Στην Λυών, το Παρίσι, το Βερολίνο, το Μόναχο, την Ανδαλουσία, την Βαρκελώνη, το Μπουένος Άιρες, το Γκιουλάι Πόλιε, την Πετρούπολη, την Κροστάνδη, οι IWW, η FORA, η CNT, η FAI, οι αναρχικές Ομοσπονδίες, και τα Επαναστατικά Συνδικάτα συμμετείχανε στις μάχες ενάντια στον καπιταλισμό, τον φασισμό-ναζισμό, την εξουσία του κράτους και του κεφαλαίου.

Στην Ελλάδα το κλασσικό αναρχικό ρεύμα γνώρισε μια σύντομη -χρονικά- ανάπτυξη τις δεκαετίες από το 1880 εως το 1910, κυρίως στις περιοχές της Πάτρας, του Πύργου, της Ερμούπολης και της Αθήνας, όπως και της Θεσσαλίας. Στα λίγα αυτά χρόνια, ο αναρχισμός θα καταφέρει να αποτελέσει την ιδεολογία η οποία θα εμπνεύσει τις μεγαλύτερες μάχες των εργατών της εποχής ενάντια στην μισθωτή σκλαβιά. Στο Λαύριο, στη Σέριφο, στην Πάτρα, και τον Πύργο, όπως και στην Ερμούπολη η εμπλοκή των αναρχικών εργατών είναι καταλυτική για την κήρυξη και πολλές φορές τη νίκη των άγριων απεργιακών αγώνων.

2. Ιδεολογικό Περιεχόμενο

Βασικά στοιχεία του κοινωνικού αναρχισμού είναι ο αντιεξουσιαστικός φεντεραλισμός, και ο ελευθεριακός κομμουνισμός. Ο αναρχισμός είναι ενάντια στην συγκεντροποίηση και την συσσώρευση των εξουσιών, διαδικασίες που πάντα γεννούν γραφειοκρατικές στρεβλώσεις. Αντιθέτως ο αναρχικός τρόπος οργάνωσης τόσο του κινήματος σήμερα όσο και της κοινωνίας αύριο προκρίνει την ελεύθερη σύνδεση των αυτόνομων κοινοτήτων στη βάση μιας κοινής ομοσπονδίας. Το ίδιο μοντέλο συγκρότησης από τη βάση προς «τα πάνω», προτείνει ο αντιεξουσιαστικός φεντεραλισμός σε όλα τα επίπεδα με βάση τις αρχές που έθεσε ο Πιερ Ζοζέφ Προυντόν, και οργανωτικά εκφράστηκε στην Παρισινή Κομμούνα του 1871.

Ο αναρχισμός είναι ταξικός και επαναστατικός, προσπαθεί να ανατρέψει το σύνολο της εξουσίας σε όλα τα επίπεδα είτε ως πολιτικό σύστημα είτε ως κοινωνική σχέση. Με βάση τη φιλοσοφική δεξαμενή της σκέψης του Μπακούνιν και την λειτουργική επέκταση της όπως εκφτάστηκε από τον Κροπότκιν, ο αναρχισμός είναι πάντα κομμουνιστικός, είναι υπέρ της άνευ όρων κατάργησης της ατομικής ιδιοκτησίας. Με αυτή την έννοια ο αναρχισμός είναι εκ των πραγμάτων αντικαπιταλιστικός. Ταυτόχρονα αρνούμενος την κάθε είδους διαχωρισμένη εξουσία είτε αυτή εμπνέεται από την πολιτική καθοδήγηση, είτε από διαχωρισμούς με βάση το φύλο, τη φυλή την εθνικότητα, ο αναρχισμός είναι επίσης εκ των πραγμάτων αντιεξουσιαστικός και διεθνιστικός. Το όραμα απελευθέρωσης του ανθρώπου που συλλαμβάνει η σκέψη του κοινωνικού αναρχισμού, είναι ο ελευθεριακός κομμουνισμός.
Με βάση την κουλτούρα που διαμόρφωσε το αναρχικό κίνημα της Ισπανίας, ο αναρχισμός είναι ελευθεριακός, αυτό σημαίνει ότι έχει μια ιδιαίτερη κουλτούρα αποδοχής απέναντι στο διαφορετικό, βάζει στο κέντρο της αντίληψής του τον άνθρωπο, ενάντια σε μεταφυσικές αφηγήσεις, και εκκοσμικευμένες θεσμίσεις που σκοπό έχουν την εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο. Επίσης δεν ασκεί μια ολοκληρωτική εξουσία πάνω στο άτομο συνθλίβοντας την προσωπική του βούληση αλλά προσπαθεί να συμβάλλει θετικά στην διαμόρφωσή του πάντα προς την κατεύθυνση της ελευθερίας και της αλληλεγγύης με τους άλλους ανθρώπους.

3. Σύγχρονο Αναρχικό Κίνημα

Η διαμόρφωση του σύγχρονου κόσμου, τα χρόνια μετά τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο καθώς επίσης και οι αναδιαρθρώσεις στον τρόπο καπιταλιστικής παραγωγής, είχαν σαν αποτέλεσμα την ανάπτυξη ενός ρεύματος ανανέωσης του αναρχικού κινήματος. Τα νέα κοινωνικά κινήματα όπως αναδείχθηκαν μέσα από την εξέγερση του Μάη του ’68 ανατροφοδοτήσαν την ελευθεριακή σκέψη, διεύρυναν τους ορίζοντες των προβληματισμών πάνω στα ζητήματα απελευθέρωσης του ανθρώπου απ’ όλες τις κοινωνικές σχέσεις που έχει επιβάλλει η εξουσία. Ο αναρχισμός επαναθεμελίωσε την αντιπατριαρχική του συνείδηση, τον αντιμιλίταριστικό του χαρακτήρα, την άρνηση υποταγής σε εξουσιαστικά γραφειοκρατικά σχήματα, επαναεπιβεβαίωσε την επιλογή της συναπόφασης, της άμεσης δημοκρατίας, της αντιιεραρχίας. Επικύρωσε τις θέσεις του για το περιβάλλον και την οικολογία, την αγάπη για την φύση, το μίσος του για την φυλακή και την κάθε είδους καταπίεση.

Στην Ελλάδα το σύγχρονο αναρχικό ρεύμα θα πρωτοεμφανιστεί αρχικά μέσα στη Χούντα κυρίως μέσω της ομάδας της Διεθνούς Βιβλιοθήκης. Στο Πολυτεχνείο του 1973 θα κάνουν την εμφάνισή τους και τα πρώτα αναρχικά συνθήματα όπως το «Κάτω η Εξουσία». Το σύγχρονο αναρχικό ρεύμα θα αναπτυχθεί πάντως ολόπλευρα μετά τη μεταπολίτευση. Το κενό που έχει δημιουργηθεί στην αναρχική παράδοση και κληρονομιά τα χρόνια από το 1930 ως το 1970 είναι πολλά, οπότε το νέο κίνημα θα πρέπει να ανακαλύψει σχεδόν μόνο του τα εργαλεία που το συγκροτούν, τις ιδέες, τις θέσεις, τις αντιλήψεις του.

Την Πρωτομαγιά του 1975 εμφανίζεται για πρώτη φορά αναρχικό μπλοκ σε πορεία, ενώ το κίνημα θα αναπτυχθεί από το 1978-1979, και θα μαζικοποιηθεί από το 1981, έπειτα και από την διάλυση των οργανώσεων της Άκρας Αριστεράς. Η πρώτη προσπάθεια πανελλαδικής οργάνωσης του αναρχικού κινήματος θα έρθει το 1987 με την συγκρότηση της «Ένωσης Αναρχικών», η οποία θα διαλυθεί μερικά χρόνια αργότερα. Τα ρεύματα του εξεγερτικού αναρχισμού όπως εκφράζονται από ευρωπαίους αναρχικούς θα παίξουν κυρίαρχο ρόλο στη δράση του αναρχικού κινήματος την περίοδο από το 1991 ως το 2003, απόρροια αυτής της κατάστασης είναι η υιοθέτηση αφορμαλιστικών τύπων οργάνωσης από το αναρχικό κίνημα της περιόδου. Η ραγδαία οικονομική συσσώρευση, η καπιταλιστική «ανάπτυξη» της περιόδου δεν θα αφήσει πολλά περιθώρια για την περαιτέρω μαζικοποίηση του αναρχικού κινήματος, όμως το κίνημα θα βάλει ρίζες, θα δώσει διάφορους αγώνες, για επιμέρους κοινωνικά ζητήματα, θα συσπειρώσει κόσμο γύρω από τις θέσεις του, θα φυλακιστεί, θα κερδίσει αγώνες, πληρώνοντας το τίμημα του να θεωρείται ο πιο επικίνδυνος πολιτικός χώρος για την εξουσία τα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση. Ταυτόχρονα θα δώσει αγώνα για να αποκαταστήσει τον εαυτό του απέναντι στα ψέματα με τα οποία βομβαρδίζουν τα επιτελεία των εξουσιαστών την κοινωνική βάση ενάντια στους αναρχικούς αγωνιστές.

Από το 1999 το αναρχικό ρεύμα θα αρχίσει να επηρεάζεται από την δράση του διεθνούς αντι-παγκοσμιοποιητικού κινήματος, καθώς συμμετέχοντας σε αυτό οι αναρχικοί αλληλεπιδρούν με νέες αντιλήψεις και μορφές οργάνωσης. Τα δίκτυα οριζόντιας κινητικότητας θα μπουν στην ατζέντα των μορφών συντονισμού των αγώνων που διεξάγουν τα κινήματα βάσης. Το 2003 η σύνοδος της Ε.Ε. στην Ελλάδα θα δώσει αφορμή για την συγκρότηση των αναρχικών και αντιεξουσιαστικών δυνάμεων για την αντιπαράταξη στους εκπροσώπους του διεθνούς και ντόπιου κεφαλαίου. Τα επόμενα χρόνια θα σημαδευτούν από την κοινωνικοποίηση της δράσης και των δρόμων αντίστασης που υιοθετεί το αναρχικό ρεύμα, καθώς πολλοί αναρχικοί αγωνιστές θα παλέψουν μέσα από τους κοινωνικούς τους χώρους. Ο αγώνας ενάντια στους Ολυμπιακούς Αγώνες και τις συνέπειες της διεξαγωγής τους το 2004, θα διαδεχθεί τον αντιπολεμικό αγώνα ενάντια στην εισβολή των ΗΠΑ στο Ιράκ, οι διάφοροι εργατικοί αγώνες, αλλά και το φοιτητικό κίνημα του 2006-2007 ενάντια στην αναθεώρηση του άρθρου 16, διεξαγόμενοι με τη συμμετοχή -πολλές φορές καταλυτική- των αναρχικών θα διαμορφώσουν τους όρους για την ανάπτυξη αφ’ ενός, ενός πιο αποτελεσματικού κοινωνικού κινήματος, και αφ’ ετέρου ενός ρεύματος μέσα στον αναρχικό χώρο που έχει τα μάτια στραμμένα στην κοινωνική βάση και παρέμβαση, αναζητώντας νέες πιο αποτελεσματικές μορφές συντονισμού και οργάνωσης των κοινωνικών – ταξικών αγώνων στην Ελλάδα, το ρεύμα του Κοινωνικού Αναρχισμού.

Η εξέγερση του Δεκέμβρη του 2008 αποτελεί τομή και ορόσημο της δράσης του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα. Οι κοινωνικοί αναρχικοί συμμετέχοντας στην εξέγερση, εκτίμησαν ότι μια βίαιη εξεγερτική διαδικασία είναι απαραίτητη, αλλά όχι ικανή από μόνη της συνθήκη για την ανατροπή του και την έλευση της ελεύθερης κοινωνίας. Με βάση αυτή την εκτίμηση η οποία επιβεβαιώθηκε από τα συμβάντα, -με την εμφάνιση και την κυριαρχία το επόμενο διάστημα των δυνάμεων της αντι-εξέγερσης- οι κοινωνικοί αναρχικοί έστρεψαν το βλέμμα στην οργάνωση του αγώνα και την επικαιροποίηση των θέσεων του αναρχικού χώρου, στη βάση της συνεκτίμησης των συνεπειών που είχε γεννήσει και η επελαύνουσα καπιταλιστική – οικονομική κρίση, η οποία εκδηλώθηκε ανοιχτά στην Ελλάδα από το 2009.

4. Κρίση & Πολιτική Συγκυρία

Από το 2008 στη χώρα μας -κυρίως- αλλά και διεθνώς, αρχικά στις ΗΠΑ κι έπειτα εντονότερα στην Ευρώπη, εμφανίζεται με τους πλέον καθετοποιημένους όρους το νέο σχήμα ολοκληρωτικής καπιταλιστικής διαχείρισης, το οποίο επωαζόταν εδώ και δεκαετίες κυρίως από το αγγλοσαξονικό think tank και εκτελούνταν μέσω των διεθνών οργανώσεων της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης [Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ].

Οι καπιταλιστικές ελίτ, αφού διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη λήξη της «συναινετικής» περιόδου του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης, τώρα αναβαθμίζουν γρήγορα τις θέσεις τους, ώστε να εξαπολύσουν μια εντονότερη και πιο δομική επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας. Η περίοδος-φούσκα, κατά την οποία μπορούσε να εξαγοραστεί η κοινωνική συναίνεση μέσω της προσφοράς ελπίδων και υποσχέσεων κατανάλωσης με δανεικό χρήμα, έσκασε μετά από σαράντα περίπου χρόνια διόγκωσης. Ο παγκόσμιος χώρος, το οικουμενικό περιβάλλον και ο συλλογικός χρόνος αποικίστηκαν από την καπιταλιστική σχέση με όρους ανελέητης κακοποίησής τους. Τούτο, είχε ως συνέπεια την κακοποίηση του ίδιου του ανθρώπου μέσω των νέων, αρνητικών συσχετισμών εκμετάλλευσης-αναπαραγωγής του.

Η συναίνεση, ως πολιτική μεσολάβηση, εγκαταλείφθηκε από τις ελίτ ως ιδιαιτέρως ακριβή διαδικασία. Οι τελευταίες, εγκαταλείποντας κάθε επίφαση διαλόγου με τις καταπιεζόμενες τάξεις, γελοιοποίησαν όσους είχαν απομείνει να ψελλίζουν περί εκπροσώπησης κοινών συμφερόντων και ειρηνικής συνύπαρξης. Καλύτερος μάρτυρας αυτής της διαδικασίας δεν είναι άλλος από την καθημερινή αναβάθμιση της κρατικής τρομοκρατίας και καταστολής, η οποία αποτελεί κομμάτι της διαμόρφωσης του ολοκληρωτικού καπιταλισμού.
Η νέα περίοδος, μέσα στην οποία θα αναμετρηθούν και πάλι με όρους ανταγωνιστικούς οι μεγάλες δυναμικές του 20ου αιώνα -όπως αυτές εκφράστηκαν από τις ταξικές δυνάμεις- ονομάζεται, για την ώρα, Κρίση. Η Κρίση συντρίβει ευθύς αμέσως όλα τα θέσφατα, όλες τις προηγούμενες κοινωνικές και πολιτικές συγκροτήσεις και, ως εκ τούτου, το σύνολο των παραδειγμάτων αντίστασης, που διαμορφώθηκαν στον πυρήνα της μεταπολεμικής περιόδου «ανάπτυξης». Η Κρίση επαναφέρει, ως προτεραιότητα στη δημόσια σφαίρα, το αρχετυπικό, κοινωνικό πρόβλημα της ανισότητας και της αδικίας στο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Παράλληλα, οξύνει τις αντιθέσεις που διέπουν το κοινωνικό σώμα.

Ό,τι παρήχθηκε ως διαλεκτικό παράγωγο των ανταγωνιστικών, κοινωνικών δυνάμεων εντός της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, συντρίβεται ως κοινό βάζο που σπάει στον πρώτο καβγά της νέας περιόδου των ταραχών. Σύνολες οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν ή δε θέλουν να αντιληφθούν τη νέα αυτή πραγματικότητα, ενώ από τη άλλη πλευρά το ανήμπορο -ακόμα- πλήθος των καταπιεσμένων, δεν έχει κερδίσει ακόμα τα όπλα της αντιπαράθεσης, και παραμένει γυμνό απέναντι στις επιθέσεις των ελίτ.
Ο παλιός κόσμος, το μοντέλο πολιτικής διαχείρισης προ κρίσης, ταυτίζεται με το νέο τοπίο του ρημαγμένου, πολιτικού χώρου, εκφράζοντας την κοινωνική αποσύνθεση σε κρισιακό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, αποτελεί κοινό τόπο για το συλλογικό φαντασιακό, ότι για τη σημερινή κατάσταση ευθύνεται -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- το σύνολο των πολιτικών και κοινωνικών συγκροτήσεων διαμεσολάβησης, σε όποιο σημείο του πολιτικού φάσματος κι αν αυτές τοποθετούνται.

Η ταξική αναδιάρθρωση, εκτός όλων των άλλων, μεταβάλλει τα εργαλεία κατασκευής ιδεολογιών, πολιτικών προσήμων και προτύπων συλλογικής δράσης. Πάνω απ’ όλα επαναφέρει τις μεγάλες συζητήσεις, από όπου είθισται να προκύπτουν οι μεγάλες αφηγήσεις, οι οποίες, ανεξάρτητα από τις προηγούμενες λειτουργίες τους, δε φαίνεται να εξαντλούν τις προκείμενές τους για έναν κόσμο που, αντιθέτως με ότι πιστεύαμε ίσως κάποια χρόνια πριν, δεν άκουσε τα πάντα που -τάχα- είχαν ήδη ειπωθεί.

Η Κρίση αποτελεί, επί της ουσίας, την αίθουσα αναμονής και το αναγκαίο στάδιο μέσα από το οποίο θα διέλθει ο καπιταλισμός, προτού οδηγήσει τις δυτικές κοινωνίες στη νέα κατάσταση του αποχαλινωμένου, οικονομικού ολοκληρωτισμού του κεφαλαίου. Η περίοδος αυτή, λοιπόν, λαμβάνει πολύ σημαντικές διαστάσεις, καθώς από τις αντιστάσεις που θα παράξουν οι κοινωνίες, θα εξαρτηθεί η νέα δυναμική σχέση που θα καθορίσει, όχι απλώς τους πολιτικούς, αλλά τους βαθύτερα κοινωνικούς και πολιτειακούς συσχετισμούς. Αυτό θα συμβαίνει, καθόσον οι πολιτικές εντολές της διοίκησης θα σχετίζονται όλο και πιο άμεσα με τις ζωές των υπηκόων, σε σημείο τέτοιο που να τίθεται ζήτημα στέρησης όχι μόνο των αναγκαίων προϋποθέσεών για την επιβίωση, αλλά ακόμα και της ίδιας της ζωής. Σε αυτό το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να προσαρμοστούν οι αντιλήψεις μας ως προς τα φιλοσοφικά εργαλεία και την πολιτική σκέψη, που θα μας επιτρέψουν την κοινωνική διείσδυση.

Η άρση της καπιταλιστικής υπόσχεσης και η εξάντληση του βασικού υλικού κατασκευής της συναίνεσης, δηλαδή του χρήματος, δίνει εκρηκτικά χαρακτηριστικά στην κοινωνική βάση και αποστοιχίζει μαζικά τους καταπιεσμένους από τις προηγούμενες πολιτικές και ίσως ιδεολογικές τους επιλογές. Όσο ο καπιταλισμός αδυνατεί να γεμίσει τα στόματα των κατώτερων τάξεων, έστω και υποτυπωδώς, τόσο η αστική δημοκρατία θα αποσύρεται στο παρασκήνιο. Εν τέλει, θα εγκαινιαστεί η εποχή των εντάσεων και των ταραχών.
Στην Ελλάδα, το εν λόγω πείραμα, όχι μόνο έχει ξεκινήσει, αλλά έχει διανύσει ήδη μια μεγάλη απόσταση. Το πρώτο κομμάτι της σύγκρουσης εξελίσσεται, με τις οργανωμένες δυνάμεις της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου να εναντιώνονται στις άτακτες κοινωνικές δυνάμεις των αντιστεκόμενων.

Η αδυναμία συσπείρωσης των κοινωνικών δυνάμεων αντίστασης και ανατροπής γύρω από ένα πρόγραμμα επαναστατικής και ριζοσπαστικής κατεύθυνσης, μπορεί αρχικά να θεωρήθηκε εύλογη. Η ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής θεωρίας και πρακτικής φάνταζε ένα πραγματικά δύσκολο έργο, ειδικά μετά από μια περίοδο διευρυμένης κοινωνικής ραστώνης, την οποία εξέθρεψε η ευρωπαϊκή συναίνεση και η «εκσυγχρονισμένη» σοσιαλδημοκρατία του δανεισμένου χρήματος. Ασφαλώς, η τελευταία συνέχιζε να παράγει σκλάβους, χρησιμοποιώντας κυρίως την εργατική δύναμη των μεταναστών.

Σήμερα, όμως, πριν καλά – καλά διαμορφωθεί ένας οργανωμένος πόλος αντίστασης σε μια κατεύθυνση επαναστατική και προτού μπορέσει το κοινωνικό κίνημα να γίνει όντως απειλητικό, βλέπουμε ότι το σύστημα εξαπολύει ακόμα και τις φασιστικές του εφεδρείες. Καθώς η προηγούμενη αδυναμία συσπείρωσης έχει γίνει πια γάγγραινα, η επιλογή της δημιουργικής σύγκρουσης απομακρύνεται, στην καλύτερη περίπτωση, προς όφελος του εκσυγχρονισμένου «αριστερού μεταρρυθμισμού». Στη χειρότερη περίπτωση, ενδυναμώνεται το μπλοκ της ακροδεξιάς και της ναζιστικής αντι-εξέγερσης. Μετά από τέσσερα χρόνια Κρίσης, έχουν κάνει την εμφάνισή τους όλοι οι μπαλαντέρ της πολιτικής ζωής, είτε αυτοί φορούν το πουκάμισο του ρεφορμισμού είτε τη γραβάτα του νεοφιλελευθερισμού, ή ακόμα και τη στολή των Ες-Ες. Μολονότι όλες οι δεξαμενές σκέψης έχουν στερέψει ουσίας εδώ και καιρό, συνεχίζουν να παράγουν τάσεις επηρεασμού της κοινωνικής ζωής, ανασύροντας στην επιφάνεια τον βούρκο των πιο απάνθρωπων αντιλήψεων.

Μόνο το επαναστατικό κομμάτι του κοινωνικού κινήματος δεν έχει διαμορφώσει ακόμα τους όρους για την πολιτική και οργανωτική του έκφραση. Δεν έχει ανακεφαλαιώσει τα κοινωνικά κινήματα και τις χιλιάδες φλέβες κοινωνικής αντίστασης και δημιουργίας σε ένα ενιαίο σώμα, το οποίο θα ήταν ικανό να δώσει τη μάχη απέναντι στο υπάρχον, τον ρεφορμισμό και τον εθνικισμό. Για να μπορέσει να γίνει αυτό, θα πρέπει το οργανωμένο, ταξικό, επαναστατικό, κοινωνικό κίνημα να επανακαταστήσει τον εαυτό του ως δύναμη διεξόδου από το περιβάλλον εκμετάλλευσης, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικό, στρατηγικό αλλά και τακτικό επίπεδο. Αυτό θα συμβεί, εφόσον διαμορφώσει ένα πρόγραμμα βασισμένο στην κοινωνική ανάγκη, το οποίο θα του επιτρέψει να συστρατεύσει δυνάμεις ευρύτερες των ιδεολογικών του αναφορών και να εμπνεύσει τις επιθυμίες των αποκλεισμένων, των φτωχών, των προλεταρίων.

Δεδομένης της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, που έχει διαμορφώσει συνθήκες ανέχειας στο κοινωνικό σώμα, το κίνημα που θα κατορθώσει να προτείνει μια πορεία πολιτικής πράξης με πυξίδα την κοινωνική αναγκαιότητα, θα καταφέρει να γίνει ο κινητήριος μοχλός προς μια θετική αποδέσμευση από την καπιταλιστική μέγγενη.

Ειδικότερα, στην Ελλάδα του σήμερα, ένα κίνημα επαναστατικής πολιτικής θα πρέπει να απαντήσει συνολικά ακόμα και στο επίπεδο των αξιών. Η διαρκής υποβάθμιση των εισοδημάτων των εργαζομένων δημιουργεί συνθήκες ανέχειας, τα ποσοστά ανεργίας παραπέμπουν σε συνθήκες γενοκτονίας του περισσευούμενου εργατικού δυναμικού και η ναζιστική πολιτική των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της δημόσιας διαπόμπευσης με την επίφαση των «υγειονομικών πολιτικών», γίνεται κατανοητή μέσω της ταξικής οπτικής της παρανομοποίησης του αλλοδαπού, πολυάριθμου, εργατικού δυναμικού.

Η απόσυρση του κράτους από τα «καθήκοντα» της κοινωνικής πρόνοιας, προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου, σε βαθμό που να μην προσφέρει τίποτα πλέον στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, υποδεικνύει το δρόμο όπου πρέπει να βαδίσει το επαναστατικό κίνημα, εκδηλώνοντας τι μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί από τις δομές του. Η διεύρυνση του ελλείμματος στην παιδεία, την υγεία και τα δημόσια αγαθά εν γένει, δημιουργεί τις προϋποθέσεις άρνησης της εξουσίας τους κράτους και του κεφαλαίου με καθετοποιημένους όρους, υλοποιώντας το πρώτο βήμα της κοινωνικής αυτοάμυνας, ενόσω πυροδοτεί τη δημιουργική, κοινωνική δράση της βάσης. Η τελευταία, οφείλει να αναλάβει την πολιτική και κοινωνική ευθύνη για την ανατροπή των υφιστάμενων όρων διαβίωσης.

5. Αναρχική Οργάνωση

Απαραίτητο εργαλείο, για την συγκρότηση της πάλης ενάντια στην δυνάμεις του κράτους και του κεφαλαίου, είναι η δημιουργία μιας ενιαίας πολιτικής οργάνωσης των αναρχικών επαναστατών. Ειδικότερα σε συνθήκες κρίσης, σε περιόδους ρήξεων και ανακατατάξεων στην κοινωνική βάση και στη συνείδησή της η ανάγκη για οργάνωση της πάλης σε πιο αποφασιστικό και αποτελεσματικό επίπεδο είναι σημαντική προϋπόθεση για την νικητήρια επαναστατική πάλη. Ο συντονισμός των κοινών δυνάμεων των επαναστατών αλλά και η συμμετοχή των κοινωνικών κινημάτων στην υπόθεση της απελευθέρωσης εξυπηρετείται καλύτερα μέσα από ένα οργανωμένο σχήμα το οποίο υπερασπίζεται συγκεκριμένες θέσεις και προπαγανδίζει ολοκληρωμένα σχήματα, έτσι που να είναι ξεκάθαρο στους από τα κάτω το τι είναι και τι θέλουν οι αναρχικοί.

Η οργάνωση δομείται πάνω στην αρχή του οργανωτικού δυισμού. Τον διαχωρισμό δηλαδή του πολιτικού από το κοινωνικό. Θεωρούμε αυτό τον διαχωρισμό όχι θετικό αλλά επιβεβλημένο. Εξουσία είναι η απόσπαση της διαχείρισης της κοινωνίας από τα χέρια της ίδιας της κοινωνίας. Παρόλα αυτά σήμερα οι συσχετισμοί στο επίπεδο της ηγεμονίας των ιδεών είναι αρνητικοί για όσους πιστεύουν στην κοινωνική αυτοδιεύθυνση. Χρειάζεται λοιπόν μια πολιτική δουλειά και από μια πολιτική οργάνωση η οποία θα υπερασπιστεί ερχόμενη ακόμη και σε ρήξη με τις υπάρχουσες κοινωνικές αντιλήψεις την απελευθέρωση της κοινωνίας από τα δεσμά της εξουσίας, του κράτους και του κεφαλαίου.
Γι’ αυτό το σκοπό όμως η αναρχική οργάνωση που εμπνέεται από τις αρχές του κοινωνικού αναρχισμού έχει τα μάτια στραμμένα στην κοινωνική βάση, στους καταπιεσμένους, με αυτούς είναι που θα επιτύχει την ανατροπή όχι απλά των συσχετισμών αλλά του ίδιου του συστήματος καταπίεσης ανθρώπου από άνθρωπο.

Η αναρχική οργάνωση είναι ένα ακόμη κομμάτι αυτού του πολύμορφου αγώνα. Ο ρόλος της αναρχικής οργάνωσης είναι καταλυτικός και όχι καθοδηγητικός. Αυτό σημαίνει ότι η αναρχική οργάνωση προσπαθεί για την ανάπτυξη του επαναστατικού εργατικού και ταξικού κινήματος, και στέκεται πλάι του, παλεύει μαζί του από τον πιο μικρό ως τον πιο μακροπρόθεσμο στόχο, και αλληλεπιδρά με σκοπό την κοινωνική επανάσταση και όχι την μονολιθικότητα και την ποδηγέτησή του. Αυτό είναι φυσικό καθώς πιστεύουμε ότι μια μεγαλύτερη κοινωνική συσσωμάτωση, όπως η Κομμούνα στο Παρίσι, ή οι Συνομοσπονδίες στην Ισπανία, ή τα σοβιέτ στη Ρωσία, θα πρέπει να αναλάβει να καταρτίσει το πλαίσιο αυτοδιεύθυνσης της κοινωνίας, μετεπαναστατικά και όχι η οργάνωση μας να ασκήσει διαχωρισμένη εξουσία. Παρόλα αυτά οι αναρχικοί έχουν συγκεκριμένες αντιλήψεις γύρω από τα χαρακτηριστικά της κοινωνίας που παλεύουν να συγκροτήσουν. Ο φεντεραλισμός, ο κομμουνισμός, η ελευθεριακότητα, η αλληλεγγύη, η ισότητα, η άμεση δημοκρατία, η αντιιεραρχία, η ανακλητότητα, οι δήμοι, οι ενώσεις παραγωγών, ο αντιμιλιταρισμός και ο αθεϊσμός, η παιδεία έναντι της τιμωρίας, η ανοχή, ο διάλογος, η αγάπη για τη φύση, είναι στοιχεία και υλικά που συγκροτούν το χειραφετητικό στοχασμό και αναδεικνύονται σε πεδία πάλης και διαρκής στόχους για το αναρχικό κίνημα.

Τα μέλη της οργάνωσης συμμετέχουν στο κοινωνικό κίνημα αλλά και στα διάφορα μέτωπα που συγκροτούνται για την μεγαλύτερη αποτελεσματικότητα, τη σύνδεση και τον συντονισμό των αγώνων των καταπιεσμένων. Τα μέλη της οργάνωσης οφείλουν να κατανοούν τις διαφορετικές ταχύτητες συνείδησης που διαμορφώνονται στους κόλπους των καταπιεσμένων να στέκονται αλληλέγγυοι στους αδύναμους και να αποτελούν παραδείγματα αγωνιστών που μπορούν με την ανιδιοτέλεια, τους να εμπνέουν την αφύπνιση των καταπιεσμένων. Οι αναρχικοί αγωνιστές πρέπει να δίνουν το παράδειγμα και στην καθημερινή ζωή καταπολεμώντας όλα τα φαινόμενα σεξισμού, τυφλής βίας, ρατσισμού, ανισότητας και θρησκοληψίας που ενυπάρχουν στην καθημερινή ζωή, και ειδικότερα όταν αυτά εμφανίζονται στους κόλπους των καταπιεσμένων.

6. Μέσα της οργάνωσης

Η οργάνωση προσπαθεί πάντα να είναι αυτάρκης. Προσπαθεί να διαμορφώσει τα δικά της μέσα προπαγάνδισης, αγώνα, επιβίωσης και αλληλεγγύης. Η οργάνωση δεν πρέπει να σχετίζεται πόσο μάλλον να εξαρτάται από κανενός είδους εξουσιαστικό φορέα ή θεσμό. Οφείλει να αρνείται την οποιαδήποτε συνδιαλλαγή με τους κρατικούς και σαφώς τους καπιταλιστικούς θεσμούς. Η οργάνωση πρέπει να είναι οικονομικά ανεξάρτητη να μην χρηματοδοτείται παρά μόνο από τις εισφορές των μελών της, και τις δωρεές συντρόφων και υποστηρικτών της.

Ταυτόχρονα πρέπει να διαμορφώσει όσο το δυνατόν γρηγορότερα τα δικά της προπαγανδιστικά εργαλεία, εφημερίδες, έντυπο υλικό, περιοδικά, ιστοσελίδες, ενημερωτικά πορτάλ, κι αν είναι δυνατόν ραδιοφωνικούς ή/και τηλεοπτικούς σταθμούς, πέρα από τις προκηρύξεις και τα κείμενα που τυπώνει. Δεν τρέφουμε καμία εμπιστοσύνη στα καθεστωτικά, αστικά ΜΜΕ, τα εχθρευόμαστε ανοιχτά και τα θεωρούμε οργανικό μέρος του εχθρικού στρατοπέδου, παρόλα αυτά σε ειδικές περιπτώσεις μπορεί να κρίνουμε ότι η εργαλειακή και μόνον χρήση τους μπορεί να έχει περισσότερα θετικά παρά αρνητικά στοιχεία σε μια δεδομένη στιγμή για την υπεράσπιση ή και την προώθηση του επαναστατικού αγώνα.

Η Αναρχική οργάνωση δεν είναι πασιφιστική, δεν φετιχοποιεί όμως σε καμία περίπτωση τη βία, ενώ αντιστρατεύεται από θέση αρχής τα περιστατικά τυφλής βίας. Η αναρχική οργάνωση δεν αναγνωρίζει και καταπολεμά την έννοια της νομιμότητας με βάση την αστική εκδοχή της. Προσπαθεί να διασπά την αστική νομιμότητα παράλληλα όμως φροντίζει να γίνεται κατανοητό από μεγάλα κομμάτια των καταπιεσμένων γιατί η τυφλή τήρηση της νομιμότητας καταλήγει πάντα ενάντια στα συμφέροντα των καταπιεσμένων.
Η οργάνωση μπορεί να δημιουργήσει κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες με βάση συγκεκριμένα κριτήρια. Στο κοινωνικό επίπεδο δεν είναι απαραίτητη η ιδεολογική ταύτιση για την συνεργασία. Σε πολιτικό επίπεδο ή κοινή στόχευση, η γενικότερη συμφωνία σε μακροπρόθεσμους στόχους αλλά και μια διευρυμένη κοινή αντίληψη πάνω στους τρόπους και τα μέσα πάλης μπορούν να διαμορφώσουν μια σταθερή συμμαχία.
Ειδικότερο μέσο που προωθεί η οργάνωση και σημαντικότερο όλων είναι η κοινωνική της παρέμβαση και ανοιχτή προπαγάνδα των ιδεών του κοινωνικού αναρχισμού στους χώρους δουλειάς, στα σχολεία και στις σχολές, στις γειτονιές στις πόλεις και τα χωρία, παντού.

Β. Πολιτικές Κατευθύνσεις (Άμεση Δημοκρατία – Αντιιεραρχία, Αυτοδιαχείριση – Αυτοδιεύθυνση, Εργασία, Παιδεία – Υγεία – Περιβάλλον – Έμφυλο – Θρησκεία, Αντιφασισμός – Μεταναστευτικό, Καταστολή – Φυλακές – Αλληλεγγύη)

1. Άμεση Δημοκρατία – Αντιεραρχία

Ως εσωτερική λειτουργία η Άμεση Δημοκρατία είναι για εμάς συγκροτητικό χαρακτηριστικό, και αποτελεί εικόνα από το μέλλον, επιβεβαιώνοντας την άρνηση της ρήσης «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα», η άμεση δημοκρατία ως εσωτερική λειτουργία δίνει το παράδειγμα άρνησης μιας διαχωρισμένης πολιτικής εξουσίας, την γραφειοκρατία.
Παρόλα αυτά όμως ως πρόταγμα για εμάς η άμεση δημοκρατία από μόνη της δεν είναι πανάκεια. Για εμάς δεν μπορεί να νοηθεί διαδικασία πολιτικής ισότητας χωρίς προυπάρχουσα οικονομική ισότητα. Η άμεση δημοκρατία κατ’ αυτήν την αντίληψη ή θα είναι μια πολιτική μορφή του ελευθεριακού κομμουνισμού ή δε θα ‘ναι τίποτα.
Βασικό συστατικό χαρακτηριστικό των αναρχικών είναι η αντιιεραρχία. Το λειτουργικό διαλεκτικό παράγωγο για εμάς είναι η διαδικασία που αρνείται ταυτόχρονα να ορίσει την οργάνωση ως πεδίο αντιπαραθέσεων και συσχετισμών απ’ τη μία, αλλά και από την άλλη αρνείται οποιαδήποτε μορφή άτυπης ιεραρχίας. Εγγύηση γι’ αυτό αποτελεί για εμάς το σαφώς ορισμένο πολιτικό πλαίσιο και ο καθορισμός των τρόπων απόφασης από έναν καθορισμένο πολιτικό σώμα.

2. Αυτοοργάνωση – Αυτοδιαχείριση

Η αυτοοργάνωση των μαζών και η αυτοδιαχείριση αποτελούν μεγαλύτερες δυναμικές από το ίδιο το αναρχικό κίνημα. Αποτελούν σταθερή δεξαμενή αγώνων, ιδεών και αγωνιστών. Ειδικά όσο αφορά στην αυτοδιαχείριση, με τη μορφή του συνεργατισμού, αποτελεί ζώνη άμυνας και αναπαραγωγής της τάξης σε κρισιακό περιβάλλον.
Με αυτή τη μορφή παίρνει συμπληρωματικό χαρακτήρα στο πλάι των δομών του επαναστατικού και εργατικού κινήματος, κι αποτελεί πρόταση κι όχι πρόταγμα.
Ως γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθυνση η δυναμική της αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης αποτελεί το πιο καθαρό πρόταγμα του κοινωνικού αναρχισμού. Το πρόγραμμα της κοινωνικής επανάστασης συγκροτείται στα κατειλημμένα μέσα παραγωγής, με εργατική αυτοδιαχείριση, γενικευμένη κοινωνική αυτοδιεύθυνση, και αμεσοδημοκρατική λειτουργία, αυτή είναι η βάση στην οποία θα αναπτυχθεί η νέα κοινωνία.

3. Κεφάλαιο – Εργασία

Για εμάς αποτελεί πρωτεύουσα σχέση εξουσίας, η αντίθεση κεφαλαίου-εργασίας, γιατί παρ’ όλες τις επιμέρους διαφοροποιήσεις διαχείρισης του καπιταλιστικού μοντέλου παραγωγής, πυρηνικό στοιχείο της αναπαραγωγής του παραμένει η εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Ο διαχωρισμός μας από οποιαδήποτε άλλη θεώρηση όμως έγκειται στο ότι για εμάς τους αναρχικούς η άρση της σχέσης εκμετάλλευσης κεφαλαίου-εργασίας είναι μεν αναγκαία αλλά όχι από μόνη της ικανή προϋπόθεση για την συνολική χειραφέτηση του ανθρώπινου γένους.

Η κατάργηση κάθε διαχωρισμένης εξουσίας, κάθε μορφής εξουσιαστικής σχέσης που έχει χτίσει ο καπιταλισμός είναι ο τελικός στόχος. Αναγνωρίζοντας τη διαλεκτική σχέση ανάμεσα στο μερικό και το γενικό, τις συνθήκες επιβίωσης σήμερα, και την σύνδεση των αναγκών με το αυριανό όραμα της κοινωνίας πέρα από τις οικονομικές ανάγκες, συμμετέχουμε ενεργά σε όλους τους εργατικούς αγώνες, από το πιο μικρό έως τον πιο προωθημένο, έχοντας το βλέμμα στραμένο στην κοινωνική επανάσταση, την οριστική κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας και της μισθωτής σκλαβιάς.

4. Παιδεία – Υγεία – Περιβάλλον – Έμφυλο – Θρησκεία

Την παιδεία, την υγεία, καθώς επίσης και τα υπόλοιπα δημόσια αγαθά, τα υπερασπιζόμαστε ως τέτοια. Αυτό σημαίνει ότι αναδεικνύουμε το δημόσιο χαρακτήρα τους, και αντιπαλεύουμε τόσο την κρατική – αστική κηδεμονία πάνω τους όσο και την ιδιωτική. Στόχος μας είναι η δημιουργία θεσμών κοινωνικού ελέγχου έτσι ώστε τα δημόσια αγαθά να διαχειρίζονται από την κοινωνία στην οποία πραγματικά ανήκουν. Το περιεχόμενο της παιδείας οφείλει να διαμορφώνεται από τις κοινότητες και να καταρτίζεται από τα σχολεία και τις σχολές με την συμμετοχή όλων των εμπλεκομένων. Η υγεία, το ρεύμα, το νερό θα πρέπει να φτάνουν σε όλους χωρίς καμία απολύτως εξαίρεση, χωρίς ειδικούς όρους και αποκλεισμούς. Αγώνας σήμερα για την προάσπιση και ανάδειξη του δημόσιου χαρακτήρα του σχολείου για ένα δημόσιο – ελευθεριακό σχολείο αύριο.
Το περιβάλλον θα πρέπει να προστατεύεται επίσης άνευ όρων. Το μόνο κριτήριο για την εκμετάλλευση των φυσικών πόρων πρέπει να είναι η ποιότητα ζωής του ανθρώπου ως συνολική αγώνα για τη ζωή και το μέλλον του πλανήτη. Πρέπει να εξασφαλίζεται η ποιότητα ζωής του ανθρώπου ώστε να εκλείψουν τα κίνητρα για την κακοποίηση της φύσης, και απαραιτήτως να εκλείψει το κίνητρο του κέρδους.

Έτσι δεν θα μπορεί να νοηθεί ως «ανάπτυξη» η κακοποίηση της φύσης, η οποία είναι κακοποίηση της ποιότητας ζωής του ίδιου του ανθρώπου, και του οικοσυστήματος στο σύνολό του. Αγώνας ενάντια στη λεηλασία της φύσης σήμερα, για την απελευθέρωση και την προάσπιση της φύσης σε μια αυριανή κοινωνία σεβασμού.
Οι έμφυλες ταυτότητες είναι κοινωνικές κατασκευές και όχι βιολογικά προϊόντα. Με βάση αυτή την πραγματικότητα δεν μπορεί να νοηθεί κανενός είδους ρατσισμός, και αποκλεισμός πάνω στη βάση της υιοθέτησης σεξουαλικού προσανατολισμού. Αγώνας ενάντια στους διαχωρισμούς, το ρατσισμό και την ομοφοβία σήμερα, για την διαμόρφωση μιας κοινωνίας ισότητας όλων των ανθρώπων ανεξαρτήτως σεξουαλικών επιλογών.

Η θρησκεία αποτέλεσε ιστορικά τον παράγοντα νομιμοποίησης της εξουσίας. Σήμερα συνεχίζει να αποτελεί έναν από τους πιο σκοταδιστικούς θεσμούς που λειτουργούν ανοιχτά και δημόσια μέσα στην κοινωνία. Η θρησκεία τρέφεται με διαχωρισμούς και με κατασκευασμένους εχθρούς, αποτελεί βασικό εμπόδιο για την απελευθέρωση του ανθρώπου από τα δεσμά της εξουσίας. Ο αντικληρικαλισμός συγκροτεί τον αγώνα ενάντια σε όλες τις θρησκείες και την εκκλησία σήμερα, χαράσσοντας το δρόμο για την μελλοντική κοινωνία της αθεΐας, όπου οι άνθρωποι θα πιστεύουν ο ένας στον άλλο και όχι σε κάποιον θεό.

5. Αντιφασισμός – Μεταναστευτικό

Ο φασισμός είναι η εντατικοποίηση της καπιταλιστικής συνθήκης της εξαίρεσης. Ο φασισμός μας θέλει δούλους των αφεντικών. Ο φασισμός και ο ναζισμός είναι η χειρότερη αηδία από όλες που έχει σκεφτεί ο ανθρώπινος νους, εσωκλείει όλο το μίσος που έχει συσσωρεύσει ο άνθρωπος απέναντι στον εαυτό του. Ο φασισμός είναι η ανακήρυξη του εμφυλίου στα σπλάχνα του ανθρώπινου είδους. Ο φασισμός εντείνει την παρανομοποίηση και την στρατικοποίηση της εργασίας, θέτοντας όρους εξόντωσης στο «περισσευούμενο» εργατικό δυναμικό. Όποιος δεν θέλει να μιλήσει για τον καπιταλισμό καλά θα κάνει να το βουλώσει και για τον φασισμό. Ο φασισμός αντιμετωπίζεται με ταξικούς όρους, ανατρέποντας το σύστημα που τον εκτρέφει. Εργαλείο του πολέμου ενάντια στον φασισμό-ναζισμό είναι ο μαχητικός προλεταριακός αντιφασισμός.

Η μετανάστευση είναι μια ανοιχτή πληγή στο σώμα του πλανήτη. Οι άμεσες πολεμικές ή έμμεσες οικονομικές παρεμβάσεις σε διάφορες χώρες δημιουργούν απάνθρωπες συνθήκες για την επιβίωση των ανθρώπων εκεί. Ο δυτικός ιμπεριαλισμός είναι που βγάζει τους μετανάστες εκτός της χώρας τους, ο δυτικός ναζί-φασισμός λέγοντας «έξω οι ξένοι από τις χώρες μας» συγκροτεί έναν μη-τόπο για τους κατατρεγμένους της γης, στρώνοντας το έδαφος για τα στρατόπεδο συγκέντρωσης, τα αυριανά κρεματόρια.
Παλεύουμε για τα πολιτικά δικαιώματα όλων των μεταναστών, ενώ ταυτόχρονα αντιπαλεύουμε την κατασκευασμένη από την εξουσία εικόνα εγκληματοποίησης τους. Συντονίζουμε τον κοινό ταξικό αγώνα ντόπιων και μεταναστών εργατών για την συνολική απελευθέρωση των καταπιεσμένων.

6. Καταστολή – Φυλακές – Αλληλεγγύη

Όσο η κρίση βαθαίνει, και τα υλικά κατασκευής της κοινωνικής συναίνεσης εξαντλούνται, το κράτος θα γίνεται όλο και πιο αυταρχικό, εντείνοντας την τρομοκρατία του κεφαλαίου, και διευρύνοντας την συνθήκη παρανομοποίησης των κοινωνικών αντιστάσεων. Η καταστολή παίρνει νέα ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά. Η αντίσταση στην καταστολή πρέπει να πάρει τα αντίστοιχα κοινωνικά διευρυμένα χαρακτηριστικά αναβαθμίζοντας την αντιπαράθεση των καταπιεσμένων με ολόκληρο το πλέγμα εξουσίας και κρατικής τρομοκρατίας.
Η φυλακή μέσα σε αυτές τις συνθήκες αποτελεί μια καθημερινή επιβολή της εξουσίας ενάντια στην κοινωνική αντίσταση. Οι αναρχικοί στεκόμαστε ενάντιοι όχι απλά στις συνθήκες της φυλάκισης αποστρεφόμενοι το υπάρχον σωφρονιστικό σύστημα αλλά παλεύουμε για την διαμόρφωση των όρων ώστε να συγκροτηθεί μια κοινωνία χωρίς φυλακές, χωρίς συστήματα τιμώρησης και κοινωνικής απομόνωσης.

Αυτή τη στιγμή, όπως και όλα τα χρόνια μετά τη μεταπολίτευση οι φυλακές είναι υπεράριθμες. Στα κελιά των φυλακών βρίσκονται άνθρωποι για πολιτικούς λόγους, επειδή αντιστάθηκαν στην εξουσία του κράτους και του κεφαλαίου και στα σχέδια ολοκληρωτικής επιβολής τους στις ζωές των από-τα-κάτω, έχουν την αμέριστη αλληλεγγύη μας και την πολιτική συμπαράσταση μας. Πέραν αυτών υπάρχουν κι άλλοι φυλακισμένοι οι οποίοι είτε δεν βρίσκονται στη φυλακή για πολιτικούς λόγους είτε οι πολιτικές πράξεις για τις οποίες έχουν φυλακιστεί μας βρίσκουν διάφωνους. Άσχετα από τις επιμέρους πολιτικές διαφοροποιήσεις στηρίζουμε τους αγώνες όλων των φυλακισμένων για τα δικαιώματα και τις ελευθερίες τους, αναγνωρίζοντας ότι σε ένα ταξικό εκμεταλλευτικό σύστημα, η τράπουλα από την οποία μοιράζονται και τα χαρτιά του εγκλεισμού είναι σημαδεμένη από τα πριν. Μέχρι την καταστροφή όλων των φυλακών την απελευθέρωση του ανθρώπου απ’ όλα τα δεσμά.


Σάββατο, 25 Μαΐου 2013

Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος

Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος

Του Άρη Τσιούμα

Τι είναι ο Κοινωνικός Αναρχισμός;
Μια προσέγγιση για ένα σχέδιο πολιτικού προγράμματος και οργανωτικής έκφρασης του κοινωνικού αναρχικού κινήματος.

«Όλοι οι αναρχικοί είναι κομμουνιστές, όλοι οι κομμουνιστές δεν είναι αναρχικοί».
P. Kropotkin

|Μια εισαγωγή |

Από το 2008 στη χώρα μας -κυρίως- αλλά και διεθνώς, αρχικά στις ΗΠΑ κι έπειτα εντονότερα στην Ευρώπη, εμφανίζεται με τους πλέον καθετοποιημένους όρους το νέο σχήμα ολοκληρωτικής καπιταλιστικής διαχείρισης[1], το οποίο επωαζόταν εδώ και δεκαετίες κυρίως από το αγγλοσαξονικό think tank και εκτελούνταν μέσω των διεθνών οργανώσεων της καπιταλιστικής ολοκλήρωσης [Ε.Ε., ΝΑΤΟ, ΕΚΤ, ΔΝΤ, ΟΟΣΑ].

Οι καπιταλιστικές ελίτ, αφού διαμόρφωσαν τις συνθήκες για τη λήξη της «συναινετικής» περιόδου του νεοφιλελεύθερου μοντέλου διαχείρισης, τώρα αναβαθμίζουν γρήγορα τις θέσεις τους, ώστε να εξαπολύσουν μια εντονότερη και πιο δομική επίθεση στις δυνάμεις της εργασίας. Η περίοδος-φούσκα, κατά την οποία μπορούσε να εξαγοραστεί η κοινωνική συναίνεση μέσω της προσφοράς ελπίδων και υποσχέσεων κατανάλωσης με δανεικό χρήμα, έσκασε μετά από σαράντα περίπου χρόνια διόγκωσης. Ο παγκόσμιος χώρος, το οικουμενικό περιβάλλον και ο συλλογικός χρόνος αποικίστηκαν από την καπιταλιστική σχέση με όρους ανελέητης κακοποίησής τους. Τούτο, είχε ως συνέπεια την κακοποίηση του ίδιου του ανθρώπου μέσω των νέων, αρνητικών συσχετισμών εκμετάλλευσης-αναπαραγωγής του.

Η συναίνεση, ως πολιτική μεσολάβηση, εγκαταλείφθηκε από τις ελίτ ως ιδιαιτέρως ακριβή διαδικασία. Οι τελευταίες, φεύγοντας από το τραπέζι του διαλόγου περί κοινωνικού συμβολαίου έριξαν, την ίδια στιγμή, ένα ηχηρό χαστούκι στο πρόσωπο όσων είχαν απομείνει στο τραπέζι να ψελλίζουν περί εκπροσώπησης κοινών συμφερόντων και ειρηνικής συνύπαρξης.  

Η νέα περίοδος, μέσα στην οποία θα αναμετρηθούν και πάλι με όρους ανταγωνιστικούς οι μεγάλες δυναμικές του 20ου αιώνα -όπως αυτές εκφράστηκαν από τις ταξικές δυνάμεις- ονομάζεται, για την ώρα, Κρίση. Η Κρίση συντρίβει ευθύς αμέσως όλα τα θέσφατα, όλες τις προηγούμενες κοινωνικές και πολιτικές συγκροτήσεις και, ως εκ τούτου, το σύνολο των παραδειγμάτων αντίστασης, που διαμορφώθηκαν στον πυρήνα της μεταπολεμικής περιόδου «ανάπτυξης».

Η Κρίση επαναφέρει, ως προτεραιότητα στη δημόσια σφαίρα, το αρχετυπικό, κοινωνικό πρόβλημα της ανισότητας και της αδικίας στο εκσυγχρονισμένο πλαίσιο του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού. Παράλληλα, οξύνει τις αντιθέσεις που διέπουν το κοινωνικό σώμα.

Ό,τι παρήχθηκε ως διαλεκτικό παράγωγο των ανταγωνιστικών, κοινωνικών δυνάμεων στο βιοπολιτικό πεδίο της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, συντρίβεται ως κοινό βάζο που σπάει στον πρώτο καβγά της νέας περιόδου των ταραχών. Σύνολες οι πολιτικές δυνάμεις δεν μπορούν ή δε θέλουν να αντιληφθούν τη νέα αυτή πραγματικότητα, ενώ από τη άλλη πλευρά το ανήμπορο -προσώρας- πλήθος των καταπιεσμένων, δεν έχει κερδίσει ακόμα τα όπλα της αντιπαράθεσης, και παραμένει γυμνό απέναντι στις επιθέσεις των ελίτ.

Ο παλιός κόσμος, το μοντέλο πολιτικής διαχείρισης προ κρίσης, ταυτίζεται με το νέο τοπίο του ρημαγμένου, πολιτικού χώρου, εκφράζοντας την κοινωνική αποσύνθεση σε κρισιακό περιβάλλον. Ως εκ τούτου, αποτελεί κοινό τόπο για το συλλογικό φαντασιακό, ότι για τη σημερινή κατάσταση ευθύνεται -με τον ένα ή τον άλλο τρόπο- το σύνολο των πολιτικών και κοινωνικών συγκροτήσεων διαμεσολάβησης, σε όποιο σημείο του πολιτικού φάσματος κι αν αυτές τοποθετούνται. 

Η ταξική αναδιάρθρωση, εκτός όλων των άλλων, μεταβάλλει τα εργαλεία κατασκευής ιδεολογιών, πολιτικών προσήμων και ιδεοτύπων συλλογικής δράσης. Πάνω απ’ όλα επαναφέρει τις μεγάλες συζητήσεις, από όπου είθισται να προκύπτουν οι μεγάλες αφηγήσεις, οι οποίες, ανεξάρτητα από τις προηγούμενες λειτουργίες τους, δε φαίνεται να εξαντλούν τις προκείμενές τους για έναν κόσμο που, αντιθέτως με ότι πιστεύαμε ίσως κάποια χρόνια πριν, δεν άκουσε τα πάντα που -τάχα- είχαν ήδη ειπωθεί..

|Η πολιτική συγκυρία |

Η Κρίση αποτελεί, επί της ουσίας, την αίθουσα αναμονής και το αναγκαίο στάδιο μέσα από το οποίο θα διέλθει ο καπιταλισμός, προτού οδηγήσει τις δυτικές κοινωνίες στη νέα κατάσταση του αποχαλινωμένου, οικονομικού ολοκληρωτισμού του κεφαλαίου. Η περίοδος αυτή, λοιπόν, λαμβάνει πολύ σημαντικές διαστάσεις, καθώς από τις αντιστάσεις που θα παράξουν οι κοινωνίες, θα εξαρτηθεί η νέα, δυναμική σχέση που θα καθορίσει, όχι απλώς τους πολιτικούς, αλλά τους βαθύτερα κοινωνικούς και πολιτειακούς συσχετισμούς. Αυτό θα συμβαίνει, καθόσον οι πολιτικές εντολές της διοίκησης θα σχετίζονται όλο και πιο άμεσα με τις ζωές των υπηκόων, σε σημείο τέτοιο που να τίθεται ζήτημα άρσης της ασυλίας της ίδιας της ζωής και των αναγκαίων προϋποθέσεών της. Σε αυτό το πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί τα τελευταία χρόνια, θα πρέπει να προσαρμοστούν οι αντιλήψεις μας ως προς τα φιλοσοφικά εργαλεία και την πολιτική σκέψη, που θα μας επιτρέψουν την κοινωνική διείσδυση.

Η άρση της καπιταλιστικής υπόσχεσης και η εξάντληση του βασικού υλικού κατασκευής της συναίνεσης, δηλαδή του χρήματος, δίνει εκρηκτικά χαρακτηριστικά στην κοινωνική βάση και αποστοιχίζει μαζικά τους καταπιεσμένους από τις προηγούμενες πολιτικές και ίσως ιδεολογικές τους επιλογές. Όσο ο καπιταλισμός αδυνατεί να γεμίσει τα στόματα των κατώτερων τάξεων, έστω και υποτυπωδώς, τόσο η αστική δημοκρατία θα αποσύρεται στο παρασκήνιο. Εν τέλει, θα εγκαινιαστεί η εποχή των εντάσεων και των ταραχών. Η τελευταία, μπορεί να παρομοιαστεί, ως συνθήκη σύγκρουσης, με την περίοδο της ολοκληρωτικής επικράτησης του δυτικού καπιταλισμού επί της φεουδαρχικής διάρθρωσης και της αγροτικής ζωής.

Στην Ελλάδα, το εν λόγω πείραμα, όχι μόνο έχει ξεκινήσει, αλλά έχει διανύσει ήδη μια μεγάλη απόσταση. Το πρώτο κομμάτι της σύγκρουσης εξελίσσεται, με τις οργανωμένες δυνάμεις της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου να εναντιώνονται στις άτακτες κοινωνικές δυνάμεις των αντιστεκόμενων. Η αδυναμία συσπείρωσης των κοινωνικών δυνάμεων αντίστασης και ανατροπής γύρω από ένα πρόγραμμα επαναστατικής και ριζοσπαστικής κατεύθυνσης, μπορεί αρχικά να θεωρήθηκε εύλογη. Η ανασυγκρότηση της ριζοσπαστικής θεωρίας και πρακτικής φάνταζε ένα πραγματικά δύσκολο έργο, ειδικά μετά από μια περίοδο διευρυμένης κοινωνικής ραστώνης, την οποία εξέθρεψε η ευρωπαϊκή συναίνεση και η «εκσυγχρονισμένη» σοσιαλδημοκρατία του δανεισμένου χρήματος. Ασφαλώς, η τελευταία συνέχιζε να παράγει σκλάβους, χρησιμοποιώντας κυρίως την εργατική δύναμη των αλλοδαπών. 

Σήμερα, όμως, πριν καλά καλά διαμορφωθεί ένας οργανωμένος πόλος αντίστασης σε μια κατεύθυνση επαναστατική και προτού μπορέσει το κοινωνικό κίνημα να γίνει όντως απειλητικό, βλέπουμε ότι το σύστημα εξαπολύει ακόμα και τις φασιστικές του εφεδρείες. Καθώς η προηγούμενη αδυναμία συσπείρωσης έχει γίνει πια γάγγραινα, η επιλογή της δημιουργικής σύγκρουσης απομακρύνεται, στην καλύτερη περίπτωση, προς όφελος του εκσυγχρονισμένου «αριστερού μεταρρυθμισμού». Στη χειρότερη περίπτωση, ενδυναμώνεται το μπλοκ της ακροδεξιάς και της ναζιστικής αντι-εξέγερσης. Μετά από τέσσερα χρόνια Κρίσης, έχουν κάνει την εμφάνισή τους όλοι οι μπαλαντέρ της πολιτικής ζωής, είτε αυτοί φορούν το πουκάμισο του ρεφορμισμού είτε τη γραβάτα του νεοφιλελευθερισμού, ή ακόμα και τη στολή των Ες-Ες. Μολονότι όλες οι δεξαμενές σκέψης έχουν στερέψει ουσίας εδώ και καιρό, συνεχίζουν να παράγουν τάσεις επηρεασμού της κοινωνικής ζωής, ανασύροντας στην επιφάνεια τον βούρκο των πιο απάνθρωπων αντιλήψεων.

Μόνο το επαναστατικό κομμάτι του κοινωνικού κινήματος δεν έχει διαμορφώσει ακόμα τους όρους για την πολιτική και οργανωτική του έκφραση. Δεν έχει ανακεφαλαιώσει τα κοινωνικά κινήματα και τις χιλιάδες φλέβες κοινωνικής αντίστασης και δημιουργίας σε ένα ενιαίο σώμα, το οποίο θα ήταν ικανό να δώσει τη μάχη απέναντι στο υπάρχον, τον ρεφορμισμό και τον εθνικισμό. Για να μπορέσει να γίνει αυτό, θα πρέπει το οργανωμένο, ταξικό, επαναστατικό, κοινωνικό κίνημα να επανακαταστήσει τον εαυτό του ως δύναμη διεξόδου από το περιβάλλον εκμετάλλευσης, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πολιτικό, στρατηγικό αλλά και τακτικό επίπεδο. Αυτό θα συμβεί, εφόσον διαμορφώσει ένα πρόγραμμα βασισμένο στην κοινωνική ανάγκη, το οποίο θα του επιτρέψει, πρώτα απ’ όλα, να επιβληθεί στο εσωτερικό του κοινωνικού κινήματος, να συστρατεύσει δυνάμεις ευρύτερες των ιδεολογικών του αναφορών και να εμπνεύσει τις επιθυμίες των αποκλεισμένων, των φτωχών, των προλεταρίων.

Δεδομένης της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, που έχει διαμορφώσει συνθήκες ανέχειας στο κοινωνικό σώμα, το κίνημα που θα κατορθώσει να προτείνει μια πορεία πολιτικής πράξης με πυξίδα την κοινωνική αναγκαιότητα, θα καταφέρει να γίνει ο κινητήριος μοχλός προς μια θετική αποδέσμευση από την καπιταλιστική μέγγενη.

Ειδικότερα, στην Ελλάδα του σήμερα, ένα κίνημα επαναστατικής πολιτικής θα πρέπει να απαντήσει συνολικά ακόμα και στο επίπεδο των αξιών. Η διαρκής υποβάθμιση των εισοδημάτων των εργαζομένων δημιουργεί συνθήκες ανέχειας, τα ποσοστά ανεργίας παραπέμπουν σε συνθήκες γενοκτονίας του περισσευούμενου εργατικού δυναμικού και η ναζιστική πολιτική των στρατοπέδων συγκέντρωσης και της δημόσιας διαπόμπευσης με την επίφαση των «υγειονομικών πολιτικών», γίνεται κατανοητή μέσω της ταξικής οπτικής της παρανομοποίησης του αλλοδαπού, πολυάριθμου, εργατικού δυναμικού.      

Η απόσυρση του κράτους από τα «καθήκοντα» της κοινωνικής πρόνοιας, προς όφελος του ιδιωτικού κεφαλαίου, σε βαθμό που να μην προσφέρει τίποτα πλέον στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα, υποδεικνύει το δρόμο όπου πρέπει να βαδίσει το επαναστατικό κίνημα, εκδηλώνοντας τι μπορεί και πρέπει να αντικατασταθεί από τις δομές του. Η διεύρυνση του ελλείμματος στην παιδεία, την υγεία και τα δημόσια αγαθά εν γένει, δημιουργεί τις προϋποθέσεις άρνησης της εξουσίας τους κράτους και του κεφαλαίου με καθετοποιημένους όρους, υλοποιώντας το πρώτο βήμα της κοινωνικής αυτοάμυνας, ενόσω πυροδοτεί τη δημιουργική, κοινωνική δράση της βάσης. Η τελευταία, οφείλει να αναλάβει την πολιτική και κοινωνική ευθύνη για την ανατροπή των υφιστάμενων όρων διαβίωσης.   

|Μια θεωρία|

Απόρροια των παραπάνω, οφείλει να είναι ο προβληματισμός γύρω από τα εργαλεία εκείνα που θα συγκροτήσουν μια πρόταση ολικής αντιπαράθεσης. Ο χρήσιμος βολονταρισμός δεν μπορεί να υποσχεθεί ένα καινούργιο κόσμο από μόνος του, σε μια εποχή που τα σημαινόμενα γίνονται με μεγάλη δυσκολία αντιληπτά από την κοινωνική βάση. Ακόμη και το σημαίνον, απαλείφεται πίσω από τις διάφορες και περίπλοκες διαδικασίες αλλοτρίωσης που μπόλιασε σαν ιούς στο κοινωνικό σώμα η προηγούμενη καπιταλιστική διαχείριση των υποσχέσεων, της συμμετοχής, της ενσωμάτωσης και της κατανάλωσης.  

Η ρήση του «όσα είπαμε παλιά ισχύουν» ήταν ένα χρήσιμο εφαλτήριο για την προηγούμενη περιόδο, οπότε το κοινωνικό, επαναστατικό κίνημα έπρεπε να δώσει μια σκληρή μάχη επιβίωσης απέναντι στην απειλή εξαφάνισης του πλαισίου δικαίου. Η ρευστοποίηση των νοημάτων που επέβαλε η τρέχουσα, μεταμοντέρνα αφήγηση, βρήκε τρόπο να διεισδύσει και στο εσωτερικό των κοινωνικών κινημάτων. Σήμερα, όμως, εν μέσω των νέων συνθηκών που διαμορφώνονται -όπου οι δήθεν τυφλοί έχουν αποχωρήσει από τη σκηνή της πραγματικότητας και μόνο όσοι δεν θέλουν να δουν κάνουν πως δεν βλέπουν- πρέπει να προχωρήσουμε ένα βήμα παρακάτω, λέγοντας: Ποια ακριβώς από «όσα είπαμε παλιά ισχύουν»; Ποια είναι η σχέση μας με το παλαιό και το παρόν και από πού αντλούμε την προσδοκία να αναλογιζόμαστε  ένα διαφορετικό μέλλον; Ποια διαλεκτική συνέχειας-ασυνέχειας αποκαλύπτει το θεωρητικό μας οπλοστάσιο και μας παρωθεί να επαναδιατυπώσουμε την πολιτική μας, συγκροτώντας τα εργαλεία σκέψης και εμπνέοντας τη δράση μας;

Όλες οι «μεγάλες αφηγήσεις» του 19ου και του 20ου αιώνα μοιάζει να δοκιμάστηκαν, έστω μια φορά ή έστω και στρεβλά σε κάποιο σημείο του πλανήτη, κυρίως ως κυβερνητικά προγράμματα. Μόνο το σύστημα σκέψης που συγκρότησε ο κλασσικός αναρχισμός δεν κατόρθωσε μέσα στην πλημμυρίδα των εργατικών και πολιτικών κινημάτων βάσης να αρπάξει σε κάποια γωνιά της γης την πολυπόθητη «εξουσία», που θα του επέτρεπε να κομπάζει για το εφικτό της φύσης του.

Αυτή η αλήθεια, ήτοι η αδυναμία διαμόρφωσης του αναρχισμού από φιλοσοφική δεξαμενή και θεωρητικό εργαλείο σε πολιτική «κυβερνησιμότητας», θεωρήθηκε από διάφορους καλοθελητές ως εγγενής αδυναμία του αναρχισμού. Η φράση «ο αναρχισμός είναι ουτοπία, δεν μπορεί να λειτουργήσει» έγινε ένα βολικό τοτέμ το οποίο, παρόλο που κατασκευάστηκε από τους μεγαλύτερους εχθρούς του ελευθεριακού πνεύματος, κατέληξε να αποτελεί αντικείμενο «σεβασμού» ακόμη και για μεγάλα κομμάτια των σύγχρονων ελευθεριακών.

Στους έξυπνους και «σαν έτοιμους από καιρό» επικριτές της αδυναμίας του αναρχισμού, δεν έγινε ποτέ κατανοητό ότι ο αναρχισμός δεν θα μπορούσε να καταστεί ολοποιητικό πρόγραμμα, στο μέτρο που το ευρύτερο λαϊκό απελευθερωτικό κίνημα είχε πολλάκις ηττηθεί, ακόμα και στον δυνατό του τομέα, εκείνο των αξιών. Εφόσον το απελευθερωτικό και χειραφετητικό κίνημα των καταπιεσμένων ηττήθηκε, δηλαδή απέτυχε να περιορίσει τη μάχη των οικουμενικών αξιών του ενάντια στους δηλωμένους του εχθρούς και μόνο, και εφόσον δεν κατανοήθηκε σε βάθος η έννοια του δικαίου από την πλευρά των από-τα-κάτω, ο αναρχισμός δεν θα μπορούσε να επικρατήσει πουθενά. Αυτό συνέβη διότι, σε αντίθεση με άλλα ρεύματα επαναστατικής σκέψης, ο αναρχισμός δε θα μπορούσε να λειτουργήσει σε επίπεδο «κυβερνητικό», αποκομμένος από μια κοινωνία που αγνοεί τις βάσεις και τις προεκτάσεις μιας φιλοσοφίας της απελευθέρωσης. Σε μια τέτοια περίπτωση, ο αναρχισμός θα υπήρχε ως ιδεολογικός μανδύας –ένας μηχανισμός που θα κάλυπτε τις ανάγκες επιβίωσης μιας ακόμη γραφειοκρατικής και εξουσιαστικής κάστας αετονύχηδων.

Ο μόνος τρόπος να επικρατήσει ο αναρχισμός, είναι μέσω της βαθύτερης κατανόησης των αναγκών των κοινωνικών υποκειμένων από τα ίδια αλλά και του τρόπου πραγμάτωσής τους. Αυτός, πρέπει να γίνει το εποπτικό όργανο των κοινωνικών, απελευθερωτικών δομών των απλών ανθρώπων, εμπνέοντας την πολιτική τους διαδρομή, μέχρι την κατάργηση της διαχωρισμένης εξουσίας και της «ανεξαρτησίας» στην οικονομική σφαίρα. Μόνο μέσω μιας διαδικασίας ολικής απελευθέρωσης σε πολλά και διαφορετικά επίπεδα της καθημερινής ζωής, μπορεί ο αναρχισμός να αναφανεί ως «πολιτικά ρεαλιστικός» και να διαμορφωθεί σε μια οικουμενική μανιέρα απόφασης, ξεριζώνοντας συνάμα την ίδια την έννοια της πολιτικής και, φυσικά, της «κυβερνησιμότητας».  

Η, παρουσιαζόμενη ως, αδυναμία του αναρχισμού να «ασκήσει διοίκηση» ίσως είναι όντως «φυσική», εάν εννοήσουμε τον αναρχισμό ως κοιτίδα σκέψης της κοινωνίας που ασκείται στην ελευθερία και όχι ως κόλπο κάποιας νομενκλατούρας. Συν τοις άλλοις, αυτή η «αδυναμία» προστάτεψε τον αναρχισμό από το να βάψει τα χέρια του με το αίμα εκατομμυρίων ανθρώπων στη χοάνη γενοκτονίας της ανθρωπότητας που συστήθηκε ως 20ος αιώνας. Ο αναρχισμός, ως διαλεκτική χειραφέτησης μη αποκομμένη από το λαό, δε θα μπορούσε ποτέ να έχει το δικό του Νταχάου, Άουσβιτς, Τρεμπλίνκα, Χιροσίμα, Ναγκασάκι, Σιβηρία, Κροστάνδη και πάει λέγοντας. Ωστόσο, μπορεί να αναγνωρίσει τον εαυτό του στα χιλιάδες μέρη όπου ακόμη ριζώνει. Κυρίως, όμως, βρίσκεται μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους που εξακολουθούν να τον επιθυμούν και να τον επικαλούνται, προκειμένου να διατηρήσουν την πιθανότητα εφαρμογής μιας χειραφετητικής και απελευθερωτικής δυνατότητας για την ανθρωπότητα.

Ο αναρχισμός είναι το ελευθεριακό πνεύμα και ο διάλογος που αναπτύσσει με την πραγματικότητα και τις δυσκολίες της σε κάθε ιστορική συγκυρία. Εννοείται ως συνείδηση του λαού, που μπορεί και πρέπει να εφευρεθεί εκ νέου μέσα στους αγώνες των φτωχών, ώστε να συγκροτήσει μια μορφή και μια δομή, προσδίνοντάς της ξανά ένα περιεχόμενο απελευθερωτικό.

Αυτή είναι, κυρίως, η μήτρα της σκέψης του ελευθεριακού κινήματος, την οποία θα προσπαθήσουμε να αναπτύξουμε ενισχύοντας το οπλοστάσιο της απελευθέρωσης. Εδώ, ίσως χρειαστεί να προβούμε σε ορισμένες διευθετήσεις. Το σύγχρονο, αναρχικό, κοινωνικό κίνημα δεν μπορεί να οριστεί εξ ολοκλήρου με βάση τις παλιές του ενδύσεις. Η πρώτη, αφορά στην οριστική αποχώρηση της δεύτερης δεξαμενής δράσης και σκέψης μιας τάσης του αναρχισμού, τον μηδενισμό. Αναγνωρίζουμε ότι υπάρχει «η σκοτεινή πλευρά της σελήνης» του αναρχισμού -πάντα υπήρχε- και σε αυτό το σημείο θα πρέπει να την ορίσουμε ως ολότελα ξένη προς τη δική μας. Η αντίληψη του κοινωνικού αναρχισμού συνοδοιπορεί με τη διαλεκτική του πάθους για την ατομική και την κοινωνική ελευθερία.

Δεν μπορούμε, λόγω χώρου, να υπεισέλθουμε στις δυναμικές συγκρούσεις που οριοθετούν τη σκέψη μας μακριά από το ρεύμα του μηδενισμού. Σε αυτό το σημείο, σημασία έχει η καταγραφή αυτής της πρώτης διαχωριστικής στάσης, έως ότου επανέλθουμε σε κάποιο επόμενο άρθρο.
Το επίθετο «κοινωνικός» μπροστά από τον «αναρχισμό», δυστυχώς σήμερα φαντάζει ως μια αναγκαία, διευκρινιστική επισήμανση. Όλες οι «κρίσιμες αντιλήψεις» επανακαθορίζονται για να αποφύγουν τα φαντάσματα των εγκλημάτων που διαπράχθηκαν στο όνομά τους. Ο κομμουνισμός ψάχνει ξανά το ανθρώπινο πρόσωπό του, ως θεωρία της πανανθρώπινης ελευθερίας και ως διαδικασία υπέρβασης της αέναης αναμέτρησης των ανθρώπων με τη φτώχεια, τη δυστυχία και την εξάρτηση, στην οποία τους καταδικάζουν άλλοι άνθρωποι. Προκειμένου να πετύχει, θα πρέπει να σκοτώσει τα φαντάσματα των δικών του δήμιων, τους γενικούς του γραμματείς και τα κονκλάβιά του. Τότε μόνο θα μπορεί να ελπίζει να γίνει αυτό που προοριζόταν κι όχι αυτό στο οποίο κατέληξε.

Ακόμα και η αστική δημοκρατία, παρόλο που αποπνέει τον αέρα της νίκης, αισθάνεται την ανάγκη για επαναπροσδιορισμούς. Αφενός, αντιλαμβάνεται ότι δεν είναι αθώα για το αίμα των τόσων εκατομμυρίων ανθρώπων που χύθηκε στη γη, προκειμένου να επιτραπεί στο δυτικό όνειρο να κομπάζει. Αφετέρου, οι πολιτικές των ελίτ την οδηγούν σε μια τέτοια ολοκληρωτική εκδοχή της, που θα πρέπει από τώρα να δικαιολογηθεί. Η αποκατάσταση του ναζισμού, του οποίου το όνομα ασφαλώς δεν ομολογεί, θα αποτελέσει το διαλεκτικό της συμπλήρωμα, μιας και η χρησιμότητά του για τον καπιταλισμό υφίσταται άπαξ.   

Τουλάχιστον, ο κοινωνικός αναρχισμός δεν προσδιορίζεται εκ νέου για να βουτήξει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ώστε να αποκαθαρθεί από τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε. Επαναπροσδιορίζεται για να είναι υπεύθυνος μονάχα για τις πράξεις που αντιστοιχούν στο φιλοσοφικό του ειρμό, τον ελευθεριακό του προσανατολισμό και το ανθρώπινο της φύσης του, καθώς απεχθάνεται τα κλειστά σχήματα, τους ολοκληρωτικούς αφορισμούς και τις συναινετικές αγιοποιήσεις. 

Η δεξαμενή, λοιπόν, του κοινωνικού αναρχισμού, εμπεριέχει τόσο τον αναρχοκομμουνιστικό τρόπο θέασης όσο και τον αναρχοσυνδικαλιστικό. Εφόσον υπερβούμε τα όρια που καλύπτονται απ’ τους μαυροκόκκινους χρωματισμούς, θα αναγνωρίσουμε πτυχές της ελευθεριακής σκέψης στα εργατικά συμβούλια, στη θλιμμένη θυσία των Σπαρτακιστών, σε διάφορα επαναστατικά κινήματα σε όλη τη γη˙ κυρίως στους Ζαπατίστας, στους αυτόνομους της Ιταλίας και της Γερμανίας, στην πολιτική σκέψη που επηρεάστηκε από τη θεματολογία του Γαλλικού Μάη αλλά και στον ίδιο τον Μαρξ (του οποίου η συνεισφορά στην απελευθερωτική κατεύθυνση της ανθρωπότητας δεν μπορεί να αποσιωπηθεί στο όνομα ενός αντι-δημιουργικού ανταγωνισμού). Ειδικά για τον Μαρξ, θα πρέπει να επανέλθουμε με μεγαλύτερη διεισδυτικότητα στις τομές και τις συνέχειες που μοιράζεται το έργο του με το αναρχικό κίνημα. Σύμμαχό μας σε αυτή την προσπάθεια, μπορούμε να έχουμε τις θετικές πρωτοβουλίες διαφόρων ομάδων, οι οποίες προσπαθούν τα τελευταία χρόνια να ανοίξουν ρωγμές στο τοίχος της ιδεοληπτικής ανάγνωσης των ιδεών και της ιστορίας τους. Συγχρόνως, προκειμένου να προσεγγίσουμε ξανά το σύνολο της επαναστατικής σκέψης, θα πρέπει να αντιμετωπίσουμε κριτικά τις παρεκβάσεις των επαναστατικών ρευμάτων. Ως προς τον Μαρξ και το έργο του, η υπέρβαση, για παράδειγμα, του λενινισμού, ως γέφυρα επικοινωνίας με τη μαρξική σκέψη, μάλλον θα βοηθούσε τη διαδικασία επαναφοράς μιας καλοακονισμένης, επαναστατικής αιχμής στο οπλοστάσιο της ριζοσπαστικής σκέψης.   

Ο συγκερασμός των ποιοτικών στοιχείων σκέψης αυτών των ρευμάτων, πρέπει σήμερα να θεωρηθεί απαραίτητος για την ανασυγκρότηση του κοινωνικού δυναμικού της επαναστατικής διεκδίκησης. Πρέπει να αποσαφηνιστεί το κοινό νήμα που μπορεί να ενώσει τις επί μέρους λογικές, κατονομάζοντας τα εποπτικά όργανα αυτής της διαδικασίας, έτσι ώστε να στοχεύουμε, πράγματι, σε μια επιτυχημένη γονιμοποίηση σκέψεων κι όχι σε ένα ξιπασμένο παζάρι ιδεών.

Ένα χρήσιμο, «σταθερό σημείο αναφοράς» για εμάς, θα πρέπει να είναι το ελευθεριακό πνεύμα που σχηματοποιείται σε πολιτική και φιλοσοφική βάση, εκκινώντας από την αναρχική κριτική στην πολιτική δομή του μαρξικού οράματος. Η εν λόγω κριτική, μετατρέπει τις έννοιες «άμεση δημοκρατία», «αυτοδιεύθυνση» και «αντί- ιεραρχία» από απλούς «διαλεκτικούς διαξιφισμούς», όπως θα τους ήθελε ο Ένγκελς, σε ποιότητες που ξεκλειδώνουν τα μεγάλα «γιατί» της διαχωρισμένης εξουσίας, πριν καν αυτή πάρει τη θέση της στο ιστορικό προσκήνιο ως το τέρας της «επαναστατικής» γραφειοκρατίας. Επίσης, σταθερό σημείο και εργαλείο σκέψης, ανάλυσης και πράξης πρέπει να θεωρείται αναπόδραστα, η ίδια η κοινωνική ανάγκη. Όλες οι άλλες πυξίδες δείχνουν την ιδεολογία ως στρεβλή πραγματικότητα, ως εξαναγκασμένη υπηρέτρια ωφελιμιστικών εξορμήσεων. Η ρήση «ό,τι είναι καλό για εμάς, είναι καλό και για τους φτωχούς», πρέπει να ανατραπεί και να παραμείνει οριστικά, ως οφείλει να είναι: «Ό,τι είναι καλό για τους φτωχούς, είναι καλό και για εμάς».

Τέλος, μέσω μιας τελευταίας αντιστροφής, θίγουμε την πολιτική συγκρότηση και αναφερόμαστε στις πλέον κλασικές απολήξεις του αναρχικού κινήματος. Πρόκειται για την αντιστροφή της ρήσης «δημιουργούμε καταστρέφοντας», προβάλλοντας ξανά την πιο μεστή εξύψωση της κοινωνικής αναρχικής αισθητικής, που προκύπτει από τη διαλεκτική της άρνησης ως καταφατικής θέσης και αποτυπώνεται στην απόφαση: «καταστρέφουμε δημιουργώντας».  
Μέσω αυτών των προσλήψεων θέασης της κοινωνίας μπορούμε να ανασυγκροτήσουμε τον αναρχισμό ως καθημερινή διαλεκτική της ζωής, ως διακύβευμα και μαγιά ζύμωσης της επανάστασης με την πραγματικότητα.

Ορίζοντας τους εκμεταλλευόμενους από το κράτος και το κεφάλαιο ως υποκείμενα δράσης, δοκιμάζουμε να ισορροπήσουμε την ώσμωση του χρήσιμου παρελθόντος με την κρισιμότητα του σύγχρονου παρόντος, σε μια αλληλουχία διαμόρφωσης ενός άλλου μέλλοντος.  

|Μια πολιτική | 

Το ως άνω πλαίσιο σκέψης θα αποτελέσει μια απλή, θεωρητική συμβολή σε έναν αόριστο διάλογο, εφόσον δεν μπορέσει να αποκρυσταλλωθεί ως πολιτική δυναμική˙ ήτοι, ως κουλτούρα διαμόρφωσης νέων συνόλων, που φέρουν μια νέα, ενιαία αντίληψη και έχουν καλλιεργηθεί με τα υλικά της απελευθέρωσης στο γόνιμο έδαφος των κοινωνικών πειραματισμών.

Πιο συγκεκριμένα, εάν υπάρχουν σήμερα κάποιες κοινωνικές δυναμικές, οι οποίες υπερβαίνουν, κατά πολύ, σε όγκο την ίδια την αναρχική θεώρηση, μολονότι έχουν οργανική σχέση με τη φιλοσοφία της, αυτές συνίστανται στην αυτοοργάνωση των μαζών και την αυτοδιαχείρισή τους, καθώς επίσης και στην άρνηση, ως έμπρακτη αμφισβήτηση του υπάρχοντος. Θα πρέπει, λοιπόν, να ονομάσουμε αυτές τις διαδικασίες ως δυναμικές του κοινωνικού αναρχισμού˙ το έδαφος πάνω στο οποίο μπορεί ανθίσει η λογική της ριζοσπαστικής σκέψης και της επαναστατικής δράσης. Ακόμα κι αν δεν υπήρχαν κάποια ρεύματα σκέψης, όπως ο αναρχισμός, τα οποία έχουν βασίσει την συγκρότησή τους σε αυτές τις διαδικασίες, είναι πιθανό να εμφανίζονταν και πάλι οι έννοιες της αυτοοργάνωσης και της αυτοδιαχείρισης. Σε αυτό ακριβώς έγκειται και η δυναμική τους. Ωστόσο, εντός της καπιταλιστικής σχέσης, η ταξική διάρθρωση, η βία του κράτους, η καταστολή, τα διαχωρισμένα συμφερόντα, η ανεργία και η φτώχεια δεν αφήνουν περιθώριο για να αφήσουμε τα πράγματα να εξελιχθούν με τους δικούς τους ιδιαίτερους ρυθμούς.

Κατανοώντας την κοινωνική παρέμβαση ως το πρωταρχικό πεδίο συμμετοχής των ιδεών μας στο δημόσιο χώρο, πρέπει να προσπαθήσουμε να συγκροτήσουμε αυτή τη δυναμική και πολιτικά. Το πρώτο βήμα σε αυτό τον πόλεμο θέσεων ενάντια στον καπιταλισμό και την εξουσία, οφείλει να είναι η υπεράσπιση των δομών αυτοοργάνωσης και αυτοδιαχείρισης, με απώτερο στόχο τη συνειδητοποίηση της διαλεκτικής τους σχέσης με την κοινωνία. Οι τελευταίες, ως ενιαία θέση κοινωνικής ριζοσπαστικότητας υπό τη θέαση της γενικευμένης Αυτοδιεύθυνσης, αποτελούν το σχήμα που θα πρέπει να αντικαταστήσει εξ ολοκλήρου το σημερινό σύστημα εξουσίας, ανατρέποντάς το. Θα πρέπει να έχουμε πάντα στο μυαλό μας μια επανάσταση με όρους που αφορούν στους απλούς ανθρώπους, μια επανάσταση με όρους πλειοψηφίας. Άλλωστε, ένα κλειστό σχήμα που αφορά λίγους δεν πρόκειται να προκύψει, κι αν αυτό συμβεί θα έχει αμφίβολα αποτελέσματα.

Δεν μπορούμε σε καμιά περίπτωση να μην αντιλαμβανόμαστε, υποπίπτοντας σε άσκοπους παρωπιδισμούς, ότι η μάχη που καλούμαστε να δώσουμε είναι πολυεπίπεδη και ότι οφείλουμε να ανταποκριθούμε σε όλα της τα επίπεδα. Μέσω μιας διαδικασίας σύγκρουσης με το υπάρχον, θα πρέπει να τοποθετούμε διαρκώς και προσεκτικά έννοιες, σχήματα, πολιτικά και φιλοσοφικά εργαλεία, ακόμη και την ίδια την ιστορία, σε ορισμένες βάσεις, επεξηγηματικές της αντίληψή μας.

Πρέπει να επαναδιαπραγματευτούμε σημαντικά θέματα, όπως το τι σημαίνει σήμερα για εμάς η ταξική πάλη ανάμεσα στη νομοτέλεια των de facto επαναστατικών υποκειμένων και τη φενάκη του σχετικισμού του μετα-χυλού˙ τι σημαίνει εξουσία ενώπιον της κτηνώδους βίας και του αποκλεισμού που βιώνουμε και την αντίληψη που δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη απόφασης, αρνούμενη ουσιαστικά την ίδια την επανάσταση; Τι είναι ο αντικαπιταλισμός για τη στείρα, αριστερή κριτική που δεν ακουμπά τον πυρήνα της εξουσίας και τι για τις «αντιαυταρχικές» πολιτικές που θίγουν τα πάντα εκτός από τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ποια είναι η σύγχρονη θέαση της σχέσης με τη φύση, όταν η τεχνολογία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή προς όφελος της «προόδου» και ο παράδοξος νεο-βιταλισμός δεν αντιλαμβάνεται τις πραγματικές συνθήκες και τη μήτρα της ταξικής ανισότητας;

Είναι, επίσης, σημαντικό να επανακαθορίσουμε τον συνδικαλισμό ως εργαλείο καθημερινής, επαναστατικής τριβής˙ τη δυναμική του αντιφασισμού, διαμέσου της σύγκρουσης με τις εφεδρείες, ως γενική πρόβα ρήξης των καταπιεσμένων με το τέρας της εξουσίας του κράτους και του κεφαλαίου, και όχι ως αποσπασματική θεματική˙ τις δυναμικές της εξουσίας, διαμέσου των εκλογών, της «αριστερής διακυβέρνησης»˙ τον πολιτικό «ρεαλισμό» που οδηγεί είτε στο ρεφορμισμό είτε στο φασισμό˙ τέλος, την τελική αντιμετώπιση όλων των πτυχών της ενσωμάτωσης και της καταστολής στο δρόμο. Τα θέματα αυτά πρέπει να διερευνηθούν, προκειμένου να συγκροτηθεί μια αυτοτελής, δυναμική πτέρυγα της κοινωνικής, αναρχικής ριζοσπαστικής σκέψης.

Ήδη, το κίνημα με τη δυναμική που έχει αναπτύξει το ένστικτο της αντίστασης στην εξουσιαστική βαρβαρότητα, έχει αναδείξει το πού μπορεί να βασιστεί μια ομπρέλα κοινής επαναστατικής συμπόρευσης. Ποια θα είναι, λοιπόν, τα υγιή κύτταρα που μπορούν να αποτελέσουν τις ομάδες βάσης, οι οποίες θα καλύπτουν τις κοινωνικές ανάγκες και θα τροφοδοτούν την πολιτική σκέψη της επανάστασης, μέσω του διαρκούς πολέμου θέσεων με το καπιταλιστικό τέρας μέχρι την οριστική του ανατροπή;

Τα νέα σωματεία βάσης με τα αμεσοδημοκρατικά, ταξικά και μαχητικά χαρακτηριστικά τους, καθώς επίσης και ο αναγκαίος συντονισμός τους, πραγματώνουν τον επανακαθορισμό του συνδικαλισμού στη βάση της ρήξης -και όχι της συναίνεσης και της ενσωμάτωσης-, δημιουργώντας νέα, καθημερινά σημεία τριβής με την καπιταλιστική εξουσία.
Τα κοινωνικά ιατρεία αλληλεγγύης και η αναβίωση των αστικών και αγροτικών συνεταιρισμών σε μια καινούργια βάση οριζόντιας δόμησης και ανεξάρτητης λειτουργίας ως προς τον πυρήνα του κράτους. Τα εργατικά, αυτοδιαχειριζόμενα εγχειρήματα με τα προωθημένα πλαίσια. Όλα, αποτελούν τις δομές που δείχνουν πώς και με τι μπορούν να αντικατασταθούν οι υπάρχουσες δομές σήμερα, το πνεύμα που θα τις διέπει και τον τρόπο λειτουργίας τους. Τούτες, θα καλύπτουν ανάγκες, θα επανακαθορίζουν τις αξίες και τη λογική, δίνοντας μια διαρκή μάχη με το υπάρχον στο πλευρό του ευρύτερου ριζοσπαστικού κινήματος.  
 
Το αίτημα και η δράση για την εργατική αυτοδιαχείριση και την κατάληψη των παραγωγικών δομών ανατρέπει τη φύση των αιτιάσεων της εργατικής τάξης, μετατρέποντας το χυδαίο παζάρεμα, που διψάει για καθοδήγηση των εργατοπατέρων, σε ζωντανή μάχη που χρειάζεται αλληλέγγυους συντρόφους και αγωνιστές.

Μέρα τη μέρα, οι δεκάδες συνελεύσεις γειτονιών αλλάζουν τον τρόπο λειτουργίας και σκέψης των από-τα-κάτω, παρέχοντας την πρώτη, βασική δομή συγκρότησης του κοινωνικού ιστού και αποτελώντας τον πρώτο φραγμό αυτοάμυνας απέναντι στην εξουσιαστική ασυδοσία, που καθημερινά παίρνει μεγαλύτερες διαστάσεις. Συγχρόνως, μετατρέπουν τις ανούσιες, φιλολογικές συζητήσεις περί εφαρμογής ή μη της άμεσης δημοκρατίας σε ζωντανό παράδειγμα παραγωγής πολιτικής διαδικασίας, εντός ενός πλαισίου σχέσης που ευθύνεται για το φορτίο της απόφασης κι όχι απλά της αναζήτησης.

Οι λαϊκές πολιτοφυλακές που συγκροτούνται ταχύτατα από τα πιο προωθημένα κομμάτια του ριζοσπαστικού, επαναστατικού και αναρχικού κινήματος, κυρίως στις μητροπόλεις, θα πρέπει να ενσωματώσουν χιλιάδες οργανωμένα μέλη σε όλες τις περιφέρειες της χώρας ευθύς αμέσως. Λόγω της απειλής που απορρέει από τη συγκροτημένη και οργανωμένη δράση τους,  αποτελούν για το καθεστώς ίσως το πιο δύσκολο εγχείρημα και, ως εκ τούτου, το πιο αναγκαίο και ελπιδοφόρο. Η συγκρότησή τους αναβαθμίζει τον αντιφασιστικό αγώνα και συνάμα τον αντικαθεστωτικό, για τον οποίο πρέπει να προετοιμαστεί το σύνολο των καταπιεσμένων. Οι λαϊκές πολιτοφυλακές διασπούν τον πυρήνα της έννοιας και της πρακτικής της ανάθεσης στους άλλους, είτε πρόκειται για την αστυνομία είτε για την κυβέρνηση, ή ακόμα για τις ναζιστικές συμμορίες και την εκκολαπτόμενη, «καλή κυβέρνηση». Αυτές, αποτελούν την αναβίωση των πιο ένδοξων στιγμών και κληροδοτημάτων του οργανωμένου, κοινωνικού, αναρχικού κινήματος.

Η συσπείρωση όλων αυτών των δομών, των διαδικασιών και λειτουργιών σε ένα κοινό συντονισμό, θα αναιρούσε αυτόματα την αδυναμία του ριζοσπαστικού κινήματος βάσης να εκφράσει την πολιτική του συγκρότηση. Την ίδια στιγμή,  θα προχωρούσε το περιεχόμενο και τη σκέψη της επανάστασης, ως κοινωνική καθημερινή διαδικασία, ένα βήμα παραπέρα, διαμορφώνοντας όρους και δομές που μπορούν να διεκδικήσουν την δυαδική δυνατότητα απόφασης, στο πλαίσιο σύγκρουσης της εξουσίας με τις δυνάμεις της αντι-εξουσίας.

Απαραίτητα σημεία αναφοράς πρέπει να παραμείνουν η οργάνωση της κοινωνικής δυναμικής από τα κάτω αλλά και ενάντια, καθώς και η συγκρότηση ενός πολιτικού προγράμματος. Το τελευταίο, θα αποτελέσει την αποκωδικοποίηση του καταστατικού χάρτη των σύγχρονων, κοινωνικών αναγκών των φτωχών και καταπιεσμένων, κατανοώντας την πολιτική ως την τέχνη του εφικτού και την επανάσταση ως την εφικτή, καθημερινή πράξη ενασχόλησης και πάλης.

            Ο κοινωνικός αναρχισμός, θα πρέπει να μεταφέρει την εμπειρία της οργάνωσης του κοινωνικού πεδίου μέσα στις διαδικασίες και τη νοοτροπία του «χώρου», αντικαθιστώντας το διάχυτο δίκτυο ατομικοτήτων και διάσπαρτων ομαδοποιήσεων που τον συγκροτούν, με μια ενιαία, ειδική, πολιτική οργάνωση υπό τη μορφή της Συνομοσπονδίας.

Ωστόσο, προκειμένου να μην αναπαραχθούν αντικοινωνικά ή ελιτίστικα σχήματα εντός μιας προωθημένης μορφής οργάνωσης, γεγονός που εάν συμβεί θα πλήξει καίρια την αξιοπιστία της οργάνωσης και του κινήματος που εκπροσωπεί, θα πρέπει οι κοινωνικοί αναρχικοί να εμφορούνται από βαθιά ελευθεριακή κουλτούρα. Τούτη, θα επιτρέπει στο κίνημα και τους ανθρώπους του να αντιλαμβάνονται τις διαφορετικές ταχύτητες συνείδησης των καταπιεσμένων, καθώς επίσης και τη σταθερή κατεύθυνση προς όλα τα διαφορετικά και κρίσιμα πεδία κοινωνικής παρέμβασης. Τέλος, οι κοινωνικές και πολιτικές συμμαχίες πρέπει να συγκλίνουν, όχι όμως στη βάση του προηγούμενου υλικού που, καθώς αντιστοιχούσε σε πιο «προσωπικές» δομές συλλογικής ζωής και αγώνα, κατέληγε ιδεοληπτικό. Διερευνώντας τις διαφορετικές προσεγγίσεις, όχι με ύφος και ήθος πολεμικό, αλλά στο πλαίσιο της ανεκτικότητας του διαφορετικού που δημιουργεί η ανάγκη της μεγαλύτερης απεύθυνσης -όπως άλλωστε αναδεικνύει η κληρονομιά της ελευθεριακής παιδείας και κατά την προσπάθεια να τίθενται οι διαχωρισμοί σε πολιτική και κοινωνική βάση- θα πρέπει η προσεκτική συγκρότηση των ιδεολογικών αναφορών, των τρόπων πάλης και των εργαλείων ανάλυσης να ερείδεται στον κοινωνικό περίγυρο, λαμβάνοντας σταθερά υπ’ όψιν της την κρισιμότητα της οργανωμένης δράσης, της ταξικής αντιπαράθεσης και της κοινωνικής ανάγκης. Μόνο έτσι μπορεί να στοχεύει σταθερά στην ολική ανατροπή με επαναστατικό τρόπο.

Το πρώτο βήμα προς αυτή την κατεύθυνση μπορεί να είναι ένα σταθερό πλαίσιο διαλόγου μεταξύ των ομάδων που εμφορούνται από το φιλοσοφικό και πολιτικό-ιδεολογικό πρόταγμα του Κοινωνικού Αναρχισμού, οι οποίες συνεχώς αυξάνονται στον ελλαδικό χώρο. Ο συντονισμός και η προκήρυξη του πανελλαδικού συνεδρίου μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα στόχο εφικτό, που αναδιαμορφώνει και αναβαθμίζει το αναρχικό, κοινωνικό, επαναστατικό κίνημα. 




[1]
                        [1] Για μια βαθύτερη προσέγγιση των συνθηκών διαμόρφωσης της ολοκληρωτικής καπιταλιστικής διαχείρισης βλέπε, Φώτης Τερζάκης, Κρίση και ιδεολογίες στην αυγή του 21ου αιώνα, εκδ. Futura
.