Τρίτη, 19 Μαρτίου 2013

Ναζισμός, Κράτος, τιμωρία κι Εμείς.

Λοιπόν, για να τελειώνουμε με αυτή τη σαχλαμάρα, με αφορμή τον χαιρετισμό Κατίδη: To μόνο που έχει αξία να επισημάνουμε νομίζω είναι, το κλασσικό πρόβλημα των ορίων του αντιφασισμού. Η ανακάλυψη της διαλεκτικής εκείνης που οριοθετεί την αντιφασιστική τακτική των επαναστατικών δυνάμεων σε σχέση με τις αστικές "δημοκρατικές" δυνάμεις.

Η κωδικοποίηση αυτής της διαλεκτικής τίθεται πάνω στο ζήτημα "τιμωρία" απο τους αστικούς θεσμούς. Κι εδώ μπαίνει το διαρκές ερώτημα της υποκρισίας, καθώς τίθεται το ζήτημα πως μπορούμε να εμπιστευτούμε τους θεσμούς που γεννούν το φασισμό έτσι ώστε να περιμένουμε απο αυτούς τους ίδιους την καταδίκη του.

Απαντώντας: το ότι εμείς οι αναρχικοί θέλουμε να καταστρέψουμε το κράτος καθότι αυτό αποτελεί ένα απο τα μεγαλύτερα οικοδομήματα μέσα στο οποίο παράγονται, αναπαράγονται και εξελίσσονται οi ανισότητες, και η εκμετάλλευση, δε σημαίνει ότι δεν το αναγνωρίζουμε ως αυτό που είναι, ως ένα πεδίο καταγραφής των συσχετισμών των δυνάμεων της εξέγεσης, της μεταρρύθμισης, του status quo και της αντιεξέγερσης. Η διαφορά μας με όλες τις άλλες συνιστώσες είναι ότι εμείς φτάνουμε την κριτική μας στην ολοκληρωτική ανατροπή του πεδίου και όχι στην απλή επικράτησή μας εντός του.

Με βάση αυτή την ανάγνωση, ασφαλώς και στηρίζουμε -χωρίς καμία αυταπάτη περί εμπιστοσύνης- την πιο αυστηρή τιμωρία απο τα θεσμικά όργανα , για να καταγραφεί ένας συσχετισμός απονομιμοποίησης της φασιστικής δημόσιας εικόνας. Σε αντίθετη άλλωστε περίπτωση (βλ. π.χ. Di Canio Ιταλία), η μη τιμωρία σημαίνει την διάχυση και τη νομιμοποίηση της φασιστικής εικόνας και αισθητικής.

Ταυτόχρονα -και κάπου εδώ δομείται η επαναστατική διαλεκτική- υποχρεούμαστε όχι απλά να μην αρκούμαστε σε αυτές τις θεσμικές τιμωρίες αλλά να είμαστε εντελώς επιφυλακτικοί, η πρακτική τους χρησιμότητα για εμάς, είναι η αξιοποίηση της οποιασδήποτε νομιμοποίησης παρέχουν στην αντιφασιστική κουλτούρα, και η κωδικοποίησή τους, απο αστικά φληναφήματα σε θέση μάχης στο δρόμο.

Με αυτό το τρόπο συνεχίζουμε να παλεύουμε στη δουλεια, στο σχολειό, στο πανεπιστήμιο, στη γειτονιά στο δρόμο για να τσακίσουμε το φασισμό, που είναι η μόνη αντιφασιστική προοπτική κι αλήθεια, γιατί όταν λεμε τσακίζουμε το φασισμό εννοούμε με τις ίδιες τις γροθιές μας.

Α.Τ.

Σάββατο, 9 Μαρτίου 2013

Δεν θέλουμε να κυβερνήσουμε


Δεν θέλουμε να κυβερνήσουμε 
του Αντώνη Δ.  


‘’Είμαι απολύτως ευγνώμων στους μαλάκες που τα προκάλεσαν όλα αυτά 
Γιατί από δω και πέρα οι πολίτες δεν θα είναι ποτέ τόσο ενδοτικοί  
όσο ήταν στο παρελθόν. Στο λέω, είμαι 74 ετών και έχω δει  
πολλούς πολέμους, από τους οποίους έχω βγει καλύτερη και δυνατότερη. 
 Όταν δεν υπάρχει κρίση, απλώς απολαμβάνεις τη χαρά ενός χαζού 
Πρέπει να χρησιμοποιούμε τις κρίσεις για να ξαναγεννιόμαστε’’ 
Λέονορ, μέλος των συνελεύσεων γειτονιάς στην Αργεντινή[Υποσημείωση] 


Στην δραματουργία της καθημερινότητας (E. Goffman), κρύβονται συχνά μικρές γραφικές αλήθειες, που πολλές φορές δεν τολμάμε να ξεστομίσουμε από φόβο μην μας πουν αφελείς, από φόβο μην μας κατηγορήσουν ότι εμμένουμε στα δεδομένα, στα εύκολα. Κι όμως σ’αυτά τα εύκολα, κρύβεται η οντολογική αυταξία της ιδεολογικής μας βάσης˙ σ’αυτά τα ‘’δεδομένα’’ κρύβονται οι πολυπόθητες προτάσεις, που ποτέ δεν παρουσιάσαμε επίσημα, με τη μορφή ενός δομημένου πολιτικού προγράμματος˙  ίσως γιατί στη σκέψη και μόνο της άρθρωσής του, βλέπαμε στον καθρέφτη, την έννοια της πρότασης εξουσίας ή ακόμα γιατί ‘’οι προτάσεις μας είναι ο τρόπος ζωής μας’’, που όπως αυθαίρετα πιστεύαμε, μπορεί να γίνει κατανοητός από όλους 
Έτσι περιοριστήκαμε στο να απαντάμε στην κοινωνική συγκυρία: το κάναμε στα φοιτητικά του ’06-’07, το κάναμε τον Δεκέμβρη, το κάναμε μετά την προσφυγή στον μηχανισμό στήριξης και συνεχίζουμε να το κάνουμε μέχρι σήμερα, αμυνόμενοι σε όλες τις αξιοσημείωτες επιθέσεις, της μικροπολιτικής διάστασης της κυριαρχίας. Δυναμικοί, συνεπείς, αξιοπρεπείς αλλά αμυνόμενοι. Επιτεθήκαμε μεν (κοινωνικά κέντρα, λαϊκές συνελεύσεις, συνεργατικά εγχειρήματα), αλλά όχι επίσημα (εκτός κεντρικής πολιτικής σκηνής) και όχι σαφώς υθόρμητα και αυτοδιαλυόμενοι), ελέω απουσίας πολιτικού φορέα. Κυρίως, δεν μπορέσαμε να εξορθολογίσουμε τη διαλεκτική ανάμεσα  στη βία, την ταυτότητα και την πολιτική. Πολλές φορές (πολλές, όχι πάντα), όπου προτασσόταν η ταυτότητα, κυριαρχούσε η βία, κι όπου προτασσόταν η πολιτική, απουσίαζε η ταυτότητα˙ κι έτσι συχνά, δικαιώναμε φαινομενικά την αρεντική θέση, για το ότι ‘’η βία είναι αντιπολιτική’’ και ‘’γίνεται παράλογη μόνο όταν εξορθολογίζεται’’[Υποσημείωση]  
Πιστοί στην ορθότητα του αξιακού μας συστήματος, νοηματοδοτούσαμε την ιδεολογική μας ταυτότητα, κυρίως, μέσα από τις ατασθαλίες των πολιτικών μας γειτνιάσεων (Αριστερά), πολλές φορές με ανθρωπολογικά και όχι πολιτικά κριτήρια. Πεπεισμένοι λοιπόν, ότι είμαστε χρήσιμοι (φλερτάροντας με τον μεταμοντέρνο πολιτικό πλουραλισμό) και προσπαθώντας να το αποδείξουμε, είτε φοβηθήκαμε την ιδεολογία (ΑΚ), είτε πιστέψαμε στην εδαφικότητα του ελληνικού αναρχοσυνδικαλισμού (ΕΣΕ κ.α.), είτε επιδείξαμε ιδεολογική σύνεση και αφορμαλιστική υπομονή (οι υπόλοιποι). Πειραματιστήκαμε με τον ρόλο μας, τελέσαμε πολλές φορές υπό μετωπική διαλεκτική σχέση με τον κρατικό μηχανισμό και διασφαλίσαμε κοινωνικές ελευθερίες (ελεύθεροι χώροι, απενοχοποίηση της χρήσης αντιασφυξιογόνων, κοινωνική νομιμοποίηση και νοηματοδότηση των συγκρούσεων κ.α.), χωρίς όμως να τις κεφαλαιοποιήσουμε. Δεν βγήκαμε στα ΜΜΕ, δεν μιλήσαμε εκ μέρους κανενός˙ δικαιολογημένα μεν, χριστιανικά δε. 
Κάπου εκεί χάσαμε την αυτοσυνείδηση του ρόλου μας. Φοβηθήκαμε να-αποφύγουμε-να-μιλήσουμε για επανάσταση, ξαναθυμηθήκαμε την ταξικότητα, αλλά δεν ξεκαθαρίσαμε τον ρόλο μας˙ ούτε εσωτερικά, ούτε εξωτερικά 

Η απάντηση λοιπόν σε κάθε ιδεολογικό, πολιτικό και προταγματικό αδιέξοδο, πηγάζει από την γραφική αλήθεια, ότι δεν θέλουμε να κυβερνήσουμε 
Αυτό που οφείλουμε να πράξουμε, είναι να τη μετατρέψουμε σε διακριτή πολιτική θέση, μέσα σ’ένα πλαίσιο πολιτικού ορθολογισμού, ιδεολογικής τεκμηρίωσης και δομημένης αντιπρότασης. Να διασαφηνίσουμε, με λίγα λόγια, την αυτονόητη για μας θέση ότι δεν έχουμε και δεν σκοπεύουμε να αναπτύξουμε καμία πρόταση διακυβέρνησης κόμα κι αν, επίσημα, δεν μας ζητήθηκε ποτέ)˙ να διασαφηνίσουμε τις θέσεις μας, πρώτα και κύρια για να ανασυνταχθούμε οι ίδιοι πολιτικά κι έπειτα για να μπορέσουμε να τις επενδύσουμε σε κοινωνικές συμμαχίες 
Η ρητορική για το δέον της ακυβερνησίας (μπροστά στη φεντεραλιστική οργάνωση) ως κοινωνικής και πολιτικής κατάστασης, αποτελούσε πάντα ένα από τα βασικά σημεία του αναρχικού λόγου. Η μη κατάληψη της εξουσίας, η άρνηση της θεσμικότητας, αντανακλά με απλά λόγια, στη θέση ότι η διακυβέρνηση ‘’καίει’’ τους επίδοξους γητευτές της, στα πλαίσια της δομικής αντίθεσης κράτους και κοινωνίας. Αυτό που παραλείπαμε μέχρι τώρα να κάνουμε, είναι να την προσεδαφίσουμε. Να την εντάξουμε δηλαδή στο σύγχρονο ιστορικό πλαίσιο και να την υπερασπιστούμε τεκμηριωμένα, στον χώρο και τον χρόνο. 
 Ήρθε όμως η περίοδος, που η διαπίστωση ότι η κρατική διακυβέρνηση δεν μπορεί να εξευγενιστεί, πόσο μάλλον ότι έχει ημερομηνία λήξης (ουσιαστικά), αποτελεί μια γενική πραγματικότητα. Οι πάλλε ποτέ μνηστήρες της αριστερής της εκδοχής, αποστασιοποιήθηκαν άμεσα (ΚΚΕ) ή έμμεσα (ΣΥΡΙΖΑ) από τη ρετσινιά της, από το έρεβος της μη αντιπολίτευσης. Λάκισαν μπροστά στην ιστορία ή έβαλαν νερό στο κρασί τους για να την απαλύνουν˙ για να ξεχάσουν μια ιστορική επιταγή: ότι στην κρίση απαντάμε με ουτοπία (συνεργατικά εγχειρήματα, κοινωνική αλληλεγγύη, μπλοκάρισμα της τρέχουσας οικονομικής ροής), γιατί η ουτοπία καθίσταται ανέφικτη από τον φόβο και όχι από την πραγματικότητα˙ από την κατάχρηση της ρητορικής του υποτιθέμενου ρεαλισμού, με την επιβολή της οικονομίστικης διαχειριστικής λογικής εις βάρος των θεμελιωδών ανθρώπινων αξιών. Γι’αυτό και η διαχείριση του συστήματος δεν είναι παρά διαχείριση του φόβου 
Σε περιόδους κρίσης, οι δομικές μας θέσεις, προσεδαφίζονται δυνητικά˙ αρκεί να τις προβάλλουμε, να τις διασαφηνίσουμε και να καλέσουμε το κοινωνικό εκείνο κομμάτι, που θα συνειδητοποιήσει ότι δεν υπάρχουν σωτήρες. Εκείνους που καταλαβαίνουν ότι για να χτίσουμε μια κοινωνία στις στάχτες της παλιάς, πρέπει αρχικά να προεικονίσουμε τη νέα (R. Day)˙ να θέσουμε δηλαδή από τώρα τα θεμέλιά της, στα σπλάχνα της σημερινής πραγματικότητας.  
Από την άλλη, ας μην κάνουμε το λάθος να υποπέσουμε σε μαξιμαλιστικές πεποιθήσεις, όπως ‘’ήρθε η ώρα μας’’ κτλ., γιατί έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας και η βιασύνη θα μας οδηγήσει στην απογοήτευση. Αυτό που μπορούμε να πούμε με σιγουριά, είναι ότι ήρθε η ώρα να αρχίσουμε. Να κάνουμε τα πρώτα βήματα, για τη συγκρότηση ενός πολιτικού φορέα, που θα συμπεριλάβει όλους όσους είναι διατεθειμένοι να επεξεργαστούν σοβαρά, τη σχέση δομής και περιεχομένου, στα πλαίσια του ελληνικού αναρχικού χώρου. Να αρχίσουμε τώρα, αρχικά για να δρομολογήσουμε τις διαδικασίες άντλησης συμπερασμάτων και εν συνεχεία, για να ανοίξουμε τις εν λόγω διαδικασίες σε ένα μεγάλο κομμάτι συντρόφων που για πολύ καιρό έμεναν, έξω από αυτές 
Εν έτει 2013, η συσπείρωση φαίνεται μεγάλη, ο προβληματισμός βαθύς και ένα μεγάλο κοινωνικό κομμάτι, γεμάτο αυτιά: ας μην τους αφήσουμε μόνους τους, ακόμα κι αν η κάλπη ξεσυνηθίζεται δύσκολα, και ας οργανωθούμε 
Με το βλέμμα λοιπόν στο πρόσφατο Πανελλαδικό κάλεσμα για την προοπτική δημιουργίας αναρχικής πολιτικής οργάνωσης, ελπίζουμε η συγκεκριμένη πρωτοβουλία να θέσει τα θεμέλια για έναν παραγωγικό και αποτελεσματικό διάλογο 

Η απάντηση στην ερώτηση γιατί είμαστε αναρχικοί στην Ελλάδα του 21ου αιώνα, δεν είναι όσο εύκολη ή έστω, όσο εύκολα τεκμηριώσιμη, φαντάζει˙ και ξέρουμε όλοι ότι, ακόμα κι αν πάρουμε ως δεδομένο ου δεν είναι) ότι η πλειοψηφία του χώρου είναι σε θέση να υπερασπιστεί την ιδεολογική της ταυτότητα, ένα μεγάλο (ενδιαφερόμενο) εξωτερικό κομμάτι δεν είναι σίγουρα σε θέση να το κατανοήσει. Όλοι ξέρουν ότι είναι δικαιολογημένο να είσαι αναρχικός, δεν ξέρουν όμως γιατί είναι χρήσιμο (τώρα, για όσους δεν συμπαθούν τον ιδεολογικό κάματο υπάρχει και το ‘’ελευθεριακός’’) 
Στα πλαίσια λοιπόν επαναπροσδιορισμού και διασαφήνισης του ρόλου μας, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι είμαστε εδώ για να θυμίζουμε μια (γραφική) αλήθεια: ότι ο Λεβιάθαν δεν χειραγωγείται αλλά καταστρέφεται. Γι’αυτό δεν υποσχόμαστε καμία θέωση και καμία σωτηρία, παρά μόνο αλληλεγγύη σε όσους έχουν την αυταπάρνηση να εκτεθούν