Σάββατο, 27 Σεπτεμβρίου 2014

Η Τούμπα, οι μετανάστες και τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας

Λοιπόν, γεννηθήκαμε και στην Τούμπα. Πήγαμε δημοτικό στου «Αδαμίδη» και στο «Τενεκεδένιο», το ένα χτισμένο από λαμαρίνη και τ’ άλλο από αμίαντο καρκινογόνο. Κάποτε το γκρέμισαν αφού τόσες γενιές μεγάλωσαν σ’ αυτό. Οι γονείς μας γεννήθηκαν εδώ, στα ίδια σχολεία έτρεξαν, γέλασαν, στα ίδια στενά έπαιξαν. Πρόλαβαν βέβαια τούτοι οι τυχεροί τα σπιτάκια με τις μεγάλες αυλές, τις ξαμπάρωτες πόρτες, το κουτσομπολιό των Σμυρνιών γιαγιάδων, τα ρεμπέτικα στη διαπασών απ’ τη καλύβα του χασισοπότη, τις φωνές και τους καυγάδες των γειτόνων τις μεγάλες και ατέλειωτες σιωπές που έκρυβαν τους κυνηγημένους. Οι παππούδες μας δε γεννήθηκαν εδώ. Στην Τούμπα δεν γεννήθηκε κανείς, μόνο κάτω στην πόλη γεννήθηκαν οι παλιοί Σεφαραδίτες που κι αυτοί έφτασαν εδώ κυνηγημένοι. Κανείς δε θυμάται από πότε, φύγανε κι αυτοί όπως ήρθαν…κυνηγημένοι. Οι παππούδες μας ήρθαν εδώ από τη Ρωσία, τον Πόντο, από τη Σμύρνη…πρόσφυγες. Πριν από τους παππούδες μας, στη Τούμπα ζούσαν τα σκουπίδια της Τσιμπλούκας, έτσι έλεγαν οι παλιοί την χωματερή στο μέρος που χτίστηκαν έπειτα τα «Κωνσταντινοπολίτικα». Όταν ήρθαν οι παππούδες, μας δεν τους δέχτηκε κανείς, δεν άνοιξε σπίτι, ή αγκαλιά, ούτε στάβλος για να χωθούν σαν τρομαγμένα ζώα. Μονάχα το ορφανοτροφείο που μεγάλωσε τις γιαγιάδες μας, στα χρόνια της φρίκης… Είχαν μόνο την απλωσιά του τόπου. Το ρέμα, τη Αγιά Μαρίνα, το ανάχωμα, τις παρυφές του δάσους, αυτός ήταν ο τόπος. Εκεί χτίσαν τα παραπήγματά τους, οι παραγκιώτες. Παραμέρισαν τα σκουπίδια και έφτιαξαν τη ζωή, αυτή του πολέμου, αυτή της αντίστασης, του αγώνα. Βάψανε οι αλάνες της Τούμπας κόκκινο. Δρόμος πολύς η ζωή των κυνηγημένων, η ζωή του πρόσφυγα…Έπειτα γκαστερμπάϊτερ, άσωτος ο δρόμος… Κάποτε ξαπόστασαν κι αυτοί, μέσα στα μελαγχολικά σπιτάκια της αντιπαροχής του δανείου, της σύνταξης, αυτά που χτίσανε κατά χιλιάδες οι ίδιοι για δεκαετίες. Μα η φτώχεια ήταν πάντα η ίδια, πλήρωσαν. Κι ακόμη αργότερα, είδαν τα εγγόνια τους, τα λιωμένα κορμιά των νεολαίων της «ανάπτυξης» και του «εκσυγχρονισμού» κάθε απόβραδο να ξεμοναχιάζουν τη ζωή κάτω απ’ τη γέφυρα, στο ρέμα, το πρωΐ άγριο ξύπνημα από τη σειρήνα του ασθενοφόρου. Και σε μας απόμεινε, μονάχα μια μνήμη, μια μυρωδιά χαμένη από την τσιμενταρισμένη εξοχή, μα και η αίσθηση ότι αν ακόμη σήμερα δεν είμαστε κυνηγημένοι, έχουμε την ψυχή να μη γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Και να ελπίζουμε, ν’ αγαπάμε τον άνθρωπο. Έπειτα γι’ αυτό διαλέξαμε πλευρά, γίναμε αναρχικοί, μιας και η αριστερά των παππούδων μας δεν υπάρχει πια, έμεινε από δ’ αύτη μια στάμπα από την πολυχρησιμοποιημένη καρέκλα του «δημόσιου λειτουργού» και η κατάφαση του συμβιβασμού, γίναμε αναρχικοί όχι γιατί μας αρέσει να μας κυνηγούν αλλά για να θυμόμαστε να μην γίνουμε ποτέ κυνηγοί. Ούτε κυνηγοί, ούτε θηράματα, ούτε αφέντες, ούτε δούλοι…
Με αφορμή μερικά ορφανά ευρώ (600.000) που περίσσευαν από τον ευρωπαϊκό κορβανά και που ο δήμαρχος της πόλης σκέφτηκε να τα πάρει υπό την ζεστή θαλπωρή του, εγκρίθηκε το σχέδιο εγκατάστασης οκτώ (8) μονογονεϊκών οικογενειών προσφύγων στους παλιούς στάβλους, οι οποίοι επί χρόνια χρησιμοποιούνταν για να φιλοξενούν καρκινογόνα χημικά. Η διαμόρφωση ενός χώρου φιλοξενίας των ορφανών παιδιών ήταν η προϋπόθεση για να αναλάβουν οι έμμισθοι «αλληλέγγυοι» τον μποναμά των γιάπηδων. Στους καρκινογόνους παλιούς στάβλους λοιπόν, εξαντλείται η ντόπια και διεθνής αλληλεγγύη των κατατρεγμένων…Ας είναι, όμως όχι… Στην Τούμπα, λοιπόν, (να μιλάνε άραγε για τον ίδιο τόπο;) βρέθηκαν άνθρωποι να καμωθούν τους γηγενείς. Μαζεύτηκαν, λοιπόν, κάποιοι άπληστοι νευρωτικοί «αυτόχθονες», έκαναν εκδήλωση και είπαν «στην Τούμπα δε χωράνε πρόσφυγες». Αναρωτήθηκαν «πως θα παίζουνε τα παιδιά μας δίπλα στους μετανάστες»; Είπαμε «θα μιλήσουμε κι εμείς», αρνήθηκαν, επιμείναμε να μιλήσουμε, μας ρώτησαν ποιο είναι το όνομά μας, 

- Αχμέτ, Αμπντούλ, Κωστής, Μαρίκα, Ντούσιας, Χομαγιούν, Βακάρ. 
Έπειτα ρώτησαν που ζούμε
- Στην Επιδαύρου, στη Βοσπόρου, κάτω από τη γέφυρα, στο ρέμα, στη Κασσάνδρου, στο Γεντί Κουλέ
Και που γεννηθήκατε;
- Στην Τούμπα, στο Κερατσίνι, στην Κοκκινιά, στο Βίτσι, στα γκέτο του Παρισιού, στο Μεξικό στη ζούγκλα. 
Παραξενεύτηκαν ρώτησαν τι ήρθατε να κάνετε εδώ; Μα είχαν ακούσει πολλά έκλεισαν τα ηχεία…τότε κάναμε τα χέρια μας χωνί, όπως παλιά στη γειτονιά μας, έκαμε ο κυρ-Γιώργης που ‘φερνε στην καρότσα τα καρπούζια κι οι γιαγιάδες μας ανέβαζαν πάνω να παίξουμε…
-Γεννηθήκαμε κι εδώ, κι αλλού και παντού θα γεννιόμαστε και θα ξεπηδάμε γιατί ο φασισμός δεν έχει πάντα ουρά και κέρατα, ο φασισμός ξεκινά ως εφαρμογή μικρών καθημερινών κακουργηματικών σκέψεων, υπαγορευμένων από το φόβο και τη μισαλλοδοξία…Σκεπτόμενοι ότι ο φασισμός δεν νικάει όταν βρεθεί ένας Χίτλερ αλλά όταν δημιουργηθούν χιλιάδες Άϊχμαν…

Έπειτα φύγαμε, μα θα ξαναγυρίσουμε, να κοιτάξουμε αν ο τόπος φυλάει τη μνήμη του…
Όσοι δεν μίλησαν ποτέ, όσοι τώρα βόλεψαν το κορμί τους σε ένα-δυο σπίτια και εξοχικά, βρήκαν εχθρό, «ξεσηκώθηκαν» να «διεκδικήσουν». Ποιόν εχθρό αισθάνθηκαν; Βρέθηκαν «αυτόχθονες» να διακηρύξουν ότι αυτό το μικρό κομμάτι κατεστραμμένης γης κάποιοι άλλοι, -οι ίδιοι- το έχουν περισσότερο ανάγκη, από τα ορφανά αλλοδαπά ανήλικα μιάσματα. Κάνανε και αναλύσεις ότι η χώρα και ειδικά η Τούμπα δεν χωράει άλλους ξένους, άλλους κατατρεγμένους. Είναι πολλοί, λένε. Δεν χωράει άλλη φιλοξενία γιατί έχει το Θεαγένειο που φιλοξενεί καρκινοπαθείς, έχει το Παπάφειο που φιλοξενεί ορφανά, έχει την ΥΦΑΝΕΤ που φιλοξενεί αναρχικούς… Δεν χωράνε άλλοι, είπαν αυτοί που αν η Τούμπα δεν χωρούσε από πάντα τους κατατρεγμένους, δεν θα ήταν εδώ. Κορόϊδεψαν «να τους πάρετε σπίτια σας», οι ανόητοι δεν μπορούσαν να καταλάβουν πόσους και πόσους κατατρεγμένους έχουμε φιλοξενήσει στα σπίτια μας με την ελπίδα κάποτε να είχε βρεθεί κάποιος να φιλοξενήσει τους παππούδες μας, τους «τουρκόσπορους». Έπειτα μας είπαν ότι θέλουν το χώρο μόνο για Έλληνες, για την πατρίδα…ποια πατρίδα; Αυτή την πατρίδα που έστελνε το χωροφύλακα να ελέγχει αν σήκωσαν την σημαία της οι παππούδες μας στα μπαλκόνια, επειδή ήταν «ύποπτοι» και «συμμορίτες»; Την πατρίδα της "μπάρας" που για να την περάσεις έπρεπε να δώσεις πιστοποιητικό κοινωνικών φρονημάτων; Στην κόκκινη Τούμπα η σημαία της πατρίδας μας απλώνονταν στα μπαλκόνια 363 μέρες το χρόνο, κάθε μέρα πέρα από τις εθνικές εορτές: ήταν τα χιλιομπαλωμένα σώβρακα και οι κακοραμμένες κάλτσες που ανέμιζαν περήφανα πάνω από τα κεφάλια μας όταν κλωτσούσαμε την μπάλα στην αλάνα• πατρίδα στην τούμπα ήταν η αλάνα για τους μικρούς, η φτώχεια για τους μεγαλύτερους κι η πείνα, ο φόβος της προσφυγιάς. Ήταν όμως και η ανθρωπιά, η αλληλεγγύη, το νιώσιμο, δεν ήταν απλά μια κάποια Ελλάδα η πατρίδα στην Τούμπα. Έτσι θέλουμε να τη θυμόμαστε. Αλλά μήπως τούτοι οι νέοι «γηγενείς» ήταν θαμώνες και κατοικοεδρεύαν στα υπόγεια της Τσιμπλούκας, κάτω από τόνους σκουπιδιών, αγνώριστοι κι αυτοί ανάμεσα τους; Δε θα ‘τυχε να τους γνωρίσουν οι παππούδες μας.

Άλλωστε από πάντα η χωματερή είναι το καταφύγιο του ρατσισμού, κι η μισαλλοδοξία ο πολιτισμός των σκουπιδιών.


Συλλογικότητα για τον Κοινωνικό Αναρχισμό 
           "Μαύρο & Κόκκινο"
    mauro-kokkino@hotmail.com

Παρασκευή, 6 Ιουνίου 2014

Κείμενο παρουσίασης του 2ου τεύχους του Κοινωνικού Αναρχισμού

Του Άρη Τσιούμα

Κάποτε σε ένα κείμενο πριν κάποια χρόνια είχαμε αναφέρει ότι περνάμε στην «εποχή των δολοφόνων», και κάποιοι σύντροφοι μας ζήτησαν να επεξηγήσουμε τον όρο, σήμερα νομίζω ότι αυτή η διατύπωση δεν χρειάζεται επεξηγήσεις, άνθρωποι στην Ελλάδα και όχι μόνο καίγονται ζωντανοί σαν κεριά προσπαθώντας να αντεπεξέλθουν στο κρύο, και αυτή είναι μόνο μια όψη των δεκάδων τρόπων με τους οποίους οι εξουσιαστές καταφέρνουν να διαχειρίζονται την ανθρώπινη ζωή. Η εποχή των δολοφόνων ξεκινά ουσιαστικά όταν ο καπιταλισμός ως ολοκληρωτική σχέση εξουσίας υπερβαίνει την επιβολή του «πως θα ζήσουμε» για να αποφασίσει το «αν θα ζήσουμε» και ποιοί. Η μόνη ερώτηση που μοιάζει να έχει νόημα είναι αν έχουμε βγει καθόλου από αυτή την εποχή. 

Η φενακισμένη ευζωία του δυτικού κόσμου που χτίστηκε πάνω στα ερείπια του ολέθρου και στη διαρκή εκμετάλλευση ολόκληρου του πλανήτη, καμώθηκε προσωρινά ότι ξόρκισε τα φαντάσματα των φασισμών που εξέθρεψε το σύστημα καταπίεσης. Σήμερα αυτοί επιστρέφουν ολοζώντανοι επιδιώκοντας να ξανακυριεύσουν τα μυαλά των ανθρώπων να τα κάνουν να συναινέσουν σε νέα εγκλήματα καταστώντας τους εξαρτήματα σε ότι πραγματικά είναι ο φασισμός: η πιο αποτελεσματική τεχνική μαζικής δολοφονίας, η οποία συστήνεται ως πολιτικό πρόταγμα. Επειδή λοιπόν ο φασισμός, δυστυχώς απέκτησε μια ιδιόμορφα επικαιροποιημένη μορφή αφιερώσαμε ένα μεγάλο μέρος του δεύτερου τεύχους του κοινωνικού αναρχισμού στη μελέτη και την ανάλυση της πολεμικής που προωθούμε εναντίον του. 

Από την ανάλυση του, και την σχέση του με το κράτος, και τις μορφές πολιτικής ετερονομίας σε θεωρητικό και φιλοσοφικό επίπεδο, μέχρι την άκρως πρακτική και οργανική σχέση της φασιστικής νοοτροπίας με τις κεντρικές επιλογές της κυβέρνησης με τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών, επιχειρούμε να σκιαγραφήσουμε ένα εξίσου επικαιροποιημένο θεωρητικό σχήμα αντιπαράθεσης, το οποίο χωρίς να παραβλέπει την υλιστική βάση του ζητήματος, δε θα εγκλωβίζεται σε ερμηνείες που εξαντλούνται σε οικονομικές προσεγγίσεις και αφήνουν ανερμήνευτα τα υπόλοιπα πεδία της πολιτικής σκέψης και της ίδιας της κοινωνικής ζωής, των θεσμίσεων και των φαντασιακών που παράγονται είτε στο επίπεδο της πολιτικής εκπροσώπησης είτε στο επίπεδο της κοινωνικής βάσης. Οι σχέσεις μοριακού φασισμού, ο ρατσισμός, ο σεξισμός, που κυριαρχούν ως ύπουλες αφηγήσεις μιας ανέμελης καθημερινότητας στις περιόδους της επονομαζόμενης «ανάπτυξης» θα αποτελέσουν το ζωτικό κεφάλαιο, το οποίο θα έλθει να εξαργυρώσει η φασιστική πολιτική έκφραση όταν η καθημερινότητα θα έχει διαμορφωθεί σε ζούγκλα από το καπιταλιστικό καθεστώς έκτακτης ανάγκης. Και είναι αλήθεια ότι στις ζούγκλες ευνοούνται τα σαρκοφάγα ζώα, ήτοι οι ναζί-δολοφόνοι. 

Για εμάς τους αναρχικούς μια προσέγγιση του φασισμού που δεν αναδεικνύει την προσήλωσή του στην οικοδόμηση ενός ολοκληρωτικού κράτους, είναι ελλειπτική. Στοιχείο του αντιφασιστικού αγώνα είναι ο αντικρατισμός, καθώς το κράτος αποτελεί τον πιο αποτελεσματικό και καθιερωμένο τρόπο διαχωρισμού του κοινωνικού συνόλου, με βάση την ταξική διαστρωμάτωση αλλά και την πολιτική συνείδηση. Η πίστη στο θεσμό του κράτους, ή η «εργαλειακή του χρήση» (sic) αποτελεί θέση ξένη προς τον αναρχισμό και κατ’ επέκταση στον τρόπο που προσεγγίζει αυτός τον φασισμό αλλά και το πεδίο ανταγωνισμού που διαμορφώνει το αντιφασιστικό κίνημα. 

Η πάλη ενάντια στο κράτος είναι πάλη ενάντια στο φασισμό και η πάλη ενάντια στο φασισμό οφείλει να είναι πάλη ενάντια και στο κράτος. Με ένα κείμενο του antisystemic που δίνει νέο βάθος -κατά τη γνώμη μας- στον σύγχρονο αναρχικό λόγο ξεκινάει αυτό το δεύτερο τεύχος. Με μια εύχρηστη ανάλυση ο δοκιμιογράφος τοποθετεί το πρόβλημα που έχει γίνει λανθασμένα γνωστό ως «βάση-εποικοδόμημα» στη σωστή του θέση. Πέρα λοιπόν από τα ιδιαίτερα υλιστικά συμφέροντα, «η ηγεμονική ετερόνομη ιδεολογία είναι σε θέση να παράξει ένα σώμα από αξίες και αντιλήψεις, ικανές να παρεισφρήσουν στη φαντασιακή θέσμιση των υποτελών κοινωνικών στρωμάτων, ετεροκαθορίζοντας το περιεχόμενό της, και με αυτόν τον τρόπο να προσδώσουν θετικό περιεχόμενο στην κυριαρχία της». 

Αυτή η προσέγγιση μπορεί να αποτελέσει ίσως τη βάση για την θεωρητική αποκάλυψη της λύσης του ανοίγματος των αιτιών που το έθνος, ως φαντασιακή κοινότητα επικράτησε ή τουλάχιστον επιβίωσε μέσα στο συλλογικό νου, ενάντια στις υλιστικές θέσεις του ξεκάθαρου προσδιορισμού  των ταξικών συμφερόντων. Μετά από μια μεστή και έγκυρη επισκόπηση του διανοητικού σύμπαντος της ετερόνομης πολιτικής σκέψης ο συντάκτης διερχόμενος μέσα απ’ τα παραδείγματα του υπερσυντηρητισμού και του πρωτογενούς φασισμού, αναδεικνύει τους κοινούς τόπους της ιστορικής κληρονομιάς της ανελευθερίας με τους σημερινούς εκφραστές της, την κυβέρνηση και τις ντόπιες και διεθνείς ελίτ, στοχεύοντας παράλληλα στην αποσάρθρωση των προπαγανδιστικών τους αιχμών, όπως π.χ. της θεωρίας των δύο άκρων. 

Ο Φώτης Τερζάκης στη συνέχεια, με το κείμενο του σχολιάζει την επικαιρότητα με τον μοναδικό τρόπο που αυτός ο σχολιασμός εκπέμπει ένα σημαντικότερο σημαινόμενο, εν αντιθέσει με τις γνωστές προσεγγίσεις που απηχούν ένα αναμάσημα των ανοησιών που μαζικά παράγοντα κυρίως στους τηλεοπτικούς δέκτες. Ο Τερζάκης έχοντας ως κίνητρο την κατάθεση μιας πολεμικής ενάντια στις όψιμες παραχωρήσεις του Τ. Φωτόπουλου απέναντι στο χρυσαυγιτισμό, τις οποίες εκδήλωσε σε σειρά ουσιαστικά φιλο-εθνικιστικών του τοποθετήσεων δε μένει σε μια στείρα καταγγελία αυτών, αλλά θέτει τον δείκτη της οξυμμένης  θεωρητικής επεξεργασίας των σημερινών πεπραγμένων πάνω στην ουσία των αιτιών που τα προϋποθέτουν. Αφού αποδομεί εύληπτα και εύστοχα τον «κρατικό αντιφασισμό» ο Τερζάκης καταδεικνύει τις πραγματικές προθέσεις των κρατικών χειρισμών. Εν τέλει θα επικεντρώσει την κριτική του απέναντι στα εθνικιστικά ανοίγματα του πάλαι ποτέ ελευθεριακού στοχαστή Φωτόπουλου, για να τονίσει την επικυνδινότητα τέτοιων και παρόμοιων κηρυγμάτων. 

Η ουσία της τοποθέτησης του Τερζάκη έχει να κάνει με την λύση ενός δήθεν δυσεπίλυτου προβλήματος, εάν δηλαδή πρέπει το κίνημα να στραφεί κατά του φασισμού ή αν πρέπει να «μην αποπροσανατολιστεί» και να προσηλώσει τη δράση του ενάντια στην κυβέρνηση. Όποιος όμως θέτει ένα τόσο άστοχο ερώτημα, σαν ένα αξεπέραστο δίλλημα προφανώς έχει κάποιον διόλου θετικό ως προς την πάλη για ελευθερία σκοπό. Ο Φωτόπουλος ας πούμε θεωρεί αποπροσανατολιστική την πάλη ενάντια στο ναζισμό γιατί όπως λέει ο ίδιος «ο πραγματικός φασισμός είναι τα σχέδια των οργάνων της Υπερεθνικής και Σιωνιστικής Ελίτ». 

Όλοι καταλαβαίνουμε πλέον σε ποια παράδοση σκέψης ανήκουν αυτές οι υπεραπλουστεύσεις. Αντιθέτως ο Τερζάκης που κατανοεί και διαφυλάσσει την διαλεκτική των αυτόνομων και αλληλεπιδρούμενων θέσεων και αντιθέσεων πριν αυτές παράξουν την σύνθεση των περιεχομένων τους, γράφει: «πρέπει κυρίως να καταλάβουμε ότι το φασιστικό ανακλαστικό είναι μια αυτοτελής απειλή για τις ανθρώπινες κοινωνίες που, παρότι τροφοδοτείται από, δεν ανάγεται κατά οιονδήποτε απλό τρόπο στις συνθήκες οικονομικής εκμετάλλευσης και πολιτικής χειραγώγησης. Αντιπροσωπεύει ένα βαθύ και μοιραίο τραύμα στην ίδια τη ρίζα της ζωής, που μετασχηματίζει με τον αμείλικτο τρόπο μυθικού μηχανισμού τη ματαίωση σε ατέρμονο μίσος, και το μίσος σε καταστροφική και αυτοκαταστροφική δράση».

Επιχειρώντας να αναδείξουμε την πολιτική επικάλυψη του φασισμού από την κυβερνητική δράση με ένα παράδειγμα που πέρα από τη φιλοσοφική του χρήση θα αναδείκνυε με κοινωνικούς όρους την αθλιότητα της φασιστικής νοοτροπίας απ’ όπου κι αν αυτή προέρχεται, ζητήσαμε από τον Νίκο Νικολαΐδη να συντάξει ένα κείμενο για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης μεταναστών. Μετά την ανάπτυξη της δράσης του κρατικού αντιφασισμού, θεωρήσαμε εξαιρετικά σημαντικό να καταδείξουμε ποιες είναι οι πραγματικές σχέσεις του φιλελεύθερου κοινωνικού δαρβινισμού με το alter ego του μισάνθρωπου φασισμού. 

Ο Νίκος σε άλλη μια μεστή κι ολοκληρωμένη καταγραφή καταφέρνει κάτι πολύ ουσιωδέστερο από το να περιγράψει το πρόβλημα και να καταθέσει μια πρόταση· κάνοντας μια χρήσιμη αναφορά στην ιστορική γέννηση των στρατοπέδων και αφού περιοδεύσει στις αιτίες διαμόρφωσης των αιτιών που δίνουν τα υλικά κατασκευής και συναίνεσης σε ένα από τα πλέον απάνθρωπα οικοδομήματα που φτιάξανε άνθρωποι για άλλους ανθρώπους, συνεισφέρει μια αμιγώς ελευθεριακή οπτική για το τι συμβαίνει, με ποιους όρους, και τι εμείς και με ποιους τρόπους οφείλουμε να το αντιμετωπίσουμε. Και το αναφέρω αυτό γιατί δεν αμελεί σε κανένα σημείο αυτού του σημαντικού -για την σε βάθος κατανόηση του προβλήματος- κειμένου να αναφερθεί τόσο στην πολιτική εδραίωσης του φόβου, μέσω της εναντίωσης στον άλλον, όσο και να καταδείξει τι συνιστά η πειθάρχηση μέσω των διάφορων εξουσιαστικών διαδρομών που αναπόδραστα καταλήγουν στην καταστροφή του ανθρώπινου. Παράλληλα δίνει συγκεκριμένα στοιχεία και αριθμούς, όχι όμως με μια δημοσιογραφική προσέγγιση αλλά με την οξυδέρκεια της ερμηνείας που διαυγάζει τις πολιτικές επιλογές διαμόρφωσης αυτών των στοιχείων. Τέλος εντάσσει στην ανάλυση του το ζήτημα της παρανομοποίησης της εργασίας και τον ρόλο που παίζει η συνθήκη διαμόρφωσης του «νέου εργατικού δυναμικού, χωρίς δικαιώματα μόνο από Έλληνες», θυμίζοντας μας πολλές συνδηλώσεις των σχέσεων μεταξύ κυβερνητικών επιλογών και νεοναζιστικών προσδοκιών κι υποσχέσεων. 

Ενώ όμως κάνει όλη αυτή τη βαρύνουσα δουλειά δεν υποβαθμίζει τον κεντρικό ρόλο του ανθρώπου, ως υποκειμένου έμπνευσης για ένα κίνημα διεκδίκησης της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, έναντι μερικοποιημένων σχέσεων εξουσίας που αναδεικνύουν μόνο μια πλευρά του προβλήματος διαμορφώνοντας υποκείμενα σε σωλήνες ιδεολογικού εργαστηρίου που πολλές φορές πλέον όχι ως κατηγορίες αλλά ως ζωντανή ύλη δεν αντιστοιχούν σε συνειδητές κοινωνικές δυνάμεις. 

Η δυνητική αποστροφή του εντιτόριαλ «θα νικήσουμε, μόνο αν νικήσει η ζωή, γιατί έτσι κι αλλιώς, τίποτε άλλο δεν έχει αξία», βρίσκει στον εχθρό του «κόμματος του θανάτου», εκείνο το συλλογικό όραμα απελευθέρωσης που ενώ κατανοεί την πραγματικότητα που έχουν διαμορφώσει τα συμφέροντα και οι πράξεις των ανθρώπων διαφυλάσσει στη κιβωτό της αγωνιστικής της πλεύσης, την οικουμενικότητα της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Διότι όπως η ύπαρξη των στρατοπέδων συγκέντρωσης είναι μια ντροπή για όλους, για το σύνολο του ανθρώπινου είδους, η διαμόρφωση μιας κοινωνίας που αυτά θα εκλείπουν είναι ένα φάρος ελπίδας για την διάσωση της συνολικής κληρονομιάς της ανθρώπινης ύπαρξης. Δεν μπορούμε να ξεχάσουμε ποτέ τη βασική διδαχή του εάν έστω και ένας άνθρωπος είναι ανελεύθερος, τότε κανείς δεν μπορεί να είναι πραγματικά απελευθερωμένος.

Ένα άλλο ζητούμενο θίγει στο κείμενο του ο Σωτήρης Λυκουργιώτης. Έχει ο φασισμός αισθητική, κι αν ναι σε τι αυτή συνίσταται; Η προσέγγιση του ναζιστικού φαινομένου από πολιτισμική σκοπιά είναι μια δυσχερής εργασία, καθώς εκτός της a priori αμφισβήτησης του πεδίου έρευνας που οριοθετεί, η εξαγωγή συμπερασμάτων και ειδικότερα χρήσιμων για τους τρόπους αντίληψης και αντιπαράθεσης είναι πραγματικά ένα οριακό ζητούμενο. Η καλή γνώση των φιλοσοφικών συντεταγμένων μιας ιστορίας της αισθητικής ως πολιτικού εργαλείου, είναι απαραίτητο στοιχείο για την ανάληψη αυτού του καθήκοντος, και πιστεύω ότι ο συντάκτης ξεπερνά τις προσδοκίες μας με την καταγραφή που παρουσιάζει. Τι σημαίνει σε φιλοσοφικό επίπεδο ο ισχυρισμός του Μπένγιαμιν ότι ο φασισμός αισθητικοποίησε την πολιτική; Η απόδοση του ισχυρισμού ως φετιχοποίησης της τελειότητας επαναφέρει ένα ερώτημα που μόνο εάν το δούμε σε συνάρτηση με τις ζωτικές του συνδηλώσεις αποκτά το νόημα που του αρμόζει. 

Υπήρξε ο φασισμός ένας αντιδραστικός μοντερνισμός ή ένας προδιαφωτιστικός ρομαντισμός, ο μυθολογικός πυρήνας του οποίου είχε στο κέντρο του την κτηνώδη επιβολή της καταστροφής του ανθρώπου διαμέσου και της αυτοκαταστροφικής επιλογής; Εάν θέλουμε να πάψει αυτό το ερώτημα να αποτελεί απλά μια άσκηση θεωρητικής εκγύμνασης οφείλουμε να επανατοποθετήσουμε τον προβληματισμό ως εξής: εάν η φετιχισμένη αισθητική και μορφική τελειότητα στην καρδιά του νεοτερικού κόσμου συστήθηκε ως αρμονία της μαζικής ολιστικής αφήγησης, η οποία αντιστρέφει έναν υλιστικό ντετερμινισμό προς όφελος ενός μεταφυσικού τελολογισμού, πώς αυτή η εκκοσμίκευση της επίκλησης στη μαζική ανθρωποσφαγή επιβιώνει σήμερα, εφ’ όσων γνωρίζουμε πια ότι η ευταξία της «αρμονίας» αυτής συνεισφέρει απλά στην αλάνθαστη κατανομή των χρυσών δοντιών σε όμοιες στήλες προϊόντων που προκύπτουν από την συντεταγμένη εξαΰλωση «κατώτερων» ανθρώπων; Δίνοντας ένα απλό αλλά κατατοπιστικό παράδειγμα: τα κομμουνιστικά καθεστώτα επέλεξαν τις στρατιωτικές στολές που καταδεικνύουν τη ρώμη του καθεστώτος που θα επιβληθεί αλλά και ταυτόχρονα αποτελούν τη λύση στο πρόβλημα της ταξικής ανισότητας εξομοιώνοντας τα υποκείμενα. 

Ο ναζισμός θα επιλέξει τα στρατιωτικά ρούχα για να καταδείξει τον μανιακό στρατιωτικό προσανατολισμό του και επιπροσθέτως για να διευθετήσει το ζήτημα της ομοιώδους έκφρασης της ανώτερης φυλής. Το ελευθεριακό πνεύμα διαμορφώνεται ως άρνηση της κατατρόπωσης του ατόμου, και προσδοκά σε μια κοινωνία που όλοι θα έχουν την υλική δυνατότητα επιλογής αυτού που αρέσκονται χωρίς έξωθεν καταναγκασμό και διαμορφώνει την πολυμορφία ως πραγματική αισθητική αρμονία της απελευθέρωσης. 

Η πολυμορφία σήμερα λογίζεται ως θετική κατάσταση, το αντιεξουσιαστικό της πρόσημο όμως μένει να ολοκληρωθεί διαμέσου της αποαποικιοποίησης της από τη σχέση της εκμετάλλευσης με στόχο το κέρδος που έχει επιβάλλει ο καπιταλισμός. Η χρήση της μαρξικής σκέψης στο άρθρο του Λυκουργιώτη, επιβεβαιώνει και με οικονομικούς όρους το πρόβλημα της αντιστροφής προοπτικής αφού η μορφή – εμπόρευμα συγκαλύπτει το  περιεχόμενο δηλαδή την ίδια την εκμετάλλευση. Η φαινομενικότητα δεν κρύβει όμως απλά την ουσία αλλά και την αποκαλύπτει ταυτόχρονα. Διαβάζοντας όλο το τεύχος, κατανοεί κάποιος μια κοινότητα ψεύτικων διλλημάτων: ο φασισμός και η αστική δημοκρατία στον Τερζάκη η οικονομία ως βάση και ο πολιτισμός ως εποικοδόμημα, στον Λυκουργιώτη το ταξικό συμφέρον και η αλλοτριωμένη φαντασιακή θέσμιση που αποδομούνται με μια διαλεκτική που διαμορφώνει και διαμορφώνεται από τον σύγχρονο ελευθεριακό λόγο.

Ακολουθούν τα άρθρα της Νεφέλης Πανδίρη και του Δημήτρη Καταϊφτσή μελών της συντακτικής ομάδας της Θεσσαλονίκης, τα οποία έχουν ιστορικό περιεχόμενο. Για να μην μονοπωλήσει το ενδιαφέρον αυτή η εισαγωγή, θα αρκεστώ να πω ότι η ερμηνεία της ιστορικής συγκυρίας αποκτά νόημα για το ανταγωνιστικό κίνημα όταν κατορθώνει να διαρθρώνει μια κριτική σκέψη που αποκαλύπτει κοινές συσπειρώσεις συμφερόντων σε σύγχρονους ιστορικούς τόπους. Η μάχη που δίνεται ενάντια στη συλλήβδην παραχώρηση του γερμανικού προλεταριάτου στο ναζισμό είναι κατ’ ουσίαν μια ιστοριογραφική μάχη που επίδικο για εμάς έχει όχι την ακαδημαϊκή διαμάχη αλλά την υπεράσπιση της επαναστατικής πολιτικής και θεωρίας από τις φιλελεύθερες αφηγήσεις που στόχο έχουν να αθωώσουν τον καπιταλισμό ως μήτρα του φασισμού, ή με άλλα λόγια επιχειρούν να κάνουν τον Χορκχάιμερ να το βουλώσει αντ’ αυτών.

Η δε ιστορία της Σιδηράς Φρουράς στη Ρουμανία αποκτά μια επίκαιρη χροιά παρατήρησης των ενδοφασιστικών διενέξεων και αντιπαραθέσεων οι οποίες «φυσικά ως φάρσα περισσότερο» έλαβαν χώρα πρόσφατα και στην Ελλάδα του 21ου με τις διώξεις Μιχαλολιάκου από τον Δένδια.

Το προμήνυμα κινδύνου που στέλνει η Άννα Καραγεωργίου έχει πολλούς αποδέκτες. Παίρνοντας μόνο ως αφορμή την φασιστική απειλή με ένα κείμενο-μανιφέστο προβληματισμού πάνω στη σύγχρονη κατάσταση, ανασκαλεύει την φιλοσοφία της ιστορίας χρησιμοποιώντας ένα πολύ δυνατό και αιχμηρό εργαλείο: επίλεκτες ερμηνείες από την ιστορία της φιλοσοφίας. Μ’ ενα πολυεπίπεδο γραπτό, μας δίνει την αίσθηση ότι φέρνει τον διαρκή θύτη δολοφόνο-ναζιστή Ρουπακιά σε έναν διαχρονικό φιλοσοφικό  και αιματηρό διάλογο με το θύμα του που μέσα στο διηνεκές του ιστορικού χρόνου και τόπου αυτό θα μπορούσε να είναι ο στοχαστής Βάλτερ Μπένγιαμιν, όπως ακριβώς ο Χίτλερ θα μπορούσε να έχει δολοφονήσει τον Παύλο Φύσσα.

Δυο κείμενα για την οργάνωση των αναρχικών που αποτελεί κεντρικό άξονα των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνεται η επιθεώρηση του Κοινωνικού Αναρχισμού, φιλοξενούνται στις επόμενες σελίδες του και εμπλουτίζουν τον ορίζοντα της ελευθεριακής σκέψης γύρω από το θέμα αυτό. Ο Σπύρος Δαπέργολας σκιαγραφεί με απλά και κατανοητά λόγια το πλαίσιο διαφόρων προβληματισμών γύρω απ’ το ζήτημα της οργάνωσης, ενώ ταυτόχρονα συνοψίζει χωρίς ιδεοληπτικές προσθήκες την αναγκαιότητα ύπαρξής της. Η προσπάθεια αυτή παίρνει νέα μορφή πλέον δεδομένου ότι παύει να αποτελεί ευχολόγιο αλλά από τον προηγούμενο Μάρτιο αποτελεί ζωντανή διαδικασία ζύμωσης μετά την πρωτοβουλία διαλόγου που πάρθηκε για την δημιουργία πανελλαδικής αναρχικής οργάνωσης, η οποία έχει διοργανώσει ήδη 2 πανελλαδικές συναντήσεις, με τη συμμετοχή δεκάδων αναρχικών συλλογικοτήτων. 

Ο Αντώνης Δρακωνάκης με το άρθρο του βάζει στο κοινωνιολογικό μικροσκόπιο τις πολιτικές σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα σε μικρές ομάδες που δεν καθορίζονται με βάση το πολιτικό τους πρόγραμμα αλλά τις ίδιες τις αναπτυσσόμενες σχέσεις, αυτό που ο ίδιος ονομάζει παρέα, και σχεδιάζει μια αφήγηση υπέρβασης αυτής της απαραίτητης ίσως αλλά σίγουρα όχι επαρκούς δομής συλλογικοποίησης προς την τάση της περαιτέρω οργάνωσης με βάση ένα πολιτικό σχέδιο που εδράζεται στις κοινωνικές ανάγκες.

Η ύλη του δεύτερου τεύχους κλείνει με κάποιες μόνιμες στήλες, για την μετάφραση επιλέχθηκε το παλαιότερο συστηματικό πρόγραμμα του γερμανικού ιδεαλισμού, ένα κείμενο των Χέγκελ, Σέλλινγκ και Χεντερλινγκ, γραμμένο στα 1797 στο οποίο παρουσιάζουν μια όψη του φιλοσοφικού τους στοχασμού πάνω στο ζήτημα της ηθικής, τη μετάφραση έκαναν η Βασιλική Σουλιώτη και ο Σωτήρης Λυκουργιώτης. 

Στη βιβλιοπαρουσίαση βρίσκουμε το έργο Ουτοπία και επανάσταση του Μπλοχ όπως μας το παρουσιάζει η Έλενα Νακοπούλου ενώ στο αρχείο από τις σελίδες του αντιεξουσιαστικού κινήματος της μεταπολίτευσης αναπαράγουμε το άρθρο του Άρη Καρύτσα για την επινόηση του ελληνικού έθνους από το 13ο τεύχος της Ελευθεριακής Κίνησης του Δεκέμβρη του 1998. Ένα έξοχο αντιεθνικιστικό κείμενο το οποίο ενώ διεκδικεί δάφνες επιστημονικής ιστοριογραφικής μελέτης δεν απολύει την πολιτική του οξυδέρκεια, συνεισφέροντας πολύ χρήσιμα συμπεράσματα πάνω στη κατασκευή του έθνους και την ελληνική περίπτωση εθνικής αφήγησης. 

Οι τελευταίες σελίδες του περιοδικού παρουσιάζουν τα σκίτσα του Τζόρτζ Γκρός τα οποία φιλοτεχνούν αυτό το δεύτερο τεύχος, με ένα σημείωμα που έκανε η Άννα Καραγεωργίου. Απ’ τη μεριά μας ελπίζουμε το αναγνωστικό κοινό να βρει ενδιαφέροντα τα κείμενα του τεύχους και να υποστηρίξει την έκδοση με την ίδια ένταση που ανταποκρίθηκε και στο πρώτο τεύχος, και τέλος η ύπαρξη αυτής της έκδοσης να αποτελεί άλλη μια ψηφίδα στο μωσαϊκό των απελευθερωτικών εγχειρημάτων που κοπιάζουν για την υπόθεση της κοινωνικής απελευθέρωσης, μιας απελευθέρωσης που καλώς ή κακώς προϋποθέτει τη θεωρητική ανάλυση και ερμηνεία όχι σε βάρος της πράξης αλλά σε ένα συνεχές αρμονικό συμβάδισμα στο δρόμο που όπως μας εμπιστεύτηκαν οι Ζαπατίστας, φτιάχνεται περπατώντας προς την Ουτοπία.

Κείμενο παρουσίασης του 1ου τεύχους του Κοινωνικού Αναρχισμού


Του Άρη Τσιούμα

Οι σύγχρονες ελευθεριακές και αντιεξουσιαστικές εκδόσεις στην Ελλάδα έχουν διαγράψει ήδη έναν κύκλο μιας σαραντάχρονης σταθερής παρουσίας. Άλλοτε βραχύβιες και μερικές, άλλοτε σταθερές και πιο ολοκληρωμένες, το ψηφιδωτό των εντύπων της ελευθεριακής αντίστασης, κατόρθωσε να συγκροτήσει έναν ιδιαίτερο, ανταγωνιστικό, πολιτικό και πολιτιστικό τόπο, ενάντια στο σύνολο των καθεστωτικών μέσων προπαγάνδας, έντυπων και μη. 

Πολλά έχουν αλλάξει από εκείνες τις πρώτες εκδόσεις της «Διεθνούς Βιβλιοθήκης» του Χρ. Κωνσταντινίδη, και του «Ρήγματος» του αδικοχαμένου Στέλιου Βασιλειάδη, τόσο σε όσα αφορούν την κοινωνία, όσο και στους τρόπους λειτουργίας των αυτοματισμών της εξουσίας και των αντιστάσεων των από-τα-κάτω. Παράλληλα όμως έχει διατηρηθεί η όρεξη για παραγωγή αναρχικών – ελευθεριακών εντύπων με στόχο την όλο και μεγαλύτερη απεύθυνση των απελευθερωτικών ιδεών μέσα στην κοινωνία των καταπιεσμένων. 

Το νήμα των εκδοτικών εγχειρημάτων του αντιεξουσιαστικού χώρου είναι εν γένει κοινό, όπως είθισται να συμβαίνει στα πλαίσια πεπερασμένων κοινοτήτων. Η αλληλουχία και η σχέση ανοιχτού διαλόγου μας φέρνει σε επαφή με παλιότερες εκδοτικές προσπάθειες. Πέρα από μια λογική πολυτασικότητα, η οποία χαρακτήρισε τον ίδιο τον αντιεξουσιαστικό χώρο και τα αφορμολιστικά δίκτυά του, εμείς ως «Συνεργατικές Εκδόσεις Κουρσάλ», αναγνωρίζουμε τον κοινό μας τόπο μέσα απ’ την οπτική με την οποία προσεγγίζουμε το κοινωνικό ζήτημα με τις ελευθεριακές εκδόσεις, όπως των «Ξένων», του «Πανοπτικόν», της «Ευτοπίας», της ομάδας της αναρχικής εφημερίδας «Άλφα» παλιότερα και όσων ακόμη συντρόφων έχουν αναλάβει το δύσκολο έργο εδώ και αρκετά χρόνια της επανασύστασης και πρόταξης του ελευθεριακού λόγου στην κοινωνία και το κοινωνικό κίνημα. 

Από την πρώτη στιγμή που συγκροτήθηκε το «Κουρσάλ» μας γεννήθηκε η ανάγκη να εκδοθεί μια ελευθεριακή πολιτική επιθεώρηση με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά. Αυτή ήταν η πρώτη σκέψη η οποία οδήγησε στη διαμόρφωση της περιοδικής έκδοσης που παρουσιάζουμε σήμερα, του «Κοινωνικού Αναρχισμού». 

Βασικό στοιχείο για την διαμόρφωση της επιθεώρησης του κοινωνικού αναρχισμού είναι η προσπάθεια οι θεωρητικές αναλύσεις να είναι σύμφυτες με το σύγχρονο αναρχικό κοινωνικό κίνημα. Βασικό μοτίβο που διαπερνά τη συλλογική σκέψη της επιθεώρησης είναι να αναβαθμίσει τις θεωρητικές επεξεργασίες του αναρχικού κινήματος, όχι σε ένα επίπεδο έξω και πέρα από αυτό και τις πιθανές αντιφάσεις και αδυναμίες του, αλλά εντός αυτού σε μια οργανική σχέση που περιέχει σε ένα ενιαίο σύνολο τόσο την θεωρία όσο και την πράξη. 

Ένα δεύτερο στοιχείο έχει να κάνει με την κοινή συναντίληψη, όχι όμως ως προκατασκευασμένη μανιέρα κομματικού οργάνου, αλλά ως δυναμική συνδιαμόρφωση κοινών εκκινήσεων σε οριοθετημένα πολιτικά και άλλα πεδία. 

Με αυτή τη βάση η επιθεώρηση δεν συγκροτείται απλά από μια ομάδα αλλά επιχειρεί να συγκροτήσει έναν κοινό πολιτικό τόπο, ακόμη δε περισσότερο να ανακαλύψει τα κριτήρια με τα οποία θα επιλεγούν τα υλικά και τα εργαλεία για την επεξεργασία των κοινωνικών θεσμίσεων σε όλα τα επίπεδα. Από αυτή την προϋπόθεση επιλέχθηκε και το όνομα της επιθεώρησης.

Ο κοινωνικός αναρχισμός μπορεί πιστεύουμε να συνοψίσει την ιστορικότητα των απελευθερωτικών κοινωνικών κινημάτων χωρίς να μετακομίζει απλά σε ενεστώτα χρόνο κλειστά συστήματα και λάβαρα, καθώς η σχέση του με το παρόν δεν είναι απλά αυθύπαρκτη αλλά δυναμική. Με αυτή την έννοια παρακολουθεί, παρεμβαίνει, και επανεκτιμά. Όπως η επανάσταση δεν πρέπει να μένει στάσιμη έτσι και οι ιδέες μας πρέπει να αναδιαμορφώνονται -χωρίς να παραμορφώνονται- με κριτήριο τη συνθήκη και τις κοινωνικές ανάγκες. 

Μια γενική στόχευση της επιθεώρησης είναι η ανάδειξη της ελευθεριακής σκέψης σε μια σειρά ζητημάτων, καθώς επίσης και η παραγωγή αντίληψης, και ελευθεριακής πολιτικής πρότασης. Η κάλυψη όλων των βασικών τομέων της κοινωνικής και επιστημονικής ζωής μας απασχολεί στον διαρκή αγώνα για την ολοκλήρωση του φιλοσοφικού πλαισίου σκέψης του κοινωνικού αναρχισμού. Με βάση τα παραπάνω διαμορφώνεται και η ύλη και η θεματολογία του περιοδικού. Απ’ την πολιτική και την πολιτική θεωρεία, μέχρι τη φιλοσοφία, την ιστορία και την κοινωνιολογία, έως και την επόπτευση των θετικών επιστημών.

Ιδιαίτερη θέση στην θεματολογία της επιθεώρησης έχουν τα ζητήματα της οργάνωσης του αναρχικού κινήματος και του ιστορικού αρχείου. Στοιχείο εγχαραγμένο στο πολιτικό γονιδίωμα της έκδοσης είναι η ανάδειξη της ανάγκης για την συγκρότηση ενιαίας αναρχικής πολιτικής οργάνωσης. Κομμάτι της σχέσης ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη, το ζήτημα της οργάνωσης καταλαμβάνει ένα μέρος της θεωρητικής επεξεργασίας μας, ενώ η οργανική συμμετοχή στη διαδικασία της συγκρότησης Πανελλαδικής Οργάνωσης Αναρχικών γειώνει τους προβληματισμούς στο εύφορο έδαφος της πραγματικότητας. 

Σ’ αυτό το σημείο θα προσπαθήσω να παρουσιάσω σύντομα το πρώτο τεύχος της επιθεώρησης, και θα κλείσω την εισήγηση της παρουσίασης. 

Το κάθε τεύχος έχει μια θεματική η οποία καλύπτεται από ένα εισηγητικό κείμενο κάποιου μέλους της συντακτικής ομάδας, το οποίο αποστέλλεται σε κάποιους αρθρογράφους ώστε να το σχολιάσουν και να καταθέσουν την οπτική τους γύρω από το θέμα.. Η υπόλοιπη ύλη καλύπτεται από πρωτότυπες μεταφράσεις, ιστορικές αναλύσεις, άρθρα για το ζήτημα της πολιτικής οργάνωσης, και της πολιτικής θεωρίας, ενώ τέλος υπάρχει πάντα το ιστορικό αρχείο όπως ανέφερα παραπάνω, με το οποίο θα προσπαθήσουμε να επανεκδώσουμε ένα κομμάτι των πολιτικών αναλύσεων του αναρχικού χώρου στη μεταπολίτευση, θέμα το οποίο για εμάς είναι πολύ σημαντικό εφ’ όσων αναγνωρίζουμε μια ιστορική συνέχεια στο αντιεξουσιαστικό ρεύμα. 

Σε αυτό το πρώτο τεύχος, η θεματική πολιτικής «αυτοπαρουσίασης» είναι ο κοινωνικός αναρχισμός, καθώς μια πρώτη επαφή με το πλαίσιο που καταθέτουμε θεωρήσαμε σκόπιμο να γίνει μέσω του εντύπου που προωθεί την εν λόγω διαδικασία. Το εισηγητικό κείμενο με τίτλο «Κοινωνικός Αναρχισμός, ένα ρεύμα του μέλλοντος», προσπάθησε αφού σκιαγράφησε την πολιτική συγκυρία εν μέσω της κρίσης, δίνοντας δηλαδή ένα σύντομο χαρτογράφημα του παρόντος να καταθέσει μερικές επίκαιρες ερωτήσεις για τη φύση του κοινωνικού αναρχισμού, όπως: 

«τι σημαίνει σήμερα για εμάς η ταξική πάλη ανάμεσα στη νομοτέλεια των de facto επαναστατικών υποκειμένων και τη φενάκη του σχετικισμού του μετα-χυλού˙ τι σημαίνει εξουσία ενώπιον της κτηνώδους βίας και του αποκλεισμού που βιώνουμε και την αντίληψη που δεν αναλαμβάνει καμία ευθύνη απόφασης, αρνούμενη ουσιαστικά την ίδια την επανάσταση; Τι είναι ο αντικαπιταλισμός για τη στείρα, αριστερή κριτική που δεν ακουμπά τον πυρήνα της εξουσίας και τι για τις «αντιαυταρχικές» πολιτικές που θίγουν τα πάντα εκτός από τον πυρήνα του καπιταλιστικού τρόπου παραγωγής; Ποια είναι η σύγχρονη θέαση της σχέσης με τη φύση, όταν η τεχνολογία στρέφεται ενάντια στην ίδια τη ζωή προς όφελος της «προόδου» και ο παράδοξος νεο-βιταλισμός δεν αντιλαμβάνεται τις πραγματικές συνθήκες και τη μήτρα της ταξικής ανισότητας»; 

Πατώντας ταυτοχρόνως σε κάποιες επαναδιατυπωμένες κοινές παραδοχές, του ελευθεριακού τρόπου σκέψης: "ο κοινωνικός αναρχισμός δεν προσδιορίζεται εκ νέου για να βουτήξει στην κολυμβήθρα του Σιλωάμ, ώστε να αποκαθαρθεί από τα μαζικά εγκλήματα που διέπραξε. Επαναπροσδιορίζεται για να είναι υπεύθυνος μονάχα για τις πράξεις που αντιστοιχούν στο φιλοσοφικό του ειρμό, τον ελευθεριακό του προσανατολισμό και το ανθρώπινο της φύσης του, καθώς αποστρέφεται τα κλειστά σχήματα, τους ολοκληρωτικούς αφορισμούς και τις συναινετικές αγιοποιήσεις". 

Στο δεύτερο από τα τρία συνολικά άρθρα που καταπιάνονται με το ζήτημα της ερμηνείας όψεων του σχήματος του κοινωνικού αναρχισμού, ο Νίκος Νικολαΐδης, τελειώνει πολύ εύσχημα με τους τρελούς καιρούς, ανταποκρινόμενος με τον καλύτερο τρόπο στο κάλεσμα για κοινή ιχνηλασία πάνω στον τόπο του κοινωνικού αναρχισμού, αναδεικνύοντας έναν πλούτο αντιλήψεων και συμπερασμάτων σε μια ολοκληρωμένη πολυεπίπεδη παρουσίαση θεματικών μοτίβων, πολιτικών επιρροών, ιστορικών αναφορών και φιλοσοφικών επικλήσεων με μια γραφή -και αυτό οφείλουμε να το τονίσουμε- που ενώ καλύπτει με την ευθυκρισία της και τον πιο απαιτητικό κριτή, παράλληλα με την μεστή απλότητά της κερδίζει το ενδιαφέρον και του πιο «ανειδίκευτου» αναγνώστη, έτσι ώστε διευρύνει de facto την γκάμα των ανθρώπων που μπορούν να προσεγγίσουν την αντίληψη του κοινωνικού αναρχισμού. Η χρήσιμη τοποθέτηση που επιχειρεί πάνω στον κοινωνικό αναρχισμό και το ελευθεριακό κίνημα εν γένει βρίσκει το διαλεκτικό της αντίθετο στη μάχη με το γιακωβινισμό, την ιεραρχία, τον επιστημονισμό, την αστική «πρόοδο» και «ανάπτυξη», το life-style, δείχνοντας έναν τρόπο οι παραγωγικές αντιθέσεις να βρίσκουν το δρόμο για τη σύνθεση ενός οράματος της απελευθέρωσης, ή με λόγια του ίδιου: 

«Ο ζωντανός ιστός που το ελευθεριακό κίνημα δημιουργεί μέσα στην κοινωνία της αλλοτρίωσης δεν εξαντλείται σε κάποιο πρόγραμμα, μεθοδολογία, πολιτική οργάνωση, ατομικό ή συλλογικό βολονταρισμό, παρ' όλο που τα έχει ανάγκη όλ’ αυτά - και πολλά περισσότερα ακόμη. Το ελεύθερο πνεύμα, η αγάπη για τον άνθρωπο, η αντιεξουσιαστική ηθική, η ικανότητα για προσωπική δέσμευση, καθώς και η αποφασιστικότητα και η τόλμη που γεννιούνται από το δίκιο και τη συλλογική δύναμη είναι που δίνουν περιεχόμενο στις πράξεις». 

Η συνεισφορά του antisystemic, ενός από τα πιο θεωρητικά καταρτισμένα blog που έχουν αναφορά στον κοινωνικό αναρχισμό, είναι η συζήτηση ανάμεσα στον ελευθεριακό σοσιαλισμό και τον ελευθεριακό κομμουνισμό. Χρησιμοποιώντας τις πιο ολοκληρωμένες κρίσεις του ιστορικού αναρχικού κινήματος, ο συγγραφέας, επικαιροποιεί την δυνατότητα πραγματοποίησης του αναρχικού οράματος με συγκεκριμένους όρους και τρόπους, σε μια διαλεκτική πάλη με όσα στοιχεία του κινήματος μειώνουν την πιθανότητα εφαρμογής ενός πολιτικού και οικονομικού συστήματος ισότητας. Εκκινώντας από απλά ερωτήματα, τα οποία συνήθως διατυπώνονται από κόσμο ο οποίος έρχεται σε πρώτη επαφή με τον αναρχικό τρόπο σκέψης, οι απαντήσεις που δίνονται φτάνουν σε ένα νέο βάθος τις συζητήσεις γύρω από τελικά περίπλοκα ζητήματα όπως ο καταμερισμός της εργασίας σε μια απελευθερωμένη κοινωνία. 

Το άρθρο που καλύπτει την ύλη γύρω από την ιστορία γι’ αυτό το τεύχος, έχει επιμεληθεί ο καθηγητής του τμήματος Ιστορίας του Α.Π.Θ. ο Λουκής Χασιώτης, ο οποίος μας παραδίδει ένα εκτενές απόσπασμα ως προδημοσίευση της εισαγωγής του βιβλίου «Η κολλεκτιβοποίηση στην Ισπανία, 1936-1939. Μαρτυρίες και κριτικές προσεγγίσεις» που εκδόθηκε μόλις από τις εκδόσεις των Ξένων. 

Έχοντας κάνει μια διευρυμένη έρευνα στην ελληνική αλλά κυρίως στην ξενόγλωσση βιβλιογραφία ο συγγραφέας μας δίνει ήδη μια ιδέα για την χρησιμότητα τόσο του βιβλίου όσο και των κρίσεων που μπορούν να παραχθούν εξ’ αιτίας του, γύρω από το θέμα της αυτοδιαχείρισης και της κολλεκτιβοποίησης, θέμα το οποίο εν καιρώ κρίσης έχει αρχίσει το τελευταίο διάστημα να συζητιέται έντονα. Η εμβάθυνση της ανάλυσης μέσω της έρευνας στο συγκεκριμένο ζήτημα μας βοηθά να αποτινάξουμε τον ιδεολογικό παρωπιδισμό, και να επαναπροσεγγίσουμε με ειλικρίνεια το ζήτημα της κολλεκτιβοποίησης στη Ισπανία, χωρίς να αποστοιχιζόμαστε από τη φιλοσοφία της ισότητας που και το ίδιο το παράδειγμα της επαναστατημένης Ισπανίας προσέφερε. Η εξέλιξη της κολλεκτιβοποίησης, τα προβλήματα που αντιμετώπισε αλλά και που σε άλλες περιπτώσεις δημιούργησε, τα διαφορετικά μοντέλα οικονομικής οργάνωσης σε ένα πεδίο που δεν μπορούσε να θεωρηθεί ενιαίο, η παραγωγικότητα των δομών σε καιρό πολέμου, και οι όποιες κοινωνικές αντιστάσεις μας βοηθούν να έχουμε μια πιο ολοκληρωμένη εικόνα για το φαινόμενο. Τέλος ο ρόλος του συνδικαλισμού στη γέννηση της γραφειοκρατίας καθώς και οι έως πρόσφατα παραμελημένες αναλύσεις γύρω από τις έμφυλες σχέσεις εντός κολλεκτιβοποίησης, μας διδάσκουν ποια λάθη πρέπει να αποφύγουμε την επόμενη φορά που η κοινωνική αντίσταση θα καταφέρει να αναλάβει την επαναφορά της ζωής σε βάσεις ισότητας σε μια τόσο διευρυμένη κλίμακα, που να την καθιστά μια οικουμενική αξία.

Δυο πρωτότυπες μεταφράσεις από τη Νεφέλη - Μυρτώ Πανδίρη μια του Huey P. Newton και μια του Murray Bookchin καλύπτουν μια πρώτη «συζήτηση» γύρω από το θέμα της οργάνωσης, σ’ αυτό το τεύχος. Ο Newton στο άρθρο του «Για την υπεράσπιση της αυτοάμυνας» κατηγορεί τους αναρχικούς ότι δεν πιστεύουν στην οργάνωση παρά μόνο στην ατομική βούληση, για να εισπράξει την απάντηση του Μπούκτσιν ότι πέρα των ατομιστών αναρχικών, όλοι οι αναρχικοί συμφωνούν στο ζήτημα της οργάνωσης, και το θέμα τίθεται πάνω στο ζήτημα του τι είδους οργάνωση επιθυμούμε παρά στο εάν όντως επιθυμούμε την οργάνωση ή όχι. Τα δύο αυτά άρθρα που συγκροτούν αυτό τον διάλογο, επιλέξαμε να παρουσιαστούν σε αυτό το τεύχος με αφορμή και τη διαδικασία που έχει ξεκινήσει για την οργάνωση του αναρχικού κινήματος στην Ελλάδα. 

Ο Φώτης Τερζάκης, αναλαμβάνει σε αυτό το τεύχος να καλύψει τους φιλοσοφικούς προβληματισμούς σε ένα επίκαιρο άρθρο του, με τον τίτλο «Φιλοσοφικός στοχασμός σε συνθήκες κρίσης». Χρησιμοποιώντας την αψεγάδιαστη γραφή που τον χαρακτηρίζει ο Τερζάκης, μέσα από την πολεμική του στον Γερμανό φιλόσοφο E. Husserl, καταδεικνύει το ρόλο του φιλοσοφικού στοχασμού σε καιρούς κρίσης. Επεξηγεί μέσα από την πολεμική του πως δεν πρέπει να γίνεται η φιλοσοφία, εάν δεν θέλει να εκπέφτει σε μια αποκομμένη από κάθε είδους πραγματικότητα εγκεφαλική άσκηση, η οποία όχι μόνον αδυνατεί να αναλύσει τον κόσμο που την περιβάλλει -πόσο μάλλον να τον αλλάξει- αλλά ακόμη περισσότερο μπορεί να καταλήξει μέσα στην εγκεφαλικότητά της να φαντάζεται ενοποιήσεις και να κατασκευάζει εύτακτα σχήματα ενώ η ζωή είναι αλλού. Στην δε περίπτωση του Husserl η ζωή ήδη απειλείται καταστατικά από το ναζιστικό κίνδυνο, ενόσω ο γερμανοεβραίος φιλόσοφος επιδίδεται σε κρίσιμες τομές στο σώμα της «δυτικής ενότητας» για να δικαιώσει ένα -μάλλον πρώιμα νεοφιλελεύθερο- σχήμα το οποίο όμως έχει στην πραγματικότητα αναλάβει να διεκπεραιώσει ο Χίτλερ. Η αποδόμηση που επιχειρεί με συναρπαστική επιτυχία ο Τερζάκης στο σώμα της ιδεολογίας ως ψευδoύς συνείδησης, όντως βοηθά να αναφανούν οι αποκρυμμένες σχέσεις ανισότητας και κυριαρχίας, τις οποίες η αποφασισμένη μας δράση ελπίζει να άρει, άπαξ δια παντός.

Η προσέγγιση της έννοιας της φύσης στον Μάρξ, είναι το άρθρο της Έλενας Νακοπούλου, με το οποίο η συγγραφέας επιχειρεί μια ουσιώδη κατάθεση γύρω από ένα θέμα που έχει μια διττή σημασία. 

Από τη μια πλευρά η σχέση κυριαρχίας πολιτισμού - φύσης στη σκέψη του Μάρξ αποτελεί άλλο ένα από τα πεδία ρήξης που μοιράζονται αναρχικοί και μαρξιστές, είναι άλλο ένα αγκάθι στη σχέση του Μάρξ και του έργου του σε σχέση με το σύγχρονο ανταγωνιστικό κίνημα. Ταυτόχρονα όμως, το κείμενο αποτελεί μια βαθύτερη ανάλυση, ενός θέματος εξαιρετικά επίκαιρου. Παρακολουθούμε τα τελευταία χρόνια οι αγώνες γύρω από τη φύση και την προστασία της να παίρνουν όλο και μεγαλύτερο, όλο και πιο κεντρικό χαρακτήρα, ενώ ταυτόχρονα μοιάζουν να αποποιούνται παλιότερων οικολογικών ενδύσεων, βάζοντας πιο ολικά χαρακτηριστικά στον αγώνα. Η Νακοπούλου στο άρθρο της περισσότερο θα προσπαθήσει να οριοθετήσει διάφορες παραφωνίες που έχουν παραχθεί εν μέσω άστοχων αναγνώσεων και διιστορικών αφηγήσεων. Θα επιχειρήσει να τοποθετήσει και να αναλύσει τον Μάρξ σε ένα ορισμένο πλαίσιο αντιδρώντας στην «μαρξιστική» τάση για διαχρονικά συμπεράσματα. Στην ουσία έτσι προστατεύει και κάποιες όψεις δύσκολα διαχειρίσιμες [αντίστοιχες της θέσης για τις αποικιοκρατίες] χωρίς να υποβαθμίζει το έργο του Μάρξ. 

Στο άρθρο του ο Σωτήρης Λυκουργιώτης, με τίτλο « Η διαφύλαξη του αρνητικού ως στρατηγική αντεπίθεσης» θα επαναδιατυπώσει όλο τον φιλοσοφικό ειρμό του αριστερού εγελιανισμού, με πρόδηλες τις επιρροές του Μπακούνιν με όχημα όμως αυτή τη φορά την Τέχνη. Το πώς η άρνηση παραμένει μια κατάφαση, ένα βήμα από το οποίο θα τροφοδοτηθεί μια διαλεκτική της απελευθέρωσης, αποτελεί βασικό στίγμα του αναρχισμού. Η δε περιόδευση ενός τέτοιου θέματος μέσα από τις αίθουσες των Τεχνών αναδεικνύει με ένα πρωτότυπο τρόπο το ζήτημα. Η οριοθέτηση της αισθητικής του ολοκληρωτισμού, ταυτόχρονα με την άνοδο της μαζικής κουλτούρας, έρχονται να εμπλακούν με το πολιτικό τους αντίστοιχο το παρεμβατικό κράτος της σοσιαλδημοκρατίας, η οποία προσφάτως έχει αναλυθεί ως αλληλένδετη με τον κρατικό ολοκληρωτισμό. Η χρονική μεταφορά στο μεταπολεμικό κόσμο με την ανάδυση του μεταμοντέρνου ως εκδοχή αφήγησης ενός ουσιαστικά πράγματος, μιας διαρκούς θυσίας στο βωμό του μη – νοήματος, επαναφέρει τη χρησιμότητα της άρνησης ως θέση ενάντια στο υπάρχον. Καταλήγοντας:

"H συνολική άρνηση κάθε συνδιαλλαγής, η απόρριψη κάθε στρατηγικής παλινόρθωσης, η άρνηση συμμετοχής και καθορισμού από το θέαμα, η πίστη στην άμεση συλλογικότητα των ελεύθερων πολιορκημένων, η αντίθεση σε κάθε κλειστό σύστημα –χωρίς την απόρριψη του νοήματος της αλήθειας ως σχετικιστικής πλάνης- είναι ουσιαστικά το περιεχόμενο της αρνητικής στάσης. Και αυτή είναι μια θετική άρνηση, όχι το αντιπολιτευόμενο «όχι σε όλα» που αρνείται για να διασώσει τον κόσμο". 

Με μια βιβλιοπαρουσίαση και ένα κομμάτι του ιστορικού αρχείου κλείνει το πρώτο τεύχος του «Κοινωνικού Αναρχισμού».

Η παρουσίαση αφορά στο βιβλίο «Ταξίδι στο Παρελθόν» του Abel Paz ένα βιβλίο που μεταφράστηκε στα ελληνικά από τον Ν. Νικολαΐδη, και εκδόθηκε πρώτη φορά από την εφημερίδα Άλφα το 1996. Μετά την εξάντληση της πρώτης έκδοσης, αποτέλεσε την πρώτη έκδοση των συνεργατικών εκδόσεων Κουρσάλ, το Νοέμβριο του 2012. Την βιβλιοπαρουσίαση για τον Κοινωνικό Αναρχισμό θα αναλάβει ο Κώστας Δεσποινιάδης, ένας άνθρωπος που έχει προσφέρει τα πλείστα στην υπόθεση του αναρχικού και ελευθεριακού βιβλίου και στοχασμού, με το πάθος ενός ζηλωτή. Στο ολιγοσέλιδο λογοτεχνικό κατ’ ουσίαν δημιούργημα του καταφέρνει όχι απλά να παρουσιάσει σωστά την ψυχή του βιβλίου αλλά να το τιμήσει πραγματικά. Ένα κείμενο που αξίζει να διαβαστεί και πέρα από την αφορμή που έκανε τον συντάκτη του να αναλάβει τον κόπο. 

Η επιθεώρηση κλείνει με τη θεωρητική συνεισφορά ενός σύγχρονου αναρχικού διανοητή, του N. Berti, ο οποίος αναλαμβάνει να εμβαθύνει στους πραγματικούς λόγους της σύγκρουσης αναρχισμού και μαρξισμού, σε ένα εκτενές άρθρο που επεξηγεί ταυτόχρονα με πολιτικούς όρους τους λόγους της διάσπασης της Α’ Διεθνούς. Το κείμενο είναι αναδημοσίευση από την επιθεώρηση «Τεκμήρια» του 1983. 

Κλείνοντας την παρουσίαση του Κοινωνικού Αναρχισμού, θα δανειστώ τα λόγια ενός μεγάλου επαναστάτη, που επανέφερε στο άρθρο του, για τον Abel Paz o Κώστας, ο ίδιος άνθρωπος λοιπόν που κατηγορήθηκε για δολοφονίες, και ληστείες σχεδόν σε όλο το δυτικό ημισφαίριο, ο ίδιος άνθρωπος δήλωνε ότι πρέπει να υπάρχει ένας αναρχικός εκδοτικός οίκος σε κάθε πόλη ίσως και ένα ελευθεριακό φεστιβάλ βιβλίου θα προσθέταμε εμείς. Είναι με αυτή την αντίληψη της ζωής, του αγώνα, της σύνδεσης της μάθησης με την δράση για την ελευθερία, που μπορούμε να επαναλαμβάνουμε, με την ίδια ειλικρίνεια “llevamos un mundo nuevo en nuestros corazones”. 

Κυριακή, 18 Μαΐου 2014

Διαβάζοντας (Απρίλης-Μάης 2014)


- Δ. Κουφοντίνας, "Γεννήθηκα 17 Νοέμβρη" (εκδ. Λιβάνη)

- Ε. Εσσε, "Ο λύκος της Στέπας", (εκδ. γράμματα)

- Β. Ουγκό, "Οι άθλιοι" (εκδ. Λιβάνη)

- Μ. Καραγάτση, "Σέργιος και Βάκχος" (εκδ. Εστία)

- Τ. Ν. Καρ, "Ο ασώματος άνθρωπος" (εκδ. Τόπος)

- Β. Μπένγιαμιν, "Θέσεις για τη φιλοσοφία της Ιστορίας" (εκδ. Λέσχη των κατασκόπων)

- Φ. Ντοστογιεφσκυ, "Αδερφοί Καραμάζωφ" (εκδ. Γκοβόστης)

- Φ. Μίντζ, "Αναρχοσυνδικαλισμός και Αυτοδιαχείριση στην Ισπανία" (εκδ. Καινά Δαιμόνια)

- Φ. Τερζάκης, "O Αναρχισμός στον Κομμουνισμό, εμμένοντας στην επαναστατική ανάγκη" (εκδ. Πανοπτικόν)

- A. Paz, "Φραγκοσυκιές & Σκορπιοί, τα χρόνια πριν την Ισπανική Επανάσταση του 1936", (εκδ. Πανοπτικόν)

- Κ. Φλώρος, "Οι άνθρωποι που κύκλωσαν το Άλφα, Η ιστορία του ισπανικού ελευθεριακού κινήματος κατά τη διάρκεια της δικτατορίας" (1939-1977), (εκδ. 1704621)

- G. Chamayou, "Το ανθρωποκυνηγητό, Ιστορία & Φιλοσοφία της κυνηγετικής εξουσίας" (εκδ. Αλλότροπο)

- Τ. Γκρίν, Θάνατος στο Χέιμαρκετ, "Η έκρηξη του εργατικού κινήματος στο Σικάγο που κλόνισε τη "χρυσή εποχή" της Αμερικής" (εκδ. Κατανιώτη)

- Συλλογικό, "Αυτοδιαχείριση, μια ιδέα πάντα επίκαιρη", (εκδ. Των συναδέλφων)

Παρασκευή, 11 Απριλίου 2014

Τα χίλια πρόσωπα του Άϊχμαν στην Ελλάδα της κρίσης

Σκέψεις πάνω στην υπόθεση Καρέλι.

Ο "μέσος πολίτης" λέει για τον Καρέλι: "καλά του κάνανε" και τον σκότωσαν γιατί δολοφόνησε έναν άνθρωπο στα "καλά καθούμενα". Μάλιστα, αντιλαμβανόμαστε αυτή την πρόταση πάνω σε δυο άξονες, το φόβο και την εκδίκηση. Ο "μέσος πολίτης" φοβάται τον όποιο Καρέλι γιατί είναι "κακούργος", "ληστής", "φονιάς" κλπ. Ο Καρέλι, δεν γεννήθηκε προφανώς τέρας, όπως κανένας άνθρωπος δε γεννιέται "κακός, απ' τη φύση του". Οι "κοινωνικές του συντεταγμένες" τον οδήγησαν στην παρανομία κι από εκεί στη φυλακή, στην τιμωρία. Ο "μέσος πολίτης" δεν φοβάται τον όποιο Τσιρώνη. Αφενός, είναι Έλληνας, αφετέρου είναι δημόσιος υπάλληλος, οι κοινωνικές του συντεταγμένες τον οδήγησαν στη σωστή πλευρά στο κάγκελο της φυλακής. Ο Καρέλι, που παρόλα αυτά δεν είχε σκοτώσει μέχρι τότε, διαλύθηκε:... "Δεν χορτάσατε τόσα χρόνια απ΄τη ζωή μου; Από το 1997 είμαι μέσα. Ακόμη συνεχίζετε και με κρατάτε. Γιατί δε με αφήσατε να βρω ζωντανή τη μάνα μου και να φτιάξω κι εγώ μια οικογένεια; Τώρα αναγκαστικά πρέπει να πάρω μια ζωή από εσάς..." Ο Καρέλι, σίγουρα δεν ήταν άγιος, ούτε νομίζω θα διεκδικούσε τον τίτλο για τον εαυτό του, η απόγνωση του εγκλείστου όμως είναι μια μερική κι όμως περίπλοκη εξήγηση για το φονικό. Πολύ πιο "εδραία" από διάφορες άλλες σε παρόμοιες περιπτώσεις, όπως του πρόσφατου φονικού στην Κρήτη με τις "μαγκούρες". Ο Καρέλι και οι κρατούμενοι μιλάνε για βασανιστές. Ο γνωστός "μέσος πολίτης" λέει ότι δεν υπάρχουν βασανιστές στις φυλακές, η αστυνομία το επιβεβαιώνει, ο υπουργός είναι κάθετος...Κάποιοι ισχυρίστηκαν ότι και ο δολοφονημένος ανθρωποφύλακας ανήκε στην κατηγορία των "σκληρών δημοσίων υπαλλήλων", σαν αυτούς στο Φαρμακονήσι. Όλοι το αρνήθηκαν, η αστυνομία, ο υπουργός, το δελτίο ειδήσεων μίλησε για φήμες. Στις ελληνικές φυλακές δεν υπάρχουν βασανιστές. Προφανώς οι τιμητές του αλβανού φονιά σκαρφίστηκαν ένα ευφάνταστο σενάριο για να τον δικαιολογήσουν. Ο "μέσος πολίτης", λοιπόν δίκαια δεν φοβάται την πιθανότητα ο κρατικός υπάλληλος, -αυτός που έχει την εξουσία και μπορεί ανά πάσα στιγμή να του επιβληθεί καθοριστικά χωρίς ποτέ να μπορεί να βρει το δίκιο του-, να είναι βασανιστής. Φοβάται τον φτωχοδιάβολο που μπορεί να πηδήξει το περβάζι του, δεν τον εξαγριώνει η βία της εξουσίας: είναι δίκαιη, στρέφεται εναντίον των άλλων. Το πόρισμα ήταν τελικό, μια επανάληψη δεδομένων απο δεδικασμένες αθωώτητες: δεν υπάρχουν βασανιστές, στο Φαρμακονήσι τη βάρκα την πήρε ο αέρας, το όπλο του Μελίστα εκπυρσοκρότησε, ο Δένδιας (δεν) μηνύει τις αγγλικές εφημερίδες που μιλάνε για βασανισμό αντιφασιστών, οι ληστές του Βελβεντού ΔΕΝ βασανίστηκαν κι όταν το σενάριο κάθεται πολύ στραβά, ή η εξέγερση αλλάζει τους συσχετισμούς: "ο Κορκονέας ήταν τρελός", τελοσπάντων ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ. Οι κάμερες ασφαλείας -που τοποθέτησε η ελληνική δημοκρατία για να καταγράφουν τις κινήσεις των κρατουμένων-, μια μέρα μετά στη Νιγρίτα, έδειξαν αυτό που δεν υπάρχει, στο μυαλό του "μέσου πολίτη": τους δημόσιους υπαλλήλους, τους κρατικούς λειτουργούς, τους αστυνομικούς τους επιφορτισμένους με την φύλαξη των περβαζιών του, σε παντελώς ψύχραιμη ψυχική κατάσταση, χωρίς καμιά δικαιολογία "εγκλεισμού" όσο "μερική" κι αν είναι αυτή, χωρίς εκείνα τα βιώματα των "κοινωνικών συντεταγμένων" που σε κάνουν φονιά, χωρίς -έστω- την "λάθος" εθνικότητα, να ΒΑΣΑΝΙΖΟΥΝ μέχρι θανάτου έναν σιδηροδέσμιο άνθρωπο. Έδειξαν λοιπόν, ολοζώντανους τους βασανιστές για τους οποίους μας μιλούσε ο Καρέλι και οι υπόλοιποι κρατούμενοιν, να χορεύουν πάνω στο κουφάρι του θηράματος. Οι γνωστοί μας πια, [βλ. http://anthostoukakou.blogspot.gr/2014/01/blog-post_26.html] ο Γιώργος, ο Γιάννης, ο Πέτρος είναι τώρα δεσμοφύλακες και είναι -και πάλι- στυγνοί δολοφόνοι και εγκληματίες, ταυτόχρονα παραμένουν και απλοί δημόσιοι υπάλληλοι. Το βράδυ της Δευτέρας γύρισαν στο σπίτι εξουθενωμένοι να παίξουν με τα παιδιά τους, να φάνε ένα πιάτο ζεστό φαί, πιθανότατα είχαν πάρει διαβεβαιώσεις από το διευθυντή τους, πράξαν το σωστό, πήραν "εκδίκηση"...κι ο μέσος πολίτης ανασκευάζει κατά το ορθότερο, ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΟΥΝ ΒΑΣΑΝΙΣΤΕΣ, υπάρχουν τιμωροί "καλά του κάνανε", υπογραμμίζοντας μια αλήθεια που όσοι δεν έχουν μολυνθεί από την πανούκλα του μισανθρωπισμού στα νότια Βαλκάνια είχαν διαπιστώσει προ καιρού: ο "μέσος πολίτης" που φοβάται τον φτωχό πιο πολύ απο την εξουσία, που λέει "καλά του κάνανε" μόνο όταν το κράτος βιάζει τις ψυχές απεγνωσμένων ανθρώπων, αυτός ο "μέσος πολίτης" είναι ο ίδιος ο φασισμός, είναι το κουφάρι που δίνει ζωή στους δολοφόνους, είτε αυτοί είναι οι δημόσιοι υπάλληλοι του δημοκρατικού καθεστώτος, είτε οι συναυτουργοί των παρασκηνίων με τις φόρμες παραλλαγής.    

Δεν μας αξίζει να είμαστε ο μέσος πολίτης, επιθυμούμε να γίνουμε ο εξεγερμένος άνθρωπος...

Πέμπτη, 27 Μαρτίου 2014

Μαρξισμός και αναρχισμός στην Πρώτη Διεθνή Η σημασία μιας σύγκρουσης

Μαρξισμός και αναρχισμός στην Πρώτη Διεθνή
Η σημασία μιας σύγκρουσης

του Nico Berti

Η απόφαση ν’ ανοίξουμε τις σελίδες των «Τεκμηρίων» για μια συζήτηση πάνω στο θέμα «Μαρξισμός και Αναρχισμός», σαν πρόβλημα του ίδιου του μαρξισμού και σαν πρόβλημα του ίδιου του αναρχισμού, των σχέσεων που διαμορφώθηκαν μεταξύ τους και των βαθμών απόκλισης ή σύγκλισής τους, ανάγεται στην ίδια τη φύση του περιοδικού και στην απόφασή του να τοποθετηθεί «στη φάση του ξεκαθαρίσματος των σχέσεων που αφορούν τοσο την ίδια τη ριζοσπαστικοποιημένη ευαισθησία όσο και στις σχέσεις της με την παραδοσιακή αριστερά» («Αυτονομία», 1/2, Μάρτης-Αύγουστος 1980). Μαρξισμός και Αναρχισμός αποτελούν δύο θεμελιώδεις πηγές της ευαισθησίας αυτής κι οι δύο θεωρητικά και πρακτικά επηρέασαν κι επηρεάζουν το «Χώρο» μας. Μαρξισμός και Αναρχισμός δεν αποτελούν αφαιρέσεις, αλλά θεωρίες (σαφείς) και πρακτικές (μετασχηματιστικές) της κοινωνικής πραγματικότητας που διαμόρφωσαν (και συνεχίζουν να διαμορφώνουν) είτε τον κόσμο της σκέψης είτε τον κόσμο της δράσης εκατομμυρίων ανθρώπων, αφορούν δηλαδή άμεσα τα εκατομμύρια αυτά, και, κατά συνέπεια, η αρνητική ή θετική αποδοχή τους συνεπάγεται αντανακλάσεις κι απωθήσεις. Αυτού του είδους την επικύρωση δεν μπορούμε παρά να την εμπιστευτούμε και σε εκείνους που είναι «συμβιβασμένοι» με τον μαρξισμό και τον αναρχισμό, ή τοποθετούνται κριτικά απέναντί τους ή και τους απορρίπτουν. Πώς μπορεί να γίνει διαφορετικά όταν γίνεται λόγος για κρίση του μαρξισμού και αναβίωση του αναρχισμού - ίσως σε διαφορετικά, από τα αρχικά, επίπεδα και θέατρα σκέψης και δράσης που απασχολούν και προβληματίζουν τους υποστηρικτές τους αλλά και τους αντιπάλους τους, παλιούς και νέους.

Αρχίσαμε λοιπόν τη συζήτηση, στο τεύχος 8 του περιοδικού μας, με τη μελέτη του Μ. L. Salvadori για την πορεία και την επίδραση που είχε κι άσκησε ο γιακωβινισμός στην πνευματική και πρακτική πορεία του μαρξισμού.Νομίζουμε ότι οι σχέσεις που αναπτύχθηκαν μεταξύ τους κατά τη διάρκεια της εξέλιξής τους, δεν θα μπορέσουν να λυθούν ή δεν θα φθάσουν σε κάποια λύση, με τ’ αποτελέσματα που αυτή συνεπάγεται, παρά μονάχα με μια κριτική που μπορεί να φθάσει ως τις ακρότατες συνέπειες, ακόμα και καταστροφικές. Οι πολυάριθμες μελέτες για την Πρώτη Διεθνή χάραξαν και πέρασαν από τη φωτιά πολλαπλές και σημαντικές όψεις της ιστορίας της ξεσκάλισαν ως το βάθος τους δε σμούς που ενώνουν την ύπαρξή της με εκείνο το ιδιαίτερο γεγονός της γέννησης και της ανάπτυξης των ταξικών οργανώσεων στις διάφορες χώρες της Ευρώπης και της Αμερικής καθόρισαν επακριβώς τον προωθητικό ρόλο της σε σχέση με την εμφάνιση και την επικύρωση του σοσιαλιστικού κινήματος υπέδειξαν και εξέτασαν, τελικά, τα ποικίλα ιδεολογικά ρεύματα που την διέτρεξαν και την ενεργοποίησαν. Στην ιστορία της Πρώτης Διεθνούς είδαν σωστά ολόκληρη την ταλαιπωρία που συνιστούν τα προβλήματα τακτικής και στρατηγικής και τις εσωτερικές διαιρέσεις του εργατικού κινήματος. Η πλέον κρίσιμη και σημαντική σύγκρουση, η σύγκρουση μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού, αναλύθηκε κατ’ επανάληψη από διαφορετικές ιστοριογραφικές προοπτικές, με σκοπό να καθορίσει τις πηγές μιας διαίρεσης που σημάδεψε μεγάλο μέρος της ύπαρξης του ευρωπαϊκού σοσιαλισμού.

Μα όλες αυτές οι μελέτες, φορτωμένες από ένα μεγάλο πλούτο θεματων, δεν απαντούν με τρόπο που να εξαντλεί το ζήτημα στο ερώτημα γύρω από την εσώτατη και βαθιά σημασία αυτής της σύγκρουσης. Αν δηλαδή μαρξισμός και αναρχισμός αποτελούν δύο διαφορετικές τακτικές και στρατηγικές ενός και του αυτού κινήματος που σαν σκοπό του έχει την κοινωνία δίχως ταξεις και δίχως κράτος ή αν, αντιθέτως, υπάρχει μεταξύ τους μια αβυσσαλέα διαφορά ηθικής, επιστημονικής και ιδεολογικής φύσης τέτοια που να ακυρώνει το μοναδικό κοινό στοιχείο που τους ενώνει: ίδια αντικαπιταλιστική προέλευση. Πρόκειται τελικά να δούμε αν η μεταξύ τους διαφοροποίηση πάνω στα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για να επιτευχθεί ο σοσιαλισμός είναι τόσο βαθιά ώστε να καθιστά εντελώς δευτερεύοντα κι επιφανειακό τον θεωρητικό σκοπό που τους ενώνει. Με άλλους όρους, είναι ανάγκη να επαληθεύσουμε αν ιστορικά είναι σπουδαιότερη η κοινή άρνηση του καπιταλισμού ή η αντίθεση πάνω στα μέσα που πρέπει να χρησιμοποιηθούν για την καταπολέμησή του και επομένως, η διαφοροποίηση, κατά συνέπεια, πάνω στις θετικές προτάσεις για την οικοδόμηση ενός νέου κόσμου. Στο επίπεδο της ιστοριογραφικής ερμηνείας, η πρώτη υπόθεση θα μπορούσε να θεωρεί το σοσιαλισμό σαν το αληθινό ιστορικό υποκείμενο. Στην περίπτωση αυτή μαρξισμός και αναρχισμός θα συνέκλιναν σαν δύο στιγμες της ιστορίας του: ο πρώτος, με την ανάλυσή του για τον καπιταλισμό, θα αποτελούσε την επιστημονική βάση ο δεύτερος, με τις ηθικές και ιδεαλιστικές αιτιάσεις του, θα διατηρούσε ακέραια την ύστατη σημασία του κινήματος, τη θέληση δηλαδή να πραγματοποιηθεί η ελευθερία και η ισότητα. Στη δεύτερη υπόθεση μαρξισμός και αναρχισμός θα γίνονταν κατανοητοί σαν δύο ιδεολογίες εντελώς διαφορετικής φύσης, η γέννηση της οποίας θα έπρεπε να τοποθετηθεί πριν την Πρώτη Διεθνή. Σ’ αυτήν επομένως δεν θα γινόταν παρά με παραδειγματικό τρόπο φανερή αυτή η ριζοσπαστική αντίθεση, κυρίως μέσα από τη διαφοροποίηση πάνω στα μέσα που έπρεπε να χρησιμοποιηθούν Η μελέτη της σύγκρουσης μαρξισμού και αναρχισμού θα εσήμαινε τότε τη μελέτη της προέλευσης, δηλαδή μιας καθαρά αυτοδύναμης κατάστασης, όλων των αντιθέσεων που σημαδεύουν στη συνέχεια την ιστορία του εργατικού σοσιαλιστικού κινήματος. Η ανάλυση της αντίθεσης πάνω στα μέσα για την πραγμάτωση του σοσιαλισμού θα οδηγούσε στην περίπτωση αυτή στη διαπίστωση πως υπάρχει μια ριζική διαφορά ανάμεσά τους, που του λοιπού επιβεβαιώνεται από την ιστορική αναπτυξη που ακολούθησε, η οποία τους είδε όλο και περισσότερο διηρημένους και αντιτιθέμενους.

Στο φως όσων περιληπτικά εκθέσαμε προτείνουμε να αναλύσουμε τη σημασία των δύο υποθέσεων με το σκοπό να φθάσουμε σε μια πληρέστερη ιστοριογραφική εκτίμησή τους. Η σημασία της μελέτης αυτής περιορίζεται επομένως στην εμβάθυνση του θέματος αυτού, που είναι πολύ ζωντανό και επίκαιρο για την ιστορία των ημερών μας. Στο τελευταίο μεγάλο έργο του, De la capacite politique des classes ouvrieres, ο  Proudhon συνόψιζε, ένα χρόνο πριν τον θάνατό του, την άποψη του για τη χειραφέ
τηση των εργαζόμενων τάξεων. Κατά την κρίση του η κοινωνική χειραφέτηση των εργαζομένων όφειλε να αποχτήσει προνομιούχο χώρο και να αντιταχθεί σε μια απατηλή και πλαστή πολιτική χειραφέτηση επειδή οι εργαζόμενοι, σαν εργαζόμενοι, δεν μπορούσαν παρά να αγωνίζονται σ’ ένα οικονομικό έδαφος, το μόνο κατάλληλο για τα χαρακτηριστικά τους και τις ταξικές τους δυνατότητες. Διαφορετικά, στο πολιτικό πεδίο, το προλεταριάτο όφειλε αθεράπευτα να εξουσιοδοτεί άλλους, δηλαδή μη εργαζόμενους, για την καθοδήγηση των συμφερόντων του, διακινδυνεύοντας έτσι τη σημασία και το σκοπό της δράσης του που μπορούσε να συνοψισθεί πολύ καλά στη φράση «η χειραφέτηση των εργαζομένων πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων ή δεν θα είναι». Επιπλέον, παντα κατά την κρίση του γάλλου σοσιαλιστή, η κριτική στην πολιτική πάλη δεν ξεκινούσε μόνο από την εξακρίβωση του αναπόφευκτα αλλοτριωτικού χαρακτηρά κάθε αντιπροσωπευτικής δράσης. Αυτό που όφειλε ν’ αρνηθεί ήταν ο ίδιος ο σκοπός της πολιτικής, θεωρημένος με την καθολική ιστορική σημασία που από τότε αποδιδόταν σ’ αυτήν: την κατάκτηση και γι’ αυτό τη διαιώνιση της εξουσίας. Τώρα, αφού στην προυντονιανή θεώρηση οποιαδήποτε μορφή πολιτικής εξουσίας συνιστούσε ένα διαρκές εμπόδιο για την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού, γίνεται ολοφάνερη η σημασία που αποδίδεται στην οικονομική χειραφέτηση, με την έννοια πως αυτή αποκλείει όχι μόνο κάθε μέσο κοινοβουλευτικής πάλης, αλλά γενικά κάθε κρατικιστικό δρόμο σαν αντιτιθέμενο φυσικά στους σκοπούς μιας ταξικής και προλεταριακής επανάστασης.

Στην προοπτική του Proudhon η οικονομική επαναστάση (άμεση έμφαση για μια κοινωνία αυτοδιαχειριζόμενη από ελεύθερους παραγωγούς) τοποθετείται με τρόπο ριζοσπαστικά αντίθετο προς την πολιτική επανάσταση. Για να γίνει αυτό δεν χρειάζεται μόνο μια τάξη αντιτιθέμενη σε μιαν άλλη (ταξική πάλη), μα περισσότερες ταξεις, στρώματα, ομαδες εκμεταλλευόμενες και καταπιεσμένες: όλες συσπειρωμένες γύρω από ένα σχέδιο μετασχηματισμού των κοινωνικών δομών που θ’ άρχιζε από τη βάση. Επειδή δεν υπήρχε στην προοπτική αυτή μια συγκεκριμένη μορφή της επανάστασης, η προυντονική οικονομική πάλη ενοποιούσε, στο άμεσο έδαφος των σύγχρονων μετασχηματισμών, όλα τα ενδιαφερόμενα υποκείμενα όχι για μιαν αλλαγή εξουσίας, αλλά για το αντίθετό της, δηλαδή για μια κοινωνική αλλαγή, απαράβατη προϋπόθεση της οποίας ήταν η καταστροφή της εξουσίας, η πραγματική αποσύνθεσή της. Η προυντονική πάλη περιέκλειε λοιπόν, με την πλουραλιστική μεθοδο, τη διαφοροποίηση των κοινωνικών δυναμεων που εντάσσονταν στο ειδικό περιβάλλον ενός στρατηγικού σχεδίου για το ξεπέρασμα του πολιτικού εδάφους της σύγκρουσης. Όπως βλέπουμε, ο προυντονιανός πλουραλισμός αποκτούσε τη συγκεκριμενη σημασία μιας πρακτικής της αρχής της ελευθερίας μόνον εκεί όπου καταπολεμιόταν το αντίθετό της: η αρχή της εξουσίας. Για τον Proudhon δεν είχε καμιά έννοια να μιλάμε για αυτόδιαχείριση και πλουραλισμό εφ’ όσον το σημείο εκκίνησης
μας δεν ήταν η καταστροφή της εξουσίας από το άλλο μερος η εξαφάνισή της επέτρεπε την άμεση εξαφάνιση όλων των κυρίαρχων κοινωνικών τάξεων. Ο πλουραλιστικός συγχρονισμός του Proudhon δεν πλήρωνε για το λόγο αυτό καμιά τιμή στην ταξική συνεργασία, αντίθετα οφείλουμε να πούμε πως όπου αυτή υπήρχε δεν μπορούσε να υπάρχει ο πλουραλισμός.

Αυτές ήσαν οι ιδέες και το πνεύμα που περιείχοντο στο πρόπλασμα του ντοκουμέντου για την ίδρυση της Διεθνούς Ένωσης των Εργαζομένων, το οποίο οι γάλλοι εργάτες αντιπρόσωποι προυντονικής έμπνευσης Tolain, Du-pont, Limousin, Varlin, Fribourg, έφεραν τον Σεπτέμβρη του 1853 στο Λονδίνο, σχέδιο που είχε από τους ίδιους υποστηριχτεί και τεθεί στη διάθεση των tradeunionisti αρχηγών τον προηγούμενο χρόνο με την ευκαιρία μιας συγκέντρωσης που έγινε στην ίδια πόλη υπέρ της Πολωνίας. Εν τούτοις, στην επεξεργασία που επεχείρησε εκ των υστέρων ο Μαρξ, ο οποίος, όπως είναι γνωσό, μη έχοντας λάβει μέρος στην ίδρυση της Διεθνούς, επιφορτίσθηκε στη συνέχεια να εκθέσει γραπτώς τα προσωρινά καταστατικά, το αρχικό σχέδιο των εργαζομένων του Παρισιού ερμηνεύτηκε με τρόπο πολύ διαφορετικό.

Ο γερμανός σοσιαλιστής, στην προσπάθεια να πραγματοποήσει μια σύνθεση μεταξύ των δικών του θέσεων και των θέσεων των άλλων εκπροσώπων, τρεϊντγιουνιονιστών, προυντονιανών, μαντσινιανών, επεξεργάστηκε ένα κείμενο ασαφές και αντιφατικό. Αποδεχόμενος το προυντονιανό πνεύμα ότι «η χειραφέτηση της εργατικής τάξης πρέπει να είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων», βεβαίωνε συγχρόνως ότι το μεγάλο της καθήκον ήταν «η κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας». Προπάντων στο προοίμιο των καταστατικών, ο Μαρξ φανέρωνε με τρόπο έκδηλο αυτή την αδυνατότητα σύνθεσης μεταξύ των δικών του σκοπών και των σκοπών των αντιεξουσιαστών, διαβεβαιώνοντας αντιφατικά πως «η οικονομική χειραφέτηση της εργατικής τάξης είναι ο μεγάλος σκοπός στον οποίο κάθε πολιτικό κίνημα υποτάσσεται σαν μέσο», φράση που εξαιτίας της ασάφειάς της έγινε στη συνέχεια αντικείμενο πολυάριθμων ερμηνευτικών διαφορών μεταξύ αντεξουσιαστών και αναρχικών.

Όσον αφορά τη σημασία που έπρεπε να αποδωθεί στις λειτουργίες του γενικού συμβουλίου που έπρεπε στο μεταξύ να κατοικοεδρεύει στο Λονδίνο, είναι πολύ συγκεκριμένη η μαρξιστική θέση σύμφωνα με την οποία «το γενικό συμβούλιο ενεργεί σαν διεθνές πρακτορείο μεταξύ των διαφόρων συναγωνιζόμενων κοινωνιών, με τέτοιο τρόπο ώστε οι εργάτες μιας χώρας να πληροφορούνται συνεχώς για τα κινήματα της τάξης τους σ’ όλες τις άλλες χώρες συγχρόνως και κάτω από μια κοινή διεύθυνση ολοκληρώνεται μια έρευνα...», έχοντας έτσι την πρόθεση να καθορίσει επακριβώς από την αρχή με τη φράση «κοινή διεύθυνση» την αρχηγική διεύθυνση του ίδιου του συμβουλίου.

Τέλος, δεν χρειάζεται να υπογραμμιστεί ότι ο Μαρξ εννοούσε να μιλά πάντα για εργατική τάξη κι όχι για εργαζόμενη τάξη ή γενικά για εργαζόμενους, αν και εξαιτίας της αδιαφοροποίητης αγγλικής έκφρασης (working-classes), το μαρξιανό κείμενο ήταν δυνατό να ερμηνευτεί με τρόπο ασαφή.
Στο σημείο αυτό, αν αντιπαραβάλουμε τη γαλλική μετάφραση, που επιμελήθηκε και εξέδωσε η παρισινή έδρα της Διεθνούς τον ίδιο χρόνο, σημειώνουμε ότι οι προυντονιανοί προσπάθησαν να διορθώσουν τις αρκετές αντιφάσεις και τους βιασμούς που υπάρχουν στο πρωτότυπο κείμενο του Μαρξ. Η σχέση μεταξύ πολιτικής δράσης και οικονομικής δράσης επανακαθορίστηκε, παραλείποντας τις λέξεις «σαν μέσο».

Η φράση ωστόσο προσέλαβε μια σημασία πολύ διαφορετική, κάνοντας φανερή την υποταγή του πολιτικού στο οικονομικό. Αυτή τελικά αντηχούσε έτσι: «η οικονομική χειραφέτηση των εργαζομένων είναι ο μεγάλος σκοπός στον οποίο κάθε πολιτικό κίνημα υποτάσσεται». Όσον αφορά τα καθήκοντα που απεδίδοντο στο γενικό συμβούλιο του Λονδίνου οι προυντονιανοί μετέφραζαν, στη θέση «κάτω από μια κοινή διεύθυνση», «με το ίδιο πνεύμα»: σημαντική παραλλαγή που εξέφραζε τη θέληση να αντιτάξουν στη συγκεντρωτική τάση μια οργανωτική θεώρηση με ομοσπονδιακό σημάδι, με την πεποίθηση πως η ταυτότητα των προλεταριακών αναγκών θα παράγονταν αυθόρμητα και η ενότητα των ταξικών συμφερόντων δεν θα ήταν καταναγκαστική. Όσον αφορά την ερμηνεία που δόθηκε στην αντίληψη για την εργαζόμενη τάξη, είναι φανερή η αντίθεση με τον Μαρξ, αφού το γαλλικό κείμενο συνταγμένο από τους προυντονιανούς δεν μίλαγε ποτέ για εργατική τάξη αλλά πάντα και αμετάλλακτα για εργαζόμενη τάξη ή, πιο γενικά, για εργαζόμενους.

Ήδη από την αρχή, λοιπόν, η διαίρεση μεταξύ μαρξιστών και αντιεξουσιαστών ήταν βαθιά και σαφής. Ο Μαρξ ήθελε την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από το προλεταριάτο αφού την θεωρούσε ένα θεμελιώδη ρόλο για την εργατική χειραφέτηση• οι προυντονιανοί διαβεβαίωναν αντιθέτως πως αν η χειραφέτηση των εργαζομένων έπρεπε να είναι έργο των ίδιων των εργαζομένων, αυτή μπορούσε να πραγματοποιηθεί μονάχα μ’ έναν διεθνή οργανισμό συνδικαλιστικής αντίστασης διαχειριζόμενο άμεσα από τους εργαζόμενους και που γι’ αυτό έπρεπε να τοποθετηθεί έξω από τους πολιτικούς αγώνες. Ο Μαρξ, και μ’ αυτόν μερος του λονδρέζικου γενικού συμβουλίου, επροτίθετο να αποδώσει πραγματική εξουσία στο ίδιο το συμβούλιο, με το σκοπό να συντονίζει και να διευθύνει, μεσω αυτού του οργανισμού, ολόκληρο το ταξικό κίνημα. Στη μαρξιστική θεώρηση η Διεθνής έπρεπε να είναι ένα μεγάλο κόμμα δομημένο ιεραρχικά και συγκεντρωτικό. Οι αντιεξουσιαστές σκέφτονταν αντίθετα μια οργάνωση θεμελιωμένη στην αυτονομία των εδρών, δίχως ένα διευθυντικό κέντρο, και γι’ αυτό στο οργανωτικό σχέδιο των μαρξιστών αντέτασαν ένα σχέδιο αποκέντρωσης και ομοσπονδιακό. Τέλος, ο Μαρξ έβλεπε στην εργατική τάξη της μεγάλης βιομηχανίας το μοναδικό αληθινό επαναστατικό υποκείμενο που μπορούσε να ανατρέψει την καπιταλιστική κοινωνία, ενώ οι προυντονιανοί αναφέρονταν αδιαφοροποίητα σ’ όλες τις εκμετάλλευόμενες ταξεις, από τους χωρικούς ως τους εργάτες, από τη μικροαστική τάξη ως το λούμπεν προλεταριάτο.

Στο πρώτο συνέδριο της Διεθνούς που συνήλθε στη Γενεύη τον Σεπτέμβρη του 1866, η διαίρεση αυτή επικυρώθηκε με τρόπο καθαρό και αθεράπευτο. Εδώ επιδοκιμαστηκαν τα δύο διαφορετικά ντοκουμέντα για τα οποία ήδη μιλήσαμε: το αγγλικό κείμενο που επεξεργάστηκε ο Μαρξ και το ορθό γαλλικό κείμενο των προυντονιανών. Οι άγγλοι και οι γερμανοί αντιπρόσωποι ψήφισαν το μαρξιστικό κείμενο, οι γάλλοι αντιπρόσωποι και της γαλλικής Ελβετίας το κείμενο του Παρισιού του 1864. Και οι δύο ομάδες θεωρούσαν επίσημο και οριστικό το κείμενο που ψήφισαν. Στην πράξη όμως δεν υπήρξε καμιά ρήξη επειδή όλοι ήσαν πεισμενοι ότι είχαν εγκρίνει, αν και σε διαφορετικές γλώσσες, ένα κοινό κείμενο. Ως το 1870 υπήρχαν για το λόγο αυτό δύο θεωρήσεις του Προοιμίου και των Καταστατικών, αν και πρέπει να υπογραμματιστεί πως η θεώρηση των προυντονιανών θεωρήθηκε από την πλειοψηφία των διεθνιστών η μόνη και αληθινή επίσημη και οριστική θεώρηση του Προοιμίου και των Καταστατικών. Η Διεθνής γνώρισε τη μεγαλύτερη επέκτασή της προπάντων στη Γαλλία και στην Ελβετία (και στη συνέχεια στην Ιταλία και Ισπανία), στις χώρες δηλαδή όπου, δεχόμενες την απόλυτη αναρχική επιρροή, τυπώθηκε, διαδόθηκε, σχολιάστηκε και επιδοκιμαστηκε από τις τοπικές έδρες η θεώρηση του Παρισιού του 1864.

Μέχρι το συνέδριο της Βασιλείας το 1869 η αντίθεση μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού παρέμεινε λανθάνουσα. Υπήρχε στα προηγούμενα συνέδρια (Λωζάνη 1867, Βρυξέλλες 1868) μια διαρκής μάχη μεταξύ των οπαδών του Μαρξ και των οπαδών του Proudhon, μα δεν αντικατόπτριζε παρά μια δευτερεύουσα όψη της σύγκρουσης. Επρόκειτο, όπως είναι γνωστό, για την αντίθεση ανάμεσα στην μουτουαλιστική τάση που πρότειναν οι προυντονιστές και στην κολλεκτιβίστικη τάση που πρότειναν οι μαρξιστές κι άλλοι διεθνιστές. Ενώ μερικοί οπαδοί του Proudhon διέδιδαν την ιδέα της μικρής ιδιοκτησίας, τη δημοκρατικοποίηση της πίστης, την κατάργηση κάθε οικονομικού μονοπωλίου, δηλαδή τη δημιουργία μιας κοινωνικής οικονομίας που θα περιφρουρούσε τις ατομικές ελευθερίες στο μέτρο που ταυτίζονταν με τις οικονομικές και γι’ αυτό μ’ ένα μετριοπαθές και «σωστό» καθεστώς αγοράς, οι μαρξιστές και άλλα ρεύματα στη Διεθνή διαβεβαιώνουν πως μόνο η ολική κολλεκτιβοποίηση (ή κοινωνικοποίηση) των μέσων παραγωγής μπορούσε να πραγματοποιήσει πλήρως μια σοσιαλιστική κοινωνία και επομένως τη χειραφέτηση των εργαζομένων. Στο συνέδριο των Βρυξελλών η σύγκρουση λύθηκε με τη νίκη της κολλεκτιβίστικης τάσης που σημείωσε έτσι το τέλος της προυντονιανής επίδρασης στη Διεθνή. Δευτερεύουσα όψη της σύγκρουσης είπαμε, αφού ο οπαδοί του Proudhon «της δεξιάς» που αγωνίζονταν στην μουτουαλιστική αντίληψη δεν αντιπροσώπευαν εντελώς τα αληθινά αντιεξουσιαστικά αιτήματα της Διεθνούς. Μετά το 1868 ολόκληρο το αναρχικό ρεύμα της Διεθνούς, με επικεφαλής τον Μπακούνιν, ήταν με αποφασιστικό τρόπο κολλεκτιβίστικο, για να μαρτυρά ακριβώς πως η πάλη αναμέσα στον μαρξισμό και στον αναρχισμό δεν διεξάγονταν στο έδαφος αυτό μα στο γενικό έδαφος της αντίθεσης αναμέσα στην αρχή της ελευθερίας και στην αρχή της εξουσίας.

Ήταν λοιπόν στο τέταρτο συνέδριο της Διεθνούς που εκδηλώθηκε η αντίθεση με
τρόπο φανερό ξεσηκώνοντας μια υψηλή συζήτηση κατά τη διάρκεια των εργασι-
ών. Εδώ συγκρούστηκαν για πρώτη φορά η μαρξιστική επιστημολογία και η αναρχι-
κή όσον αφορά την κατάργηση του κληρονομικού δικαιώματος. Ο Μπακούνιν υπο-
στήριζε πως έπρεπε να καταργηθεί αμέσως σύμφωνα με την κολλεκτιβίστικη άπο-
ψη. Κατά την κρίση του δεν μπορούσαν να προτείνουν αμέσως την κοινωνικοποίηση
των μέσων παραγωγής δίχως να προτείνουν αμέσως και συγχρόνως την κατάργη-
ση του κληρονομικού δικαιώματος. Ο Eccarius, αντιπρόσωπος του Μαρξ, διαβεβαί-
ωσε αντίθετα πως ήταν εντελώς ανώφελο να ζητήσουν την κατάργηση αυτή. Αυτή
δεν θα έλυνε απολύτως τίποτα αφού το κληρονομικό δικαίωμα δεν ήταν η αιτία της
ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής, αλλά ένα απλό αποτέλεσμα. Ήταν, για
να το πούμε καλύτερα, μια νομική φόρμα των καπιταλιστικών σχέσεων παραγωγής,
μια υπερδομή που αυτόματα θα εξαφανιζόταν μόλις πραγματοποιούνταν πλήρως το
κολλεκτιβίστικο καθεστώς. Στη μαρξιστική θεώρηση της σχέσης δομής-υπερδομής,
ο Μπακούνιν αντέταξε την αναρχική θεώρηση της αλληλοεξάρτησης, υποστηρίζο-
ντας ότι αν στην ιστορία «το γεγονός προηγείτο παντότε του δικαίου (...) όμοια ήταν
αναμφισβήτητο πως το δίκαιο, αφού γινόταν ένα γεγονός, θα γινόταν με τη σειρά
του αιτία των άλλων γεγονότων».
Οι δύο διαφορετικές επιστημολογικές προσεγγίσεις φανερώνουν καθαρά τη βαθιά
αντιτιθέμενη φύση των δύο «ιδεολογιών». Ο Μαρξ, επικυρώνοντας την κεντρικότη-
τα της οικονομικής δομής, ήταν πεπεισμένος ότι είχε συγκεκριμενοποιήσει την πρώ-
τη αιτία της εκμετάλλευσης του ανθρώπου πάνω στον άνθρωπο στην ξεχωριστή κα-
πιταλιστική κοινωνική μορφή των σχέσεων παραγωγής. Αρκούσε να καταστραφεί
αυτή και θα πραγματοποιούνταν η κοινωνία δίχως ταξεις. Ο Μπακούνιν αντιθέτως,
αντέτασσε πως στην πραγματικότητα η εκμετάλλευση δεν αποτελούσε πρωταρχική
αιτία. Έτσι, ενώ για τον μαρξισμό η οικονομική δομή παρήγαγε τις πολιτικές υπερδο-
μές, νομικές, πολιτιστικές, κλπ., για τον αναρχισμό όλα αυτά μπορούσαν επιστημο-
νικά να προταθούν από τη στιγμή που η ίδια η καπιταλιστική οικονομική δομή εθεω-
ρείτο σαν η ιστορική φόρμα που προσέλαβε η εκμετάλλευση του ανθρώπου από άν-
θρωπο με την πιο γενική ιεραρχική διαίρεση κάθε ανθρώπινης δραστηριότητας. Η
οικονομική δομή ήταν λοιπόν μια κατηγορία της εξουσίας, όχι η εξουσία.
Με την έννοια αυτή, ακόμα περισσότερο από τη σύγκρουση της Βασιλείας, σημα-
ντική υπήρξε η «φιλονικία» του προηγούμενου χρόνου γύρω από το θέμα της απο-
δοχής της παγκόσμιας μπακουνιανής συμμαχίας για τη σοσιαλιστική δημοκρατία
από τη Διεθνή. Εδώ μπορεί να γίνει σύγκριση των δύο απόψεων όχι τόσο όσον αφο-
ρά τον τρόπο με τον οποίο κατάνοούνται τα μέσα και οι σκοποί για τον ίδιο τον σο-
σιαλισμό, αλλά στο φως μιας ευρύτερης ανθρωπολογικής αντίληψης. Αφού τελικά
για τον Μπακούνιν κάθε μορφή εξουσίας (πολιτική, κοινωνική, οικονομική, πολι-
τιστική, πνευματική, οικογενειακή, κλπ.) είχε μια δική της αυτόνομη δομή, δηλα-
δή ένα δικό της λόγο ύπαρξης που δεν προερχόταν πάντα κατ’ ανάγκη από τις κα-
πιταλιστικές σχέσεις παραγωγής, αυτός, επομένως, ζητούσε να χτυπηθούν οι εξου-
σίες αυτές σαν τέτοιες που ήσαν, αυτές καθ’ εαυτές, κι όχι σαν εξουσίες που προκύ-
πτουν από κάτι άλλο. Μόνο που, διατυπώνοντας το πρόγραμμά του που προεικόνι-
ζε τον κολλεκτιβισμό, την καθολική ένωση των ελεύθερα συνασπισμένων παραγω-
γών, την ισότητα στα μέσα της ανάπτυξης, στην εκπαίδευση και στη ζωή για όλα τα
άτομα και των δύο φύλων, αυτός εκφράστηκε με τρόπο αντιφατικό, γράφοντας πως
η συμμαχία «veut avant tout l’ egalisation politique, economique et sociale des classes
et des individues». Κυρίως γύρω απ’ αυτή την τυπική ασάφεια φανερώθηκε εντελώς
η σημασία της αντίθετης θέσης. Ο Μαρξ, καταλογίζοντας σωστά στους οπαδούς της
συμμαχίας πως η ισότητα των τάξεων – «λογική αντίθεση, αδύνατο να πραγματοποι-
ηθεί»- αν ερμηνευόταν γραμματικά κατέληγε στην αρμονία του κεφαλαίου και της
εργασίας, όπως κηρύσσουν οι αστοί σοσιαλιστές και πως γι’ αυτό δεν ήταν η ισότητα
αλλά η κατάργηση των τάξεων ο μεγάλος σκοπός της Διεθνούς, δεν κατάλαβε και
δεν μπορούσε να κατάλάβει τη σημασία της άλλης πρότασης: τη σχετική με την ισό-
τητα των ατόμων. Ας δούμε το γιατί. Εδώ πρέπει να αναφερθούμε σε όσα διακήρυσ-
σε ο ίδιος ο Μπακούνιν στο συνέδριο της Berna της ένωσης για την ειρήνη και την
ελευθερία. «Ζήτησα - διακήρυξε - την οικονομική και κοινωνική ισότητα των τάξεων
και των ατόμων. Τώρα θα πω τί εννοώ με τις λέξεις αυτές. Θέλω την κατάργηση των
τάξεων - τόσο στις οικονομικές και πολιτικές σχέσεις όσο και στις κοινωνικές (...).
Είναι ανάγκη όλοι οι άνθρωποι τον ίδιο καιρό να διαθέτουν πνευματική ικανότητα
και να είναι εργατικοί, να μπορούν όλοι όμοια να ζουν με το δικό τους κεφάλι και με
τα δικά τους χέρια. (Επομένως) δεν είχα καν την πρόθεση να προτείνω τον διαχωρι-
σμό των ανθρώπων σε δύο κύριες κατηγορίες: της τάξης των ειδημόνων και της τά-
ξης των εργαζομένων, τη μια να αντιπροσωπεύει την κυριαρχία και το δίκαιο να δι-
ατάζει και την άλλη να υποτάσσεται. Τότε, κύριοι, μα μονάχα τότε, η ισότητα και οι
πολιτικές ελευθερίες θα γίνουν μια πραγματικότητα. Να λοιπόν τί εννοώ μ’ αυτές τις
λέξεις σαν ισότητα των τάξεων. Καλύτερα θα ήταν να πω την κατάργηση των τάξε-
ων, την ενοποίηση της κοινωνίας μέσω της οικονομικής και κοινωνικής ανισότητας.
Αλλά εμείς ζητήσαμε επίσης την ισότητα των ατόμων, κι είναι αυτό που τραβά πάνω
του όλους τους κεραυνούς».
Ας αναλύσουμε σύντομα τις προτάσεις αυτές. Πριν απ’ όλα ο Μπακούνιν διακη-
ρύσσει ότι θέλει «την κατάργηση των τάξεων». Αμέσως μετά εξηγεί πως η έκφραση
«ισότητα των τάξεων», έστω κι αν δεν είναι αυστηρά ορθή, οφείλεται σχεδόν σε μια
βερμπαλιστική ομολογία για μιαν άλλη πρόταση που θέλει την ισότητα των ατόμων.
Ανάγκη λοιπόν ν’ αναρωτηθούμε: γιατί ο Μπακούνιν κάνει αυτή την πρόσθεση; Γιατί
δεν ικανοποιείται με την έκφραση «κατάργηση των τάξεων» μα θέλει επίσης και ακό-
μα την ισότητα των ατόμων; Νομίζουμε ότι η απάντηση είναι καθαρή: η μπακουνια-
νή διευκρίνιση προκύπτει από τη θεωρητική ανάγκη να συγκεκριμενοποιήσει ακρι-
βώς ότι, πέρα από την κατάργηση των τάξεων, δηλαδή, μαρξιστικά, πέρα από την
ισότητα όλων μπροστά στην ιδιοκτησία, υπάρχει τώρα το πρόβλημα, μετά απ’ αυτή
την πρώτη ισότητα, να δημιουργηθεί η ισότητα μπροστά στην εργασία, η οποία μπο-
ρεί να επιτευχθεί με το να τοποθετηθούν όλοι στις ίδιες υλικές συνθήκες με τέτοιο
τρόπο ώστε «να μπορούν να ζουν με το δικό τους μυαλό και με τα δικά τους χέρια».
Με τρόπο, δηλαδή, που να ξεπεραστεί ο μοιραίος «διαχωρισμός των ανθρώπων σε
δύο κύριες ταξεις: την τάξη των «ειδημόνων» και των εργαζομένων, τη μια ν’ αντι-
προσωπεύει την κυριαρχία και το δίκαιο να διατάζει και την άλλη να υποτάσσεται».
Αν η κατάργηση των τάξεων ανήκει στη φάση της καταστροφής του καπιταλισμού,
η ισότητα των ατόμων ανήκει στη φάση της οικοδόμησης του σοσιαλισμού, που κα-
τά την κρίση του δεν θα προκύψει αυτόματα από την κατάργηση του πρώτου. Από
εδώ πηγάζει και μια αντίληψη για τις τάξεις που έτεινε να τις περιορίσει στις δομι-
κές ρίζες της ανισότητας: την ιεραρχική διαίρεση της εργασίας. Έτσι ο Μπακούνιν, με
τον τρόπο αυτό, μιμείται τέλεια την κοινωνιολογική θεωρία του Proudhon, σύμφω-
να με την οποία η πρώτη μεγάλη ανισότητα μεταξύ των ανθρώπων δεν προέρχεται
από την τοποθέτησή τους μπροστά στην ιδιοκτησία, μα, ακριβώς, από την τοποθέ-
τησή τους μπροστά στην εργασία. Από την άποψη αυτή μόνο οι χειρώνακτες εργα-
ζόμενοι πρέπει να θεωρούνται προλετάριοι. Οι διανοούμενοι, σαν κάτοχοι μιας γνώ-
σης, ήσαν εκ των πραγμάτων ιδιοκτήτες ενός κρυφού κεφαλαίου (της κουλτούρας),
χάρη στο οποίο η θέση τους στην ιεραρχική κλίμακα της κοινωνίας ήταν πολύ δια-
φορετική. Όπως βλέπουμε, η διαφορά με τη μαρξιστική θεωρία δεν μπορούσε να εί-
ναι πιο καθαρή. Για τον Μαρξ ο ορισμός του προλεταριάτου αναφέρεται σε όποιον
στερείται οικονομικών μέσων, για τους αναρχικούς, σ’ όποιον στερείται όχι μόνο οι-
κονομικών μέσων, αλλά επίσης και πνευματικών.
Ο διαφορετικός ορισμός της αντίληψης της τάξης μας ξαναστέλνει έτσι σε μια βα-
θύτερη διαφορά. Ενώ ο γερμανός σοσιαλιστής υποστήριζε πως η ανισότητα μεταξύ
των ανθρώπων προέκυπτε από την καπιταλιστική εκμετάλλευση, ο Μπακούνιν δια-
βεβαίωνε ακριβώς το αντίθετο: κατά την κρίση του ήταν η οικονομική εκμετάλλευ-
ση που πήγαζε από την ανισότητα και ακριβέστερα από την ιεραρχική διαίρεση της
κοινωνικής εργασίας. Με τον τρόπο αυτό ο αναρχισμός διέκρινε, στο επιστημολογι-
κό πεδίο, την πραγματικότητα της εκμετάλλευσης από εκείνην της ανισότητας. Ενώ
η πρώτη μπορούσε να ταυτίζεται με μια ιστορική κατάσταση, δηλαδή πάντα με μια
κατάσταση μερική, η δεύτερη μας ξαναστέλνει απλώς σε μιαν επιστημονική αφαίρε-
ση, που μπορεί να συνοψισθεί στον ορισμό της «αρχής της εξουσίας». Πράγματι, η
εκμετάλλευση, για να την καταλάβουμε και να την εξηγήσουμε, είναι αναγκαίο να
την περιγράψουμε στην ιστορικότητά της, την ανισότητα, σαν αφηρημένο όρο, σαν
μοντέλο που προκύπτει από την εφαρμογή της εξουσιαστικής αρχής, παρουσιάζεται
νόμιμη σε κάθε μερική ιστορική πραγματικότητα. Κυρίως επειδή, για να τις καταλά-
βουμε και να τις εξηγήσουμε, είναι ανάγκη να περιγράψουμε την πρώτη στην ιδιαι-
τερότητά της, την δεύτερη μπορούμε να την φανταστουμε στην καθαρή μορφή της
για να τη δούμε στη συνέχεια να δρα στην συγκεκριμένη πραγματικότητα - αρκεί να
σκεφτούμε για το θέμα αυτό μια γεωμετρική μορφή όπως το τρίγωνο που μπορούμε
να το φανταστούμε αφηρημένα με χίλιους τρόπους και μπορούμε με άλλους τόσους
χίλιους τρόπους να το περιγράψουμε συγκεκριμένα - μπορούμε να πούμε πως η εκ-
μετάλλευση είναι ένας ορισμός εννοιολογικός φορτωμένος με ιστορικότητα, η ανι-
σότητα ένας ορισμός εννοιολογικός με επιστημονικό κύρος.
Η σημασία της αντίθεσης μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού είναι επομένως φανε-
ρή. Ο αναρχισμός, επιβεβαιώνοντας την ιστορικότητα της καπιταλιστικής εκμετάλ-
λευσης, δίνει μια εξήγηση της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων που δεν είναι οικο-
νομική αλλά πολιτική: πράγμα που σημαίνει την ιεραρχία σαν αποτέλεσμα της εφαρ-
μογής της αρχής της εξουσίας, της διαμόρφωσης και της ύπαρξης κάθε εξουσίας, της
εξουσίας σαν εξουσία. Ήταν, όπως είπαμε, μια εξήγηση αντιγραμμένη από την κοι-
νωνιολογική ανάλυση της ιεραρχικής διαίρεσης της εργασίας που θεωρήθηκε σαν
η δομική μορφή της ανισότητας μεταξύ των ανθρώπων. Στην αναλυτική αυτή προ-
οπτική ο καπιταλισμός δεν ήταν άλλο παρά μια ιστορική μορφή της εκμετάλλευ-
σης του ανθρώπου από άνθρωπο. Δεν αρκούσε για το λόγο αυτό στους αναρχικούς
η καταστροφή του κεφαλαίου. Ήταν αναγκαίο συγχρόνως να καταστραφεί η αρχή
της εξουσίας, η ανώτερη ιστορική έκφραση της οποίας δινόταν με το κράτος, και να
πραγματοποιηθεί, με την ολοκλήρωση χειρωνακτικής και πνευματικής εργασίας σε
κάθε άνδρα και γυναίκα, το θετικό μέρος του σοσιαλισμού, καταπολεμώντας έτσι
τη δομική ρίζα της ανισότητας: την ιεραρχική διαίρεση της εργασίας. Ο μαρξισμός
αντίθετα θεωρούσε πως όλ’ αυτά ήταν εντελώς ιδεαλιστικά, γενικότητες, μια καθα-
ρή «φράση» όπως έγραψαν κατ’ επανάληψη οι ίδιοι οι Μαρξ και Ένγκελς. Αποδίδο-
ντας ειρωνικά στον Μπακούνιν την ανατροπή της σχέσης μεταξύ δομής και υπερδο-
μής, ο Ένγκελς συνόψιζε κατ’ αυτόν τον τρόπο αργότερα τη διαφορά με τους αναρχι-
κούς: «Ενώ η μεγάλη μάζα των σοσιαλδημοκρατών εργατών συμφωνεί μαζί μας με το
να θεωρεί πως η κρατική εξουσία δεν είναι άλλο παρά η οργάνωση που οι άρχουσες
ταξεις - καπιταλιστές και ιδιοκτήτες γης - καθιέρωσαν για να προστατεύσουν τα κοι-
νωνικά προνόμιά τους, ο Μπακούνιν κηρύσσει πως το κράτος δημιούργησε το κεφά-
λαιο, πως ο καπιταλιστής έχει το κεφάλαιο του μόνο χάρη στο κράτος. Αφού επομέ-
νως το κράτος είναι το κύριο κακό, είναι ανάγκη να καταστρέψουμε πριν απ’ όλα το
κράτος, το κεφάλαιο μετά θα πάει στο διάβολο από μόνο του. Εμείς, αντίθετα, λέμε:
καταργείστε το κεφάλαιο, την ιδιοποίηση της ολότητας των μέσων παραγωγής από
μια μειοψηφία, και το κράτος θα πέσει από μόνο του. Η διαφορά είναι θεμελιώδης».
Και πραγματικά θεμελιώδης ήταν η διαφορά όταν σκεφτουμε τί συνεπαγόταν οι
δύο αυτές διαφορετικές «αναγνώσεις» της πραγματικότητας. Από τη μια μεριά υπο-
γραμμιζόταν μια μονοδιάστατη εξήγηση του ιστορικού προτσέσσου, μολονότι δεν
δίνονταν σαν δογματική διατύπωση, μια εξήγηση δηλαδή που αξίωνε ότι κατείχε το
κλειδί, το κρίσιμο σημείο όλου του μηχανισμού της ανθρώπινης ιστορίας, από την
άλλη αντίθετα αναδύοταν μια θεωρία που δεν αξίωνε ότι έχει ισορροπήσει κανένα
από τα καθοριστικά σημεία της εξαντλημένης εξήγησης. Από το ένα μερος, επομέ-
νως, μια θεωρία της γνώσης που καθ’ εαυτή ήταν αυταρχική, που πρότεινε κατακό-
ρυφα από μερικές σταθερές προϋποθέσεις μια σειρά πρακτικών που προέρχονταν
απ’ αυτές, από το άλλο μια «αντιεξουσιαστική» θεωρία της γνώσης με μια αλληλοε-
ξάρτηση των επιστημών, που έθετε σ’ ένα οριζόντιο πεδίο κάθε μορφής γνώσης. Φυ-
σικά, κι ο αναρχισμός επίσης συγκεντρωνόταν γύρω από ένα πόλο (την «αρχή της
εξουσίας»), μα αυτού του είδους η συγκέντρωση δεν ήταν γνωσιολογικής φύσης,
αφού δεν είχε την αξίωση να εξηγήσει την περασμένη ιστορική αναπτυξη, τη σημε-
ρινή και την μελλοντική με τα ιδιαίτερα και ξεχωριστά χαρακτηριστικά της, αλλά να
συγκεκριμενοποιήσει απλούστατα την αιτία, το εμπόδιο για την πραγματοποίηση
του σοσιαλισμού που τον θεωρεί σαν τη μεγαλύτερη δυνατή ανάπτυξη της ελευθε-
ρίας και της ισότητας. Ήταν δηλαδή, εκείνη του αναρχισμού, μια θεωρία στην υπη-
ρεσία μιας θετικής θέλησης για μετασχηματισμό του κόσμου με την έννοια αυτή εκεί
όπου ο μαρξισμός σκιαγραφόταν σαν η κριτική θεωρία μιας καθορισμένης ιστορι-
κής κοινωνίας (του καπιταλισμού), ο αναρχισμός σκιαγραφόταν σαν μια κριτική θε-
ωρία του ιεραρχικού μοντέλου της κοινωνίας (η «αρχή της εξουσίας»). Με άλλους
όρους, ενώ το αντικείμενο της μαρξιστικής επιστημης ήταν το σύνολο των ιστορι-
κών σχέσεων μεταξύ αστικής τάξης και προλεταριάτου, μεταξύ κεφαλαίου και εργα-
τικής-δύναμης, δηλαδή η επιστήμη μιας ειδικής, συγκεκριμένης ιστορίας, το αντι-
κείμενο της αναρχικής θεωρίας ήταν το σύνολο των γενικών σχέσεων, που ήσαν ου-
δέτερες και μπορούσαν να αναπαραχθούν απ’ την «αρχή της εξουσίας», δηλαδή μια
επιστήμη της υπάρχουσας κυριαρχίας που θεωρείται σαν ιδιαίτερη μορφή της κυρι-
αρχίας, της ίδιας της δυναμικότητας της κυριαρχίας.
Με τον γαλλο-πρωσικό πόλεμο και την Κομμούνα του Παρισιού όλ’ αυτά γνώρι-
σαν μια συγκεκριμένη ιστορική επαλήθευση. Στα κρίσιμα χρόνια 1870-71 φάνηκαν
όλοι εκείνοι οι κόμποι που μέχρι τότε παρέμειναν άλυτοι: από το ιστορικό υποκείμε-
νο της σοσιαλιστικής επανάστασης ως το πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου, από
τις μορφές της επαναστατικής οργάνωσης ως τον χρόνο της επαναστάσης, από την
συμμετοχή στην εκλογική και αστική πολιτική ως τις σχέσεις αναμέσα στην επανα-
στάση και στη μεταρρύθμιση. Μια ιστορική επαλήθευση που οδήγησε στην κατάρ-
ρευση την Πρώτη Διεθνή.
Μπορούμε ασφαλώς να πούμε πως μέχρι την έκρηξη του παρισινού κινήματος του
Μαρτίου του ‘71 η στάση του Μαρξ απέναντι στην επαναστατική ικανότητα του
γαλλικού προλεταριάτου χαρακτηριζόταν από έλλειψη εμπιστοσύνης. Αν και επα-
νειλημμένα πήρε διεθνιστική θέση, από την καρδιά του ήλπιζε, ως τον Ιούλη του
1870 σε μια ήττα της Γαλλίας επειδή, «αν νικήσουν οι πρώσοι, έγραφε στον Ένγκελς,
η συγκέντρωση του state power θα χρησίμευε για τη συγκέντρωση της γερμανικής
εργατικής τάξης. Η γερμανική επικράτηση θα μετάτοπιζε το κέντρο βάρους του γερ-
μανικού κινήματος της δυτικής Ευρώπης από τη Γαλλία στη Γερμανία, και αρκεί να
συγκρίνουμε το κίνημα στις δύο χώρες από το 1866 ως σήμερα για να δούμε πώς η
γερμανική εργατική τάξη είναι ανώτερη από τη γαλλική είτε από θεωρητική είτε από
οργανωτική άποψη. Η επικράτησή της απέναντι στη γαλλική και στην παγκόσμια
σκηνή θα είναι συγχρόνως η επικράτηση της θεωρίας μας απέναντι σε εκείνη του
Proudhon. Στην μαρξιστική θεώρηση η Γαλλία παρέμενε μια χώρα που ακόμα δεν εί-
χε ωριμάσει καπιταλιστικά και γι’ αυτό εστερείτο μιας ισχυρής και αγωνιστικής ερ-
γατικής τάξης. Η καπιταλιστική συγκεντρωτική αντίληψη εμπόδιζε το Μαρξ να δει
από μιας αρχής αυτό που ωρίμαζε όχι μόνο στο Παρίσι αλλά σ’ ολόκληρη τη χώρα.
Εντελώς αντίθετη είναι η συμπεριφορά του Μπακούνιν και των αναρχικών. Αντε-
λήφθησαν αμέσως τη μεγάλη ιστορική σημασία της γαλλο-πρωσικής σύγκρουσης μ’
όλες τις δυνατές επαναστατικές επιπτώσεις της. Διαφορετικά από τον Μαρξ, ο Μπα-
κούνιν ήταν πεισμένος ότι η νίκη του Βίσμαρκ θα ήταν ολέθρια για ολόκληρο το
προλεταριάτο της Ευρώπης. Ήδη πριν τις 4 Σεπεμβρίου ήταν πεισμένος πως μονάχα
μια «άμεση λαϊκή εξέγερση» θα έσωζε τη Γαλλία και μ’ αυτήν το μέλλον του σοσια-
λιστικού κινήματος. Μια εξέγερση, όμως, που θ’ αγκάλιαζε όλες τις γαλλικές πόλεις
και την ύπαιθρο, κι όχι μόνο το Παρίσι. Μια επαναστατική κίνηση σε θέση δηλαδή
να προκαταβάλει και να πλήξει το σχηματισμό μιας επιτροπής εθνικής άμυνας που
με το σκοπό τη σωτηρία της πατρίδας, θα επέβαλε στα σίγουρα μια εσωτερική τάξη.
Τον Αύγουστο του 1870 επομένως, ο Μπακούνιν προείδε εκείνο που θα συνέβαινε
λίγους μήνες μετά: την στρατιωτική απομόνωση, πολιτική και οικονομική της πρω-
τεύουσας κατά τη διάρκεια της δραματικής περιόδου της Κομμούνας. Η κύρια αιτία
της συντριβής της Κομμούνας - η απόλυτη απουσία ενός οργανικού συνδέσμου ανα-
μέσα στο προλεταριάτο της πόλης και στην αγροτική μάζα - προβλέφθηκε με τρόπο
φωτεινό και εξηγήθηκε στο φως της αναρχικής αντίληψης για την ισότιμη συμμαχία
μεταξύ εργατών και χωρικών. Στα Lettres a un francais sur la crisi actuelle, που γρά-
φτηκαν εκείνη την εποχή, ο Μπακούνιν αναπτύσσει ως το βάθος τη θέση αυτή, της
οποίας το σχέδιο είχε γίνει τα προηγούμενα χρόνια.
Οι δύο θέσεις ήταν επομένως καθαρές: από το ένα μέρος η στρατηγική θεώρηση
του Μαρξ που υπέτασσε τις αγροτικές μαζες στη δράση της εργατικής τάξης, κι αν
ήταν δυνατό της γερμανικής• από το άλλο, η στρατηγική θεώρηση του Μπακούνιν
που κήρυσσε το σύγχρονο της επαναστατικής δράσης όλων των εκμεταλλευόμενων
μαζών. Από το ένα μερος ο γερμανός σοσιαλιστής, που τόνιζε τη λογική του βιομη-
χανικού καπιταλισμού επειδή, κατά τα λόγια του, ευνοούσε και επιτάχυνε την έλευ-
ση του σοσιαλισμού• από το άλλο, ο ρώσσος αναρχικός που έβλεπε αντίθετα στη λο-
γική αυτή τη μεγένθυση της απόστασης μεταξύ πόλης και υπαίθρου και γι’ αυτό την
απομόνωση του εργατικού κινήματος από τη γενική πάλη όλων των καταπιεζόμε-
νων μαζών, με τη συνέπεια, όπως θα υπενθυμίσει δύο χρόνια μετά, «όλες οι επανα-
στατικές προσπάθειες να είναι καταδικασμένες και αναπόφευκτες αποτυχίες». Έτσι,
ενώ ο Μαρξ, αμέσως μετά το Sedan, καλούσε τους γάλλους εργάτες να κάμουν «το
καθήκον τους σαν πολίτες» γιατί θα ήταν απελπισμένη τρέλα ν’ ανατρέψουν τη νέα
ρεπουμπλικανική κυβέρνηση με την οποία θα μπορούσαν να καλυτερέψουν, επωφε-
λούμενοι από όλες τις προσφορές που τους παρείχε η ρεπουμπλικανική ελευθερία
και να εργαστούν για την ταξική οργάνωσή τους, ο Μπακούνιν, πριν ακόμα γεννηθεί
η ρεπούμπλικα, καλούσε τους διεθνιστές της Γαλλίας να εξεγερθούν αμέσως όχι μό-
νο ενάντια στους εξωτερικούς εχθρούς, αλλά και ενάντια στους εσωτερικούς, για να
μετασχηματίσουν τον πόλεμο μεταξύ των δύο κρατών σε μια κοινωνική επαναστά-
ση. Εκ των πραγμάτων, η στάση αναμονής που συνιστούσαν οι μαρξιστικές οδηγίες
τον Σεπτέμβρη του 1870 συνείργησε αρκετά στον αποπροσανατολισμό και στην πα-
ράλυση των διεθνιστών του Παρισιού, κυρίως τη στιγμή την οποία ο Μπακούνιν δι-
έπραττε στο τέλος του ίδιου μήνα τη δραματική και μη ευτυχή εξέγερση της Λυών,
στην προσπάθεια να προκαλέσει μια εξέγερση στις επαρχίες για ν’ ανακουφίσει την
πρωτεύουσα από το βάρος της πρωσικής επίθεσης.
Η αντίθεση γύρω απ’ το ιστορικό υποκείμενο της επαναστάσης αγκάλιασε έτσι
τη συζήτηση για τον χρόνο και τους τρόπους της ίδιας της επαναστάσης. Κάνο-
ντας προνομιούχα, όπως πάντα, τη δράση της εργατικής τάξης σε σχέση με εκείνη
των αγροτικών μαζών, ο Μαρξ εισήγαγε μια ιεραρχία στους χρόνους του επαναστα-
τικού προτσέσσου: πρώτα οφείλουν να κινηθούν οι εργάτες, μετά οι αγρότες• πρώ-
τα το προλεταριάτο της πόλης μετά το αγροτικό. Αντίθετα για τον Μπακούνιν δεν
υπήρχε ένα πριν κι ένα μετά επειδή αυτό θα ευνοούσε μια τάξη σε σχέση με τη μά-
ζα, μια πρωτοπορία σε σχέση με την τάξη, μια ελίτ σε σχέση με την πρωτοπορία. Για
τους χρόνους της ανθρώπινης χειραφέτησης σκιαγραφόταν επομένως δύο αντίθετες
στρατηγικές: η μαρξιστική, υπέρμαχη μιας κατακόρυφης διαίρεσης στο χρόνο, που
συνεπαγόταν μια δράση ουσιαστικά ρεφορμιστική και την αναπαραγωγή μιας νέας
εξουσίας στη «φάση της μετάβασης» η αναρχική, που θεωρητικοποιούσε την εξισω-
τική αντίληψη της σύγχρονης επανάστασης για την καταστροφή κάθε άλλης εξου-
σίας που θα εμφανιζόταν κάτω από άλλες ιστορικές μορφές και γι’ αυτό την επανα-
στατική καταστροφή κάθε υπάρχουσας εξουσίας και κάθε εξουσίας που βρισκόταν
υπό διαμόρφωση.
Ανάγκη να ξεκινήσουμε από εδώ για να καταλάβουμε τη σημασία της αθεράπευτης
πλέον διαίρεσης που σκιαγραφείται αναμέσα στις δύο τάσεις στην περίοδο του 1871
πάνω στο θεμελιώδες πρόβλημα της σχέσης μεταξύ των σκοπών και των μέσων της
σοσιαλιστικής επαναστάσης.
Ήταν δίχως αμφιβολία ο δραματικός επίλογος της Κομμούνας του Παρισιού που
αύξησε τη διαίρεση αυτή, με την έννοια πως από την ιστορική εμπειρία της, αναρχι-
κοί και μαρξιστές έβγαλαν δύο διαφορετικές διδαχές. Αν και ο Μαρξ, για μια στιγ-
μή, μα μόνο για μια στιγμή, όφειλε να αναμασήσει εκείνο που για χρόνια έγραφε και
βεβαίωνε, δίνοντας μια ερμηνεία σχεδόν «αντιεξουσιαστική» για την Κομμούνα, η
απόσταση μεταξύ αντιεξουσιαστών και αυταρχικών αποκαλύφθηκε πλέον αγεφύ-
ρωτη. Για τον Μαρξ είχε φθάσει η στιγμή να θεωρητικοποιήσει με σαφήνεια, και να
προπαρασκευάσει σαν συνέπεια των γεγονότων, την οργανωτική δόμη την ικανή να
ορθολογικοποιήσει και να αναδιανείμει με διανοητική λογική την ενέργεια που ανά-
βλυσε από την ταξική πάλη, τον οργανωτικό μηχανισμό που να είναι δηλαδή σε θέση
να διευθύνει ολόκληρο το επαναστατικό προτσέσσο. Η θεωρητικοποίηση του «πολι-
τικού κόμματος του προλεταριάτου» αποτελεί για το λόγο αυτό τη λογική προσέγ-
γιση της θεωρητικής διαδρομής του Μαρξ από το Μανιφέστο και μετά.
Στη συνδιάσκεψη του Λονδίνου από τις 17 ως τις 23 Σεπτεμβρίου 1871 που συγκά-
λεσε το γενικό συμβούλιο μ’ ένα πραξικόπημα, όπως τον προηγούμενο χρόνο, για
να εμποδίσει την ανάπτυξη ενός κανονικού συνεδρίου που θα είχε τοποθετήσει στα
σίγουρα τους μαρξιστές στη θέση της μειοψηφίας, εγκρίθηκε τελικά από μα προδι-
αμορφωμένη και πειθαρχημένη πλειοψηφία, η περίφημη ενάτη απόφαση την οποία
επεξεργάστηκε ο γερμανός σοσιαλιστής. Αυτή κήρυσσε ότι «η εργατική τάξη, ενά-
ντια σ’ αυτή τη συλλογική εξουσία των κατεχόντων τάξεων, μπορεί να δρα σαν τά-
ξη μοναχα όταν οικοδομηθεί σαν ξεχωριστό πολιτικό κόμμα, αντιτιθέμενο σ’ όλους
τους παλιούς κομματικούς σχηματισμούς των κατεχόντων τάξεων• ότι αυτή η οικο-
δόμηση της εργατικής τάξης σε πολιτικό κόμμα είναι απαραίτητη για το θρίαμβο της
κοινωνικής επανάστασης και τον τελικό σκοπό της: την κατάργηση των τάξεων• ότι
η ενότητα των ξεχωριστών δυναμεων, που η εργατική τάξη ως ένα σημείο έχει ήδη
οικοδομήσει με τους οικονομικούς αγώνες της, πρέπει να χρησιμεύσει σαν μοχλός
στη μάχη της ενάντια στην πολιτική εξουσία των εκμετάλλευτων της για τους λό-
γους αυτόύς, η συνδιάσκεψη θυμίζει σ’ όλα τα μέλη της Διεθνούς: «ότι, στην αγωνι-
στική κατάσταση της εργατικής τάξης, το οικονομικό της κίνημα και η πολιτική δρά-
ση της είναι ενωμένα αξεδιάλυτα».
Για τους αναρχικούς τα πρακτικά αποτελέσματα της απόφασης αυτής, που δικαιο-
λογήθηκε με μια ιστορικο-φιλοσοφική παρουσίαση ουσιαστικά ψεύτικη, ήσαν τερά-
στια. Ο Μαρξ εισήγαγε εκ των πραγμάτων ένα σοβαρό ρήγμα στο σώμα του εργατι-
κού και σοσιαλιστικού κινήματος υπέρ των όσων θεωρητικά είχε διακηρύξει. Οι κα-
τώτερες ταξεις, για να κατάκτησουν την πολιτική εξουσία, όφειλαν να αρχίσουν μια
πάλη μέσα στα εθνικά όρια, επειδή μοναχα έτσι, δηλαδή σε κάθε εθνικό κράτος, εί-
χαν πιθανότητα να κατάκτησουν την εξουσία. Η συνέπεια όμως ήταν πως το διπλό
σθένος της οικονομικο-πολιτικής πάλης, που μέχρι τότε εθεωρείτο από την συντρι-
πτική πλειοψηφία των διεθνιστών σαν ταυτόχρονη πάλη σε παγκόσμια κλίμακα ενά-
ντια στον καπιταλισμό κι ενάντια στο κράτος, διαχωρίζονταν στο χρόνο και στο χώ-
ρο, δίνοντας προνομιούχα θέση στην πολιτική σε σχέση με την οικονομική στιγμή.
Δηλαδή, κυρίως εκείνο που θα έπρεπε να είναι μόνο ένα μέσο, γινόταν ντε φάκτο ο
σκοπός, και ο σκοπός, η οικονομική χειραφέτηση, γινόταν ένα μέσο. Έτσι, η ενότη-
τα, πάνω από τα εθνικά κράτη, των συμφερόντων που θεμελιώνονταν στην οικονο-
μική πάλη των εκμεταλλευόμενων, θα έπρεπε να αντικατασταθεί από την πλαστή
ενότητα της πολιτικής πάλης των αντιπροσώπων τους, με το αναπόφευκτο αποτέ-
λεσμα ότι η επαναστατική πρωτοβουλία των εκμεταλλευόμενων μαζών θα υποτασ-
σόταν και θα καθοριζόταν από τη στρατηγική των εθνικών κρατών. Από εδώ προκύ-
πτει και η αναπόφευκτη αδυναμία σε παγκόσμια κλίμακα μπροστά στη δυνατότητα
μιας πολεμικής σύγκρουσης.
Η αναρχική κριτική χτυπούσε στο κέντρο. Η εκ των υστέρων διαίρεση σε «συνδι-
κάτο» και «κόμμα» στη Δεύτερη Διεθνή βρίσκει την καταγωγή της σ’ αυτή τη μαρ-
ξιανή θεωρητική διατύπωση της οικοδόμησης του «πολιτικού κόμματος του προλε-
ταριάτου» που δημιούργησε τις προϋποθέσεις για μιαν αναπόφευκτη διχοτομία ανα-
μέσα σε οικονομική και πολιτική πάλη κι επομένως αναμέσα σε τάξη και ταξική συ-
νείδηση, σε μαζικά κινήματα και ειδικό κίνημα. Ήταν μια διαίρεση που από τη μεριά
της αντανακλούσε την ανάλυση της μονοδιάστατης σχέσης μεταξύ δομής και υπερ-
δομής, με την έννοια πως ο Μαρξ δεν έβλεπε κανένα κίνδυνο αυταρχικό και αντιεξι-
σωτικό μιας μελλοντικής άρχουσας τάξης στο σχηματισμό της σοσιαλιστικής ιντελ-
λιγκέντσιας στις κορυφές της πολιτικής οργάνωσης. Πεπεισμένος όπως ήταν, ήδη
από την εποχή του Μανιφέστου, πως η τελευταία τάξη της ιστορίας ήταν η εργατι-
κή τάξη, αυτός δεν φανταζόταν ούτε στο ελάχιστο πως αυτή η ιντελλιγκέντσια μπο-
ρούσε να γίνει μια αληθινή και ξεχωριστή τάξη. Η ιντελλιγκέντσια, όπως και η συ-
νείδηση, έμπαιναν στη θεώρησή του σαν υπερδομικές όψεις, στερημένες πραγματι-
κής αυτονομίας. Κατά τον ίδιο τρόπο το πολιτικό κόμμα δεν μπορούσε κατά την κρί-
ση του παρά να αντανακλά τις πολιτικές και οικονομικές ντιρεκτίβες της εργατικής
τάξης. Για το λόγο αυτό το κόμμα δεν μπορούσε ποτέ να αποτελέσει ξεχωρισμένη
εξουσία σε σχέση με το προλεταριακό κίνημα. Με άλλους όρους, ο Μαρξ με τη δική
του «ανάγνωση» της πραγματικότητας δεν μπορούσε απολύτως να προβλέψει εκεί-
νο που στη συνέχεια θα συνέβαινε πραγματικά: ότι δηλαδή η δικτατορία του προλε-
ταριάτου θα μετασχηματιζόταν σε δικτατορία πάνω στο προλεταριάτο.
Αυτή η αναλυτική ανεπάρκεια κατοικοεδρεύει στη μονοδιάστατη μαρξιανή αντίλη-
ψη της ιδιοκτησίας σαν ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής. Ήταν μια οικο-
νομική-νομική αντίληψη που απέκλειε όλες τις άλλες μορφές ιδιοκτησίας που ωστό-
σο συγκαταλέγονταν σε μια ματεριαλιστική θεώρηση της πραγματικότητας. Κυρίως
γύρω από τις εννοιολογικές διαφορές για την «ιδιοκτησία» μπορεί να συνοψισθεί η
βαθιά διαίρεση αναμέσα στον ιστορικό ματεριαλισμό του Μαρξ και στον ματεριαλι-
σμό tout-court του Μπακούνιν. Ήδη ο ρώσσος αναρχικός, συγκεκριμενοποιώντας
την ανάλυσή του για μια δυνατή κοινωνία οργανωμένη ή κυβερνώμενη από μια ακα-
δημία εκπαιδευμένων και μορφωμένων που ειλικρινά θα καθοδηγούντο από τις ιδέ-
ες του καλού και του αληθινού, διαισθάνθηκε τη φύση της νέας τάξης που ανέβαινε
στην εξουσία. Αυτή θεμελίωνε τη δύναμή της σ’ ένα είδος ιδιοκτησίας των πνευματι-
κών μέσων της παραγωγής, δηλαδή του προτσέσσου των επιστημονικών γνώσεων,
τεχνικών και διοικητικών που ήσαν συμφυείς με τις διοικητικές λειτουργίες των με-
γάλων οικονομικών και πολιτικών οργανισμών. Η «πνευματική ιδιοκτησία» θα ήταν
λοιπόν το ιδιαίτερο κεφάλαιο αυτής της τάξης «αληθινής και ξεχωριστής νέας αρι-
στοκρατίας», που φυσικά επιδίδεται σε εκείνες τις δραστηριότητες της σφαίρας της
πνευματικής εργασίας που ανταποκρίνονται σε διοικητικές λειτουργίες στην ιεραρ-
χική διαίρεση της κοινωνικής εργασίας. Με τον τρόπο αυτό η διαίρεση μεταξύ χειρω-
νακτικής και πνευματικής εργασίας εγκαθίδρυσε τη δομή που οδηγούσε στη νέα κυ-
ριαρχία που βασιζόταν στην ιεραρχική σπουδαιότητα της πνευματικής λειτουργίας.
Η κρατικοποίηση των μέσων παραγωγής, η συγκέντρωση στις διευθυντικές κορυ-
φές του κράτους των οικονομικών λειτουργιών, τεχνικών και επιστημονικών, η σχε-
διοποίηση της παραγωγής και της κατανάλωσης, θα αποτελούσαν στα σίγουρα την
κοινωνικο-οικονομική βάση αυτής της τάξης και η ιδεολογική δικαιολόγησή της θα
ήταν η θεωρητικοποίηση της αξιοκρατίας που, επικυρώνοντας όχι πλέον μια ιστορι-
κή αλλά φυσική ανισότητα, θα εξέφραζε το «τελευταίο καταφύγιο της θέλησης για
κυριαρχία». Φυσική και ειδική πολιτική επιστήμη της μικροαστικής πνευματικής τά-
ξης που ανέρχεται στην εξουσία δεν μπορούσε επομένως να είναι για τον Μπακού-
νιν, παρά ο μαρξιστικός αυταρχικός σοσιαλισμός που θεωρητικοποιεί τον κρατικό
κολλεκτιβισμό που, προτείνοντας μόνο την καταστροφή της ατομικής ιδιοκτησίας
των μέσων παραγωγής, αφήνει αμετάλλακτη την ιεραρχική διαίρεση της εργασίας
όπου «η νέα τάξη των επιστημόνων» - θεωρημένος ο όρος με την ευρύτερη σημασία
- εγκαθιδρύει τη νέα ιδιοκτησία του, την «πνευματική ιδιοκτησία».
Η κριτική του Μπακούνιν απεκάλυπτε λοιπόν μια αναλογία αναμέσα στην ιεραρ-
χική διαίρεση της κοινωνικής εργασίας και στην ιεραρχική διαίρεση της επαναστατι-
κής δραστηριότητας, με την έννοια πως η πρώτη δεν θα ήταν άλλο από το πρακτικό
αποτέλεσμα της δεύτερης, το πρακτικό αποτέλεσμα ακριβώς του σχηματισμού και
της δράσης του πολιτικού κόμματος του προλεταριάτου. Το κόμμα, δηλαδή, ντε φά-
κτο έθετε μια ιεραρχική διαίρεση κατά τη διάρκεια του επαναστατικού προτσέσσου,
που από τη μεριά της οδηγούσε αναπόφευκτα σε μια ιεραρχική διαίρεση της κοινω-
νικής εργασίας στο μελλοντικό σοσιαλιστικό καθεστώς: οι επαναστάτες αρχηγοί γί-
νονται το νέο αφεντικό.
Μπορούμε τώρα να καταλάβουμε ποια σημασία μπορούσε να προσλάβει, στα μά-
τια του ρώσσου αναρχικού, η οικοδόμηση του πολιτικού κόμματος που ήθελε ο
Μαρξ και οι οπαδοί του. Δημιουργώντας έναν οργανισμό παραγωγό και μονοπωλη-
τή της «επαναστατικής επιστήμης», σαν διευθυνόμενο, σε τελευταία ανάλυση, από
μια ελίτ διανοούμενων, το κόμμα δεν θα έκανε άλλο από το να ευνοεί, κατά την κρί-
ση του, το σχηματισμό μιας «νέας τάξης», αναπροτείνοντας έτσι με διαφορετικά πε-
ριεχόμενα, αλλά ταυτόσημα, τους ιεραρχικούς βαθμούς κάθε αυταρχικής δομής. Το
«πολιτικό κόμμα του προλεταριάτου», τελικά, χάρη στην πνευματική-διευθυντική
λειτουργία που αναπτύσσει, θα είχε στην πρακτική την εξουσία πάνω στις λαϊκές
ταξεις, στις οποίες είχε εκχωρηθεί η χειρωνακτική-εκτελεστική λειτουργία. Οι κοι-
νωνικο-πολιτικές συνέπειες μιας τέτοιας στρατηγικής θα ήσαν, για τον Μπακούνιν,
εξαιρετικά ολέθριες: συνηθισμένες να υπακούουν κατά την διάρκεια του επαναστα-
τικού προτσέσσου, οι μαζες θα ξαναβρίσκονταν υποταγμένες σε νέα αφεντικά μετά
την επαναστάση. «Οι λέξεις αυτές ‘επιστημονικοί σοσιαλιστές’, ‘επιστημονικός σο-
σιαλισμός’», έγραφε κάποιο χρόνο αργότερα, «που συναντωνται σταθερά στα έργα
και στις συζητήσεις των λασαλικών και των μαρξιστών αποκαλύπτουν πως το απο-
καλούμενο λαϊκό κράτος δεν θα είναι τίποτ’ άλλο από μια δεσποτική κυβέρνηση πά-
νω στις μάζες του λαού από μια νέα αριστοκρατία και πολύ περιορισμενη με αληθι-
νούς ψευτο-επιστήμονες (που) θα συγκεντρώσουν τα ηνία της εξουσίας σ’ ένα σιδε-
ρένιο χέρι(...). Θα δημιουργήσουν μια μοναδική τράπεζα που θα συγκεντρώσει στα
χέρια τους όλο το εμπόριο και τη βιομηχανία, τη γεωργία και την επιστημονική πα-
ραγωνή, και θα μεταβάλλουν τη μάζα του λαού σε δύο στρατούς: έναν βιομηχανι-
κό και τον άλλο αγροτικό κάτω από τη διεύθυνση των μηχανικών του κράτους που
θα διαμορφώσουν μια νέα προνομιούχα πολιτικο-επιστημονική κάστα». Αυτή, χάρη
στη δική της «πνευματική ιδιοκτησία», θα μπορέσει να χειριστεί μονοπωλιακά, μέσω
του κράτους, τα μέσα παραγωγής και να εκμεταλλευθεί επομένως τη χειρωνακτική
εργατική δύναμη. Η έλευση σ’ όλο τον ανεπτυγμένο βιομηχανικό κόσμο της τεχνο-
γραφειοκρατίας που αντικατέστησε και αντικαθιστά την καπιταλιστικο-αστική κυ-
ριαρχία, έλευση που αποτέλεσε το πραγματικό αποτέλεσμα όλων των αποκαλούμε-
νων «σοσιαλιστικών» επαναστάσεων, είχε προβλεφτεί μισό αιώνα πριν.
Η μπακουνιανή ανάλυση αντανακλούσε ολόκληρη την αναρχική θεώρηση, που εκ-
φράστηκε συλλογικά ήδη τον Νοέμβρη του 1871 στο συνέδριο της Sonvtllier που
συγκλήθηκε από την glurassiana ομοσπονδία για να απαντήσει κατάλληλα στις
αποφάσεις της Συνδιάσκεψης του Λονδίνου. Στο συνέδριο αυτό συνδέθηκε με με-
γάλη καθαρότητα η αντιεξουσιαστική αντίληψη που επανεπιβεβαίωνε την ηθική
και επιστημονική συνάφεια μεταξύ των επιδιωκόμενων σκοπών και των προτεινό-
μενων μέσων. Δηλαδή, η οικοδόμηση μιας οργάνωσης επαναστατικής στην οποία,
από μιας αρχής, προεικονίζονται οι τελικοί σκοποί της ελευθερίας και της ισότητας.
Επομένως, καμιά ιεραρχική δομή, καμιά κατακόρυφη διαίρεση μεταξύ πνευματικών-
διευθυντικών λειτουργιών και χειρωνακτικών-εκτελεστικών λειτουργιών. Μια ορ-
γάνωση δημιουργημένη από τη βάση, δίχως μιαν αυτονομοποιημένη κεφαλή σαν
«πρωτοπορία του προλεταριάτου». Μόνο με τον τρόπο αυτό θα δημιουργούνταν μια
πραγματική και αποτελεσματική ανάπτυξη της αυτοσυνείδησης των λαϊκών μαζών
για τους σκοπούς της ανθρώπινης απελευθέρωσης. Αν πράγματι υπήρχε η θέληση να
καταστραφεί κάθε μορφή ιδιοκτησίας, κι επίσης η «πνευματική ιδιοκτησία» των μέ-
σων παραγωγής, νέα μελλοντική πηγή του προνομίου, δεν μπορούμε παρά να περά-
σουμε από την καταστροφή της «πνευματικής ιδιοκτησίας» του επαναστατικού προ-
τσέσσου. «Η μελλοντική κοινωνία δεν πρέπει να είναι άλλο από την καθολικοποίη-
ση της οργάνωσης που η Διεθνής θα μας δώσει. Οφείλουμε επομένως να επισπεύ-
σουμε όσο το δυνατό περισσότερο αυτή την οργάνωση της ιδέας μας. Πώς θα μπο-
ρούσαμε να φανταστούμε μια κοινωνία εξισωτική κι ελεύθερη που θα γεννιόταν από
μια οργάνωση αυταρχική; Είναι αδύνατο. Η Διεθνής, έμβριο της μελλοντικής αν-
θρώπινης κοινωνίας, προσπάθησε να είναι, μεχρι τώρα, η πιστή εικόνα των αρχών
μας για ελευθερία και ομοσπονδία, και να αποκρούει κάθε αρχή που τείνει στην αυ-
ταρχία, στη δικτατορία».
Η διαφορά πάνω στο πρόβλημα της σχέσης μεταξύ των μέσων και των σκοπών
δεν ήτο επομένως μια διαφορά τεχνικο-οργανωτικής φύσης. Στην πραγματικότητα
αγκάλιαζε το θεμελιώδες θεωρητικό ζήτημα, το σχετικό δηλαδή με την αξιοποίηση
και εκτίμηση της αρχής της αυταρχίας και της αρχής της ελευθερίας. Για τους αναρ-
χικούς οι αρχές αυτές ήταν δοτικές και αυτόνομες, για τους μαρξιστές ήσαν μορφές
και εκφράσεις που προέρχονταν από άλλες δομες, ειδικά από τις οικονομικές. Στην
αναρχική θεώρηση η κατάρριψη της καπιταλιστικής κοινωνίας δεν συνεπάγεται αυ-
τόματα την πραγματοποίηση του σοσιαλισμού. Η αρχή της αυταρχίας, αν δεν επλήτ-
τετο καθ’ εαυτή, μπορούσε πάντα να επανοικοδομείται κάτω από ιστορικές μορ-
φές και κάτω από άλλες κοινωνικές λειτουργίες. Στη μαρξιστική θεώρηση, αντίθε-
τα, σύμφωνα με μια «ντετερμινιστική-επιστημονική» λογική, επιβεβαιωνόταν πως η
ανατροπή του καπιταλισμού άνοιγε αναπόφευκτα το δρόμο προς το σοσιαλισμό, η
θετική πραγματοποίηση της ελευθερίας και της ισότητας δινόταν σαν απλό κι ακόμα
εξυπακουόμενο αποτέλεσμα. Έτσι, ενώ ο αναρχισμός συγκεκριμενοποιούσε την δο-
μική αυτονομία των πολιτικών μορφών κυριαρχίας, με την έννοια πως αυτές εθεω-
ρούντο ανεξάρτητα από το ιστορικό υποκείμενο που τις προσωποποιούσε ή που θα
μπορούσε να τις προσωποποιήσει, ο μαρξισμός συνέχιζε να βεβαιώνει την απόλυτη
εξάρτησή τους από τις κοινωνικο-οικονομικές συνθήκες και γι’ αυτό ιστορικές της
ανθρώπινης προόδου.
Από εδώ προέρχεται η ριζοσπαστική αντίθεση για την εκτίμηση της φύσης του
κράτους, και γενικά της εξουσίας και της πολιτικής. Κατά την κρίση των αναρχικών
ήταν ουτοπικό να πιστεύεται, όπως πίστευαν οι Μαρξ και Ένγκελς, πως το κράτος θα
φθειρόταν, με την απλή εγκαθίδρυση των σοσιαλιστικών σχέσεων παραγωγής. Ου-
τοπιστικό ήταν το να το σκεφτόμαστε επειδή το κράτος απείχε πολύ από το να είναι
μόνο ένας υπερδομικός μηχανισμός καθορισμένος και εκφραζόμενος από το καπι-
ταλιστικό σύστημα. «Αν η οικονομική εκμετάλλευση», έγραφε ο Μπακούνιν, «παρά-
γει την πολιτική δουλεία, το κράτος (...) αναπαράγει και διαιωνίζει από τη μεριά του
τη μιζέρια σαν όρο της ύπαρξής του». Το κράτος επομένως δεν μπορούσε ποτέ και
με κανένα τρόπο να μαραθεί. Αυτό έπρεπε να καταστραφεί. Κατά τη κρίση των μαρ-
ξιστών, αντίθετα, με το να μην είναι το κράτος τίποτ’ άλλο από την πολιτική φόρ-
μα μιας οικονομικής κυριαρχίας, ήταν απαραίτητο να διαιρεθεί σε δύο ξεχωριστους
χρόνους το επαναστατικό προτσέσσο: ο πρώτος ενεργητικός (ανατροπή του αστι-
κού κράτους), ο δεύτερος παθητικός (μαρασμός του προλεταριακού κράτους). Έπρε-
πε δηλαδή πρώτα να μετασχηματιστούν οι οικονομικές σχέσεις παραγωγής, μετά να
βρεθούν οι κατάλληλες πολιτικές μορφές. Κατ’ αυτό τον τρόπο θεωρητικοποιούσαν
μια φάση μετάβασης που θα διαρκούσε τόσο όσο θα διαρκούσε το πέρασμα από την
πολιτική κυριαρχία της αστικής τάξης στο μαρασμό της πολιτικής εξουσίας του προ-
λεταριάτου, δηλαδή ένα χρονικό διάστημα που δεν μπορούσε πλέον να καθοριστεί
στο συγκεκριμενο πεδίο.
Στα μάτια των αναρχικών η διαίρεση του επαναστατικού προτσέσσου σε δύο χρό-
νους αντιπροσώπευε τη θεωρητική δικαιολόγηση της προοδευτικής αντικατάστα-
σης των αρχικών σκοπών της Διεθνούς που θα χαρακτήριζε πράγματι την ιστορι-
κή ανάπτυξη του μαρξισμού. Η θεωρητικοποίησή του μετά, δηλαδή η παραπομπή
της κοινωνίας δίχως τάξεις σ’ έναν χρόνο που ιστορικά ήταν ακαθόριστος, προερχό-
μενη από μιαν αντίληψη που έδενε το επαναστατικό κράτος με καθορισμένες ιστο-
ρικές συνθήκες (μέγιστη ανάπτυξη του βιομηχανικού καπιταλισμού) συνεπαγόταν
ντε φάκτο μια αναμονή δίχως τέλος και που μέσα στα γεγονότα σήμαινε αμέσως τη
ρεφορμιστική δράση στο πλαίσιο του αστικού συστήματος. Αυτή ήταν η σημασία
της αναρχικής πολεμικής ενάντια στην πολιτική δράση της εργατικής τάξης όπως
την ήθελαν οι μαρξιστές. Για τους αναρχικούς τελικά το πρόβλημα δεν εντοπιζόταν
στην αποχή από την πολιτική ζωή, αλλά στο να εξετάζουν και να θεωρούν, από επα-
ναστατική σκοπιά, το σύγχρονο πλήγμα ενάντια στο κράτος και στον καπιταλισμό.
«Δεν είναι λοιπόν αλήθεια πως εγκαταλείψαμε την πολιτική. Δεν την εγκακαλείψα-
με επειδή θέλουμε θετικά να την δολοφονήσουμε (...). Υπενθυμίζουμε στο προλετα-
ριάτο πως η μόνη πολιτική που αληθινά του ταιριάζει είναι η αρνητική πολιτική της
καταστροφής των πολιτικών θεσμών, της πολιτικής εξουσίας, της κυβέρνησης γενι-
κά και του κράτους».
Δύο τρόποι λοιπόν για την κατανόηση του σοσιαλισμού και την πραγματοποίη-
σή του. Στην ιδέα της επαναστάσης σαν κατάληψης της εξουσίας, αντιπαρατίθεται η
ιδέα της καταστροφής της εξουσίας στην αναπόφευκτη πρακτική μιας επαναστάσης
από τα πάνω, προτείνεται η πρακτική μιας διαρκούς ανατροπής από τη βάση. Από
εδώ πηγάζουν δύο αποκλίνοντα οργανωτικά μοντέλα, που καταλήγουν στο να προ-
τείνουν αναπόφευκτα προτάσεις άλλο τόσο διαφορετικές. Από το ένα μέρος, ο σκο-
πός μας δίνεται σαν μοναδική ανάδυση ενός ιστορικού προτσέσσου που πρέπει να
ευνοηθεί η ανάπτυξή του. Ο σκοπός, δηλαδή, όχι σαν ένα σχέδιο που εισάγεται στη
διάρκεια της ιστορίας, μα σαν ντιρεκτίβα που επιτυγχάνεται από το ίδιο το ιστορι-
κό προτσέσσο. Όπως θα μας υπενθυμίσει ο Μαρξ, στη φάση της μετάβασης που ση-
μαδεύεται από τη δικτατορία του προλεταριάτου, θα έχουμε μια κομμουνιστική κοι-
νωνία που δεν θα έχει αναπτυχθεί πάνω στη δική της βάση, μα αντιθέτως όπως θα
προκύψει από την καπιταλιστική κοινωνία. Από την άλλη, αντίθετα, ο σκοπός γίνε-
ται κατάνοητος σαν η πραγματοποίηση ενός επαναστατικού προγράμματος που θα
μπορούσε ακόμα και να τεθεί ενάντια στην ιστορική ανάπτυξη. Στην ομοφωνία για
μια έξοδο που αξίωνε ολόκληρη την απελευθέρωση του ανθρώπου να την υποτάσ-
σει σε μια καθορισμένη ιστορική πορεία, προτεινόταν η χειραφέτηση σαν τρέχουσα
δυνατότητα, προπάντων σαν αποτέλεσμα της ανθρώπινης θέλησης. Για τους αναρ-
χικούς η κατανόηση της ελεύθερης κοινωνίας σαν μια βεβαιότητα, σαν ένα αποτέ-
λεσμα της ιστορίας, ήταν μια καθαρή αντίφαση. Στην αντιπαράθεση-σύγκρουση με-
ταξύ επαναστατικής στρατηγικής και των συνεπαγόμενων οργανωτικών μοντέλων,
έτσι όπως προέκυψαν από το συνέδριο της Ala στο οποίο κυριαρχούσαν οι μαρξιστές
και από το συνέδριο του Saint-lmler των αναρχικών, που συνήλθαν και τα δύο τον
Σεπτέμβρη του 1872, συντελέστηκε το τελευταίο μερος της διάστασης και μ’ αυτήν
τελείωσε η ιστορική εμπειρία της Πρώτης Διεθνούς.
Κυρίως στην Aia και στο Saint-lmier ολοκληρώθηκαν οι δύο προτάσεις που απε-
κάλυψαν την άβυσσο που τις χώριζε. Κατά την κρίση των Μαρξ και Ένγκελς, η οικο-
δόμηση του πολιτικού κόμματος και η συνεπαγόμενη κατάκτηση της εξουσίας είχαν
πλέον γίνει απαραίτητα για «να εξασφαλιστεί ο θρίαμβος της κοινωνικής επαναστά-
σης», για τον Μπακούνιν και τους αναρχικούς, η καταστροφή κάθε πολιτικής εξου-
σίας όφειλε να είναι αντιθέτως ο μεγάλος σκοπός του προλεταριάτου και επομένως
«κάθε οργάνωση πολιτικής εξουσίας, όσο κι αν ανακηρυσσόταν προσωρινή και επα-
ναστατική (...) δεν μπορούσε να είναι παρά μια ακόμα απάτη και για το προλεταρι-
άτο θα ήταν επικίνδυνη όπως όλες οι κυβερνήσεις που υπάρχουν σήμερα». Κατά συ-
νέπεια, στην πρώτη υπόθεση υπήρχε η πρόταση ενός ενδυναμώματος των κατακό-
ρυφων και αυταρχικών δομών της Διεθνούς, που εθεωρείτο σαν μια μεγάλη πολιτική
οργάνωση, στη δεύτερη περίπτωση οι δομές έπρεπε να αποκεντρωθούν ακόμα πε-
ρισσότερο και να περιοριστούν στον ελάχιστο απαραίτητο χώρο για μια οριζόντια
σύνδεση των ομάδων και των συνομοσπονδιών.
Στο σημείο αυτό μπορούμε να κατανοήσουμε ως το βάθος τη σημασία της αντίθε-
της επιλογής των μέσων και να καταλάβουμε έτσι την έννοια ολόκληρης της αντίθε-
σης, εκτιμώντας και αξιοποιώντας την ιστορική διάσταση της σύγκρουσης. Η αντί-
θεση στρεφόταν γύρω από μια απόκλιση φαινομενικά απλή και δευτερεύουσας ση-
μασίας: για τους μαρξιστές τα μέσα ήσαν ουδέτερα, για τους αναρχικούς, αντίθετα,
ήταν ιδεολογικά. Ακριβέστερα, κατά τον Μαρξ οι οργανωτικές μορφές καθ’ εαυτές
εστερούντο κατασταλτικής ή αντιεξουσιαστικής σημασίας. Μόνο ουσιαστικοποιού-
μενες σ’ ένα καθορισμένο ιστορικό υποκείμενο (την εργατική τάξη) η αφηρημένη
αναπαραγωγή τους γινόταν συγκεκριμένα ιδεολογική. Με άλλους όρους, κάθε πο-
λιτική μορφή της κυριαρχίας και, γενικότερα, κάθε πολιτική μορφή της οικοδόμησης
και της λειτουργίας της κοινωνίας, εστερείτο πραγματικής δομικής αυτόνομιας. Αυ-
τό σήμαινε, για παράδειγμα, πως η πολιτική μορφή της δικτατορίας αν γινόταν προ-
λεταριακή, θα κατέληγε σε μια αυταρχική πολιτική μορφή, σαν έκφραση ενός ιστο-
ρικού προτσέσσου η έκβαση του οποίου ήταν ο κομμουνισμός, δηλαδή η ελευθε-
ρία. Πράγμα που σημαίνει πως στην προοπτική αυτή το ιστορικά δραστηριοποιημέ-
νο υποκείμενο καθοριζόταν από τους σκοπούς που καθόριζαν τα πρακτικά αποτελέ-
σματα που είχε η χρήση του μέσου. Ήταν, η μαρξιστική, μια επιστήμη της ιστορίας,
αλλά όχι και μια επιστήμη της πολιτικής. Ειδικότερα, ένα ξεχωριστό ιστορικό υπο-
κείμενο, ήταν ο νέος και τελευταίος παραγωγός των πολιτικών μορφών της κυριαρ-
χίας και γι’ αυτό ο πρώτος και οριστικός απελευθερωτής: ο Έγελος δεν μπορούσε να
είναι πιο ζωντανός και επίκαιρος.
Αντίθετη είναι η εκτίμηση των αναρχικών, για τους οποίους τα μέσα, όπως είπα-
με, ήσαν ιδεολογικά, εφόσον γι’ αυτούς κανένας ιδιαίτερος ιστορικός καθορισμός,
κανένα υποκείμενο δεν μπορούσε να μετασχηματίσει τη δομική μορφή του μέσου,
η ουσία του οποίου ήταν άκαμπτη σε οποιαδήποτε χρήση που δεν ήταν εκείνη για
την οποία προοριζόταν. Για τους αναρχικούς, δηλαδή, ήταν η μορφή του μέσου κι
όχι το ιστορικό υποκείμενο που θα καθόριζε τα πρακτικά αποτελέσματα της χρή-
σης. Έτσι, κατά την κρίση των αναρχικών, η πολιτική μορφή της δικτατορίας ιστορι-
κά παρέμενε απαράλλαχτη, επειδή καθ’ εαυτή ήταν σημαδεμένη και χαρακτηριζόταν
από τις ίδιες δομές. Οι μαρξιστές, έγραψε με πολεμική διάθεση ο Μπακούνιν, «διαβε-
βαιώνουν πως μόνο η δικτατορία, φυσικά η δικιά τους, μπορεί να δημιουργήσει την
ελευθερία του λαού απαντάμε πως καμιά δικτατορία δεν μπορεί να έχει άλλο σκο-
πό εκτός από τη διαιώνισή της...». Το ιστορικό προτσέσσο δεν μπορούσε επομένως
ν’ αλλάξει τη φύση του μέσου που ανταποκρινόταν, από την άποψη αυτή, σε δικούς
του νόμους. Το μέσο επιζούσε οποιασδήποτε αλλαγής κι επιπλέον καθόριζε τις εξε-
λίξεις. Ήταν επομένως, η αναρχική, μια επιστήμη της ελευθερίας, η ιδέα της οποίας
εξαγόταν από το ιστορικό προτσέσσο, μα ετοποθετείτο με τη σειρά της μπροστά σ’
αυτό σαν κατάκτηση και σαν σχέδιο.
Υπάρχει εδώ, όπως βλέπουμε, ένα είδος διαλεκτικής του αφηρημένου-
συγκεκριμένου. Φαινομενικά, οι Μαρξ και Ένγκελς με το να θεωρητικοποιούν τη συ-
νάφεια του επαναστατικού προτσέσσου με το ιστορικό προτσέσσο, την προσαρμο-
γή της επαναστατικής στρατηγικής στις πραγματικές ταξικές κατάστασεις της στιγ-
μής, φαινόταν να υποδείχνουν το δρόμο μιας συγκεκριμενης πάλης, ρεαλιστικής, για
το προλεταριάτο. Στην πραγματικότητα η κατάκτηση της εξουσίας παρουσιαζόταν
σαν μια πάλη που μπορούσε να έχει άμεση πρακτική εφαρμογή, κυρίως επειδή ανα-
προτεινόταν η αναπαραγωγή ενός μέσου ιστορικά πεπαλαιωμένου, που είχε αποθη-
κευτεί στη χιλιετή στρωμάτωση της ανθρώπινης μνήμης: δεν υπήρχε τίποτα το και-
νούργιο. Η δικτατορία δεν ήταν λοιπόν μια νέα δημιουργική πολιτική μορφή για το
προλεταριάτο, αλλά ένας δανεισμός για μια διαφορετική ιστορική χρήση. Η δικτα-
τορία, με το να μην είναι ένα ξεχωριστό προϊόν της ταξικής πάλης μεταξύ αστικής
τάξης και προλεταριάτου, δεν μπορούσε να είναι ούτε καν προϊόν της σοσιαλιστικής
επαναστάσης. Μα όλ’ αυτά για τον Μαρξ δεν ήσαν αντιφατικά από τη στιγμή που
τα μέσα ήσαν, γι’ αυτόν, ουδέτερα. Ο Μαρξ, εφαρμόζοντας ένα άμεσα συγκεκριμέ-
νο μοντέλο, κατέληξε παράδοξα να αναπροτείνει κάτι το εντελώς αφηρημένο, με την
έννοια πως η δικτατορία διαιωνιζόταν όχι σαν μια νέα δικτατορία, σαν μια δικτατο-
ρία που πραγματοποιούνταν από μια νέα ιστορία (δικτατορία του προλεταριάτου),
μα σαν μια καθαρή δικτατορία, διαιωνιζόταν δηλαδή στην αφηρημένη μορφή της, με
την καθαρή κυριαρχία της: η νέα ιστορική μορφή της δικτατορίας, διαιώνιζε το αφη-
ρημένο της ίδιας της δικτατορίας. Το συγκεκριμένο του Μαρξ έτεινε στο αφηρημέ-
νο. Μην αναγνωρίζοντας τον ιδεολογικό χαρακτήρα του μέσου, ο Μαρξ απεκάλυπτε
τη σημασία μιας πολιτικής επιστήμης που απουσίαζε κυρίως μεσω μιας μορφής της
εξουσίας καθ’ όλα ιδεολογικής: τη δικτατορία του προλεταριάτου ακριβώς.
Ο Μπακούνιν επρόκειτο να κάμει την ακριβώς αντίθετη διαδρομή: εκκινούσε από
το αφηρημένο για να φτάσει στο συγκεκριμένο. Κι εδώ για μια ακόμα φορά είναι
ανάγκη να αναφερθούμε στην κριτική της «αρχής της εξουσίας». Αναγνωρίζοντάς
την σαν μια σταθερή αναπαραγωγή σε διαφορετικές ιστορικές κατάστασεις, ο Μπα-
κούνιν δεν μπορούσε παρά να αντιπαραθέσει την «αρχή της ελευθερίας», σαν μια
αιώνια μετα-ιστορική αρχή. Ο χιλιασμός του, τελικά, προεικόνιζε την επαναστάση
σχεδόν ανεξάρτητα από τις ιστορικές συνθήκες, συνεπαγόταν τη βεβαιότητα σύμ-
φωνα με την οποία, η πολεμική μορφή της εξουσίας θα επλήττετο στην ίδια της τη
φύση, ανεξάρτητα από τις δυνατές ιστορικές προσωποποιήσεις που θα ελάμβανε ή
θα μπορούσε να λάβει. Το αφηρημένο της αναρχικής επαναστάσης, παρουσιαζόμε-
νο με τη μορφή μιας διαρκούς εξέγερσης προς την ελευθερία, και γι’ αυτό μιας άμε-
σης πρακτικής προς την ιστορία, έτεινε ντε φάκτο να ουσιαστικοποιηθεί σε νέα, δι-
αρκή ιστορικά υποκείμενα. Με το να μην είναι δεμένη μ’ ένα καθορισμένο ιστορι-
κό υποκείμενο (την εργατική τάξη της πόλης) διαιωνιζόταν, ακριβώς επειδή τυπικά
ήταν αφηρημένη, με την συγκεκριμένη αναπαραγωγή της ιστορικής αλλαγής. Ανα-
γνωρίζοντας τον ιδεολογικό χαρακτήρα του μέσου, ο Μπακούνιν φανέρωσε τη ση-
μασία μιας επιστήμης της ιστορίας που απουσίαζε (σαν διαρκή ιστορία της εξουσί-
ας), κυρίως μέσα από την εντελώς ιδελογική μορφή της ελευθερίας: την καταστρο-
φή της εξουσίας σαν εξουσίας.
Η αντίθεση μεταξύ Μαρξ και Μπακούνιν, μεταξύ μαρξισμού και αναρχισμού, υπε-
ρέβαινε στο σημείο αυτό το περιβάλλον της ιστορικής εμπειρίας της Πρώτης Διε-
θνούς, υπερέβαινε δηλαδή την ιστορική εμπειρία που καθορίσαμε στην αρχή σαν
κοινή αντικαπιταλιστική καταγωγή. Η αντίθεση λοιπόν αναδύοταν σε πείσμα της
καταγωγής, αποκαλύπτοντας έτσι τον συμπτωματικό και παροδικό χαρακτήρα της.
Σκιαγραφήθηκε τελικά σαν μια σύγκρουση πάνω στην ύστατη σημασία της πολιτι-
κής, που θεωρήθηκε με την πιο κλασική και παλαιά σημασία της λέξης: επιστήμη και
τέχνη της διακυβέρνησης των ανθρώπων. Μια αμείωτη διάσταση, αυτή, μπροστά
στην αυτόματη κατάρριψη του καπιταλισμού.