Παρασκευή, 24 Ιουλίου 2015

Μοριακός φασισμός «νέου τύπου» ή «ποιος ασχολείται με τους πάνκηδες»;

Μοριακός φασισμός «νέου τύπου» ή «ποιος ασχολείται με τους πάνκηδες»;

του Άρη Τσιούμα

Υπάρχει μια σκηνή στο γνωστό έργο «Η Λίστα του Σίντλερ», η οποία είναι μάλλον η πιο σημαντική από την άποψη του πόσα συμπεράσματα μπορούμε να βγάλουμε για τον ναζισμό. Σε αυτή λοιπόν τη σκηνή, που εκτυλίσσεται σε ένα στρατόπεδο συγκέντρωσης, οι ναζί θέλουν να χτίσουν ένα καινούργιο κτήριο. Το σχέδιο που είχε εκπονηθεί όμως από τους ναζί είχε αστοχίες, οπότε επιστρατεύεται μια Εβραία κρατούμενη με διεθνείς σπουδές στην αρχιτεκτονική ώστε να συμβουλεύσει τους βασανιστές της πώς να φτιάξουν σωστά το σχέδιο. Αφού λοιπόν εξηγεί το λάθος και δίνει τη λύση, ο αξιωματικός των Ες-Ες βγάζει το πιστόλι του και την πυροβολεί. Έπειτα δίνει εντολή να γίνουν τα σχέδια ακριβώς όπως τα όρισε η νεκρή πλέον αρχιτεκτόνισσα. Η ωμότητα σε αυτήν τη (συμβολική μιας και μιλάμε για κινηματογραφική αναπαράσταση) πράξη δεν είναι το πλέον σημαντικό. Ο καθορισμός της αιτίας είναι: Γιατί; Γιατί να εκτελεστεί έτσι, εκείνη τη στιγμή, αφού θα μπορούσε να φανεί χρήσιμη, και άλλοι τέτοιου είδους προβληματισμοί έχουν και βάση και ουσία. Το να μην ανεχτεί ο ναζί αξιωματικός μια -έστω και σωστή- υπόδειξη από μια Εβραία, είναι μια ελλιπής εξήγηση. Η προσέγγιση που διαφαίνεται όμως έχει να κάνει με το πραγματικό μίσος. Μια αστή νεαρή γυναίκα, Εβραία, κοσμοπολίτισσα, σπουδαγμένη και σε κανονικές συνθήκες πετυχημένη, δεν είναι ανεχτή, δεν μπορεί να είναι σε ένα σύστημα που οφείλει να εξοντώσει αυτό που είναι διαφορετικό, αυτό που μισεί. Κι αυτό ήταν όλο το κέρδος του αξιωματικού, η ηδονή από τον κατευνασμό του πραγματικού μίσους. 

Στις 15 Αυγούστου του 2013, ο Θανάσης Καναούτης, ένα παιδί στα 18 σκοτώνεται κατά τη συμπλοκή με ελεγκτή του τρόλεϋ στο Περιστέρι, μετά από έλεγχο κατά τον οποίο βρέθηκε δίχως εισιτήριο. Το πόρισμα δεν απάντησε ποτέ στις συνθήκες θανάτου, οι καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων δεν χρησιμοποιήθηκαν, ποτέ κανένας δεν δικάστηκε για τον θάνατο αυτού του παιδιού, που το «έγκλημα» του ήταν ότι δεν χτύπησε ένα εισιτήριο αξίας 1,00 ευρώ, προσπαθώντας πιθανότητα να γλυτώσει έστω κι αυτό το ελάχιστο ποσό από τον οικογενειακό προϋπολογισμό. Γιατί σκοτώθηκε ο Θανάσης Καναούτης; Γιατί ήταν τζαμπατζής, όπως μας ενημέρωσαν τα κοράκια του φιλελευθερισμού, σκυλεύοντας το πτώμα του παιδιού; Επειδή η χώρα έχει νόμους και η τάξη δεν πρέπει να διασαλεύεται από κανέναν, όπως μας ενημέρωσαν τα κανάλια, οι δικαστές και οι εισαγγελείς, νομιμοποιώντας το θάνατο; Μήπως ήταν «γραφτό του», όπως είπανε όσοι φουκαράδες δεν θέλουν να δουν και να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα, την δολοφονική της ουσία, την αποκτήνωση; Μήπως ο ελεγκτής που «ξεπέρασε τον εαυτό του» στο να διαφυλάξει τα συμφέροντα της εταιρείας ικανοποίησε απλά το συσσωρευμένο μίσος του ενάντια σε έναν «παραβάτη»; 

Χθες το βράδυ μερικές δεκάδες πιτσιρικάδες μαζεύτηκαν για να πάρουν το βραδινό τρένο από την Αθήνα με προορισμό το φεστιβάλ «ελευθερίας» στη Βέροια. Κάποιοι από αυτούς δεν είχαν εισιτήρια. Οι κύριοι της πρώτης θέσης, δυσανασχέτησαν, κάποιος είπε «υπάρχουν νόμοι», άλλος ότι «πρέπει να τηρείται η τάξη», κάποιος στο βάθος φώναξε αγανακτισμένα «εμείς μαλάκες είμαστε που πληρώσαμε, κωλόπαιδα», ήταν ένας συμβολαιογράφος που είχε μια επείγουσα δουλειά το πρωΐ της Παρασκευής στη Θεσσαλονίκη, ένας γιατρός που επιτέλους είχε καταφέρει να κλείσει μια σουίτα σε ένα φιλόξενο ξενοδοχείο στη Χαλκιδική και είχε κάνει πρωινή κράτηση και ένας στρατιωτικός που είχε προορισμό την Αλεξανδρούπολη. Έγινε σαματάς και μεγάλη φασαρία, οι υπάλληλοι της ΤΡΕΝΟΣΕ, που προς Θεού δεν θέλουν να χάσουν την δουλειά τους σε τέτοιους καιρούς κάλεσαν την αστυνομία. Τους έστειλαν τα ΜΑΤ και την ομάδα ΔΕΛΤΑ. Ακολούθησαν τα γνωστά, κυνήγι κατά «δικαίων και αδίκων», ξύλο, συλλήψεις. 

Πριν λίγες ώρες σε αρκετά σπίτια κυρίως των υποβαθμισμένων περιοχών της Αθήνας, γινόταν μια άλλου είδους διαπραγμάτευση. Έφηβοι, κάπως απροσάρμοστοι και αντιδραστικοί που σκέφτονται αλλιώς, ή για να το πούμε ευθέως: σκέφτονται, που δεν αρέσκονται σε Παντελίδηδες και Ρέμους, κάνανε σκληρή διαπραγμάτευση με τους γονείς τους. Οι γονείς του Ορφέα είναι συντηρητικοί δεν θέλουν να πάει πουθενά, πόσο μάλλον σε ένα φεστιβάλ που θα είναι κι άλλοι πιτσιρικάδες που ακούν αυτή την καταραμένη μουσική που τους ξεκουφαίνει. Πήγε να κάνει συζήτηση μια-δυο φορές αλλά δεν θα βγάλει άκρη. Πώς να ζητήσει φράγκα; Δεν θα πει τίποτε. Θα καβατζώσει όλη τη βδομάδα τα τάληρα που του δίνουν, δεν θα βγει καθόλου, θα βρει μια δικαιολογία για το που θα κοιμηθεί 2 μέρες και θα πάει. Θα χωθεί σε μια σκηνή κάποιων που θα γνωρίσει μόλις βγει η πρώτη μπάντα και αρχίσουν να χοροπηδάνε μαζί. Τέλος. Αν υπήρχε τρόπος να γλυτώσει το εισιτήριο του τρένου… αυτό το καταραμένο εισιτήριο του χαλούσε τα σχέδια. 

Οι γονείς του Χάρη είναι ανεκτικοί και προοδευτικοί, αλλά τα φέρνουν δύσκολα βόλτα. 
«Ναι, γιατί όχι να πας αφού σου αρέσει θα είναι και οι φίλοι σου. Πόσο θα βγει όμως η ιστορία; Κανένα 50άρι τα εισιτήρια και κάτι να φας, κάτι να πιείς 2-3 μέρες δεν θέλεις ένα κατοστάρικο»; «Ε, ναι», θα πετάξει ζορισμένα ο Χάρης που ξέρει την κατάσταση, όμως θέλει πολύ να πάει. Έχει γαμώ τα γκρούπ φέτος, άλλωστε δεν θα πάει πουθενά-πουθενά όλο το καλοκαίρι, μόνο 3 μέρες, με μουσική που γουστάρει, κοπέλες με ίδια γούστα και ντύσιμο, αστεία με φίλους, νέες παρέες. «Ας πούμε 100ευρώ» συμπλήρωσε την απάντηση. «Αγόρι μου» είπε ο πατέρας του «ξέρεις ότι δεν βρίσκονται τώρα 100 ευρώ, με την όλη κατάσταση, έχουμε μείνει πίσω και με τους λογαριασμούς, δεν γίνεται. Εγώ θέλω να πας» συμπλήρωσε η μάνα του, «αλλά…να, ίσως καλύτερα του χρόνου. Τα πράγματα του χρόνου θα είναι σίγουρα καλύτερα», είπε χωρίς και η ίδια να το πολυπιστεύει. Ο μικρός το στριφογύρισε στο κεφάλι του, «ξέρετε τι; Έχετε ένα 20άρικο; Μου χρωστάει κάτι λεφτά ο Παναγιώτης και μπορώ να δανειστώ αν δεν φτάσουν, θα τα καταφέρω». Οι δικοί του σήκωσαν κάπως τους ώμους, του έδωσαν ένα 20άρικο. Ο μικρός το άρπαξε και πήγε να πάρει το sleeping bag πριν αρχίσουν οι ερωτήσεις. Αν δεν πλήρωνε τα κωλοεισιτήρια του τρένου, αν έτρωγε από ένα σουβλάκι τη μέρα και 2-3 μπύρες έβγαινε η φάση με ένα 20άρικο…

Ο Γιώργος είναι από καλή οικογένεια, οι δικοί του δεν δίνουν πολλή σημασία, έχουν όμως φράγκα. Το ψήνει να πάει στο φεστιβάλ, ζήτησε κάτι φράγκα του τα δώσανε, πέταξε ένα «θα λείψω 3 μέρες» και βάρεσε την πόρτα πίσω του, ενώ φορούσε τα ακουστικά στα αυτιά του. Είχε ραντεβού με τα παιδιά που είχαν κολλήσει από την τελευταία συναυλία. Είναι όλα από άλλες περιοχές αλλά αυτό το έχουν κανονισμένο από βδομάδες. Με τα παιδιά από το ιδιωτικό δεν μιλάει, είναι όλοι αρχι-μαλάκες που τους αρέσει να επιδεικνύονται, να μιλάνε για το πώς θα βγάλουν κι άλλα φράγκα και να μιλάνε σαν τους μαλάκες τους γονείς του. Ακόμη χειρότερα θέλουν να γίνουν σαν τους μαλάκες τους γονείς του. Να πάνε να γαμηθούν όλοι τους. Αυτός έχει βγάλει και εισιτήριο από το web εδώ και μέρες «α λε ρε τουρ» για το τρένο, οι άλλοι γενικά ζορίζονται όμως όλοι θα είναι στο σταθμό από τις έντεκα…

Το χάραμα τους βρήκε και τους 3 στη ΓΑΔΑ. Τον Γιώργο ήρθε και τον πήρε ο δικηγόρος του πατέρα του. Δεν γούσταρε να πάει μόνος του χωρίς τους άλλους, μετά το πέσιμο των μπάτσων κατέβηκε, δεν τους είπε καν ότι έχει εισιτήριο, τι σημασία είχε. Πέταξε μια βρισιά στον αρχιματατζή που έσκισε την μπλούζα του φίλου του, τον μπουζούριασαν. Τον Χάρη που είχε χτυπήσει λίγο στην τρεχάλα και άρπαξε 1-2 γκλομπιές, ήρθε να τον πάρει ο πατέρας του, ανήσυχος αλλά προστατευτικός, έκανε φασαρία μάλιστα στους μπάτσους, ότι δεν είναι συμπεριφορά αυτή, κι ότι ας κόβαν πρόστιμο αν δεν είχε εισιτήριο. Ο Ορφέας σκεφτόταν ακόμη να πάρει ή όχι τους δικούς του τηλέφωνο, οι μπάτσοι του είπαν ότι μπορεί να πάρει ένα. Θα ανησυχούσαν, θα τα βάζανε μαζί του, τι να εξηγήσει; Τα χρήματα για το δικαστήριο; Μπλέξιμο, καυγάδες, κλάματα, μιζέρια…



Το επόμενο πρωί οι νεοναζί το είπαν καθαρά, «και λίγες φάγανε τα κωλόπαιδα, κάτσε να αναλάβουμε εμείς και τα λέμε, ξύρισμα με την ψιλή και στη νεολαία του κόμματος, θα κοπούν αυτές οι μαλακίες που τα χαϊδεύουνε». Η δεξιά το είπε καθαρά «υπάρχουν νόμοι και τάξη στη χώρα, δεν μπορεί ο κάθε παραβάτης να ορίζει το δίκαιο του, παρά το συμφέρον του συμπολίτη του, πρέπει να τηρηθούν οι κανόνες και όλοι είναι ίσοι απέναντι στους κανόνες». Οι νεοφιλελεύθεροι το είπαν καθαρά «δεν μπορεί ο κάθε τζαμπατζής να μπουκάρει σε ένα τρένο και να σταματάει τα δρομολόγια, να ενοχλεί τους επιβάτες που πηγαίνουν στις δουλειές τους, όλοι πρέπει να πληρώσουν το κόμιστρο». Η αριστερή κυβέρνηση το έδειξε έμπρακτα στέλνοντας τα ΜΑΤ, και την ΔΕΛΤΑ να τους λιανίσουνε, να επιβάλλουν την τάξη, να πληρώσουν όλοι, εν είναι καιρός για «αρνήσεις πληρωμών» τώρα. Άλλωστε ο υπουργός δεν δήλωσε πριν 2-3 μέρες ότι δεν δικαιούνται να του κάνουν τα 18χρονα κριτική; Τα τσογλάνια τώρα θα έβλεπαν τι εστί βερίκοκο…κοτζάμ καθηγητή να του χαλάνε τη δημόσια εικόνα, με τέτοια ιστορία πίσω του…δεν γνωρίζουν, όμως θα μάθουν με το καλό ή με το κακό. 

Το ΚΚΕ σκεφτόταν ανοιχτόφωνα, ότι σίγουρα αν αυτό ήλεγχε την κατάσταση, αυτοί οι δυσπροσάρμοστοι, που ακούν μουσική που δεν εγκρίνεται από το κόμμα, και τρέχουν σε ύποπτα φεστιβάλ, φορώντας παρδαλά ρούχα θα κατέληγαν μάλλον στο τρελοκομείο. 

Ακόμη-ακόμη κάποιοι στην εξωκοινοβουλευτική αριστερά, χασμουρήθηκαν, έπειτα είπαν «εδώ έχουμε σοβαρά θέματα με τους παρτάκηδες θα ασχολούμαστε; Άλλωστε δεν διαμαρτύρονταν για κάτι, απλά θέλανε να ακούσουν μουσική. Είναι τζαμπατζήδες, γιατί δεν οργανώνονται όπως εμείς να διεκδικήσουν την αλλαγή στο κόστος μεταφοράς ή ακόμα, το τόσο ριζοσπαστικό, να γίνουν δωρεάν οι μεταφορές. Η οργάνωση στην γκρούπα της άκρας αριστεράς μπορεί να δείξει το δρόμο. Τώρα όμως δεν έχουμε τίποτα να πούμε, για μερικούς που κοιτάν απλά να καβατζωθούν σε φεστιβαλάρες. Εντάξει χοντρό να πάνε τα ΜΑΤ αλλά κι άλλοι είναι ότι να 'ναι».

Μείναν λοιπόν μόνοι οι παλιοί γνωστοί μας, οι αναρχικοί. Που πάντα βάζουν μπροστά το κοινωνικό και όχι το πολιτικό. Που ξέρουν τι συμβαίνει και με τις δέσμες των προαπαιτούμενων που ψηφίζει η κυβέρνηση, αλλά ακριβώς το ίδιο σημαντικό με τη φτωχοποίηση του κόσμου θεωρούν και την ματαίωση μιας νεανικής προσδοκίας, μιας βούλησης μιας θέλησης, μιας επιθυμίας. Γιατί μέσα σε αυτόν τον ταξικό και άδικο κόσμο εκεί που η αυταρχικότητα, το κράτος, οι μπάτσοι, οι επιβάτες της πρώτης θέσης αρνούνται την επιθυμία των όποιων πιτσιρικάδων, πατώντας τους ακόμη πιο πολύ το κεφάλι, εκεί γεννιούνται οι δημιουργικές αρνήσεις της εξέγερσης, της αμφισβήτησης, του πεισμώματος. 

Πριν μερικές μέρες στην Τουρκία πάνω από 30 νέοι άνθρωποι σκοτώθηκαν από την επίθεση φασιστών. Ήταν νέοι πολύ, ήταν όμως οργανωμένοι και συνειδητοποιημένοι. Πηγαίνανε να συμμετέχουν στην ανοικοδόμηση ουσιαστικά μιας εμπόλεμης ζώνης. Πέσαν ως ήρωες, δυστυχώς. Ήρωες που δεν χρειαζόμαστε γιατί θα προτιμούσαμε να είναι ζωντανοί χίλιες φορές. Τους σκότωσαν γιατί κάποιοι παρανοϊκοί θέλουν να ελέγχουν μια περιοχή με μπόλικο πετρέλαιο και θα το επιχειρήσουν με όποιο κόστος σε ανθρώπινες ζωές. 

Ο Θανάσης Καναούτης γιατί πέθανε; Οι πιτσιρικάδες γιατί πετάχτηκαν κλωτσηδόν από το τρένο, κυνηγήθηκαν και συνελήφθησαν; Δεν αντέχει το κράτος να τσαλαπατούνται οι νόμοι του; Δεν αντέχουν οι εταιρείες να χάσουν 10 πενταροδεκάρες; Αν αυτές είναι οι απαντήσεις, τότε γιατί κανείς δεν βρέθηκε πλάι τους; Γιατί δεν φώναξε κάποιος ότι αυτό εδώ είναι μια τρέλα; Η απάντηση θα κρύβεται πάντα πίσω από το ταξικό προκάλυμμα, τόσο πραγματικό και τόσο βίαιο, αλήθεια. Υπάρχει όμως κάτι ακόμη πιο αδυσώπητο, το μίσος. Όσο θα υπάρχουν οι νεοφιλελεύθερες αριστερο-δεξιές κυβερνήσεις το μίσος των κυρίαρχων, είτε είναι ο αστυνομικός διευθυντής, είτε είναι ο ταξιδιώτης της πρώτης θέσης, το μίσος αυτό θα εκφράζεται κυρίως με ξύλο και κανέναν θάνατο που θα μοιάζει με ατύχημα, σαν "ντόπιοι πνιγμοί μεταναστών". Όσο όμως αυτές οι κυβερνήσεις κι αυτές οι λογικές θα προετοιμάζουν τον απροσχημάτιστο φασισμό του αύριο, το άσβεστο μίσος θα εκφράζεται με μαζικές δολοφονίες, χωρίς προφανή λόγο, μόνο για την ηδονή της ικανοποίησης του, όπως στην ταινία του Σπήλμπεργκ, όπως στη Γερμανία το 40, όπως στη Συρία και την Τουρκία σήμερα…να γιατί πρέπει να ασχοληθούμε με τους «πάνκηδες». Να γιατί πρέπει να υπερασπιστούμε τους «πάνκηδες».

Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

"...Μνήμη είναι η πράξη που εκκρεμεί" | Σημείωμα της Έκδοσης στο "Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου" του Ν. Σούζα

«Αν η Ιστορία είναι -όπως λένε- μνήμη,…
μνήμη είναι η πράξη που εκκρεμεί»

   Ποτέ άλλοτε ένα κίνημα δεν έχει μιλήσει τόσο λίγο για τον εαυτό του. Κι αν στην παρούσα έκδοση το κίνημα αυτό τιτλοφορείται ανταγωνιστικό, επιδιώκοντας να αποδώσει τη διευρυμένη θεματολογία μιας κοινωνικής δυναμικής που δεν εξαντλείται σε ό,τι έμεινε γνωστό ως ταξική πάλη, ο αναγνώστης μπορεί να είναι σίγουρος ότι στις τετρακόσιες περίπου σελίδες που ακολουθούν καταγράφεται μια σημαντική όψη του μεταπολιτευτικού αντιεξουσιαστικού και αναρχικού ρεύματος.

   Δίχως να έχει ακριβή συναίσθηση του εαυτού του στην αρχή, μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς των τρελών καιρών, η μόνη ιστορία που θέλησε να γράψει ήταν αυτή του ζώντος. Ο ιστορικός ορίζοντας αυτού του ρεύματος που για μόνα υλικά είχε τους ανθρώπους του και την ιδιαίτερη (αντί)κουλτούρα τους ανέτειλε κάθε σούρουπο και έδυε αργά το ξημέρωμα, τις ίδιες ώρες που οι πλατείες στα Εξάρχεια και στον Ντορέ έσφυζαν από ζωή. Στον καταιγισμό μιας καθημερινότητας έμπλεης συναισθηματικών εντάσεων οι ομφαλοσκοπικές καταγραφές θεωρούνταν -και ήταν- χάσιμο χρόνου· πολύτιμου χρόνου που έπρεπε να χαριστεί δίχως αντάλλαγμα στην υπόθεση της αναδιαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την αλλαγή των γειτονιών του κόσμου.

     Με τούτον τον προορισμό στο μυαλό, δίχως καβάτζα καμιά, ξεχύθηκε αυτό το απίθανο σινάφι να ανακαλύψει τις συντεταγμένες της ουτοπίας σ’ έναν κόσμο που διαρκώς μεταμορφώνεται. Από τις μάχες επιβίωσης με τον κοινωνικό συντηρητισμό της παραδοσιακής αριστεράς, στη διπλή άρνηση του κράτους: άρνηση αφομοίωσης όταν το Κράτος έκανε τις καλύτερες προσφορές του, άρνηση υποταγής στην καταστολή όταν το Κράτος έδειχνε το ωμό, αποτρόπαιο, πρόσωπό του. Από εκεί, στην αντίσταση μέσα στον ιδιότυπο πόλεμο που καταδίκαζε είτε στο λευκό θάνατο της ηρωίνης είτε στα λευκά κελιά των φρενοκομείων. Βασανισμοί στα κρατητήρια και τις φυλακές, δολοφονίες από εκπυρσοκροτήσεις μπάτσων που σκοτώνουν πισώπλατα δεκαπεντάχρονους…λίγοι γνωστοί άγιοι θα πεθάνουν δημόσια, οι πολλοί θα χαθούν στην ανωνυμία δίχως να εκδώσουν ποτέ το δικό τους Πιστοποιητικό Θανάτου.

   Κι όμως! Σταμάτα να μιλάς για θάνατο, μωρό μου· όλες οι κραυγές, οι ήχοι της ανασφάλειας που συνέχισαν να διαταράσσουν την κοινωνική ειρήνη, να διασαλεύουν την κοινή γαλήνη και ηρεμία, δεν αρθρώθηκαν ούτε ως νεκρόφιλα καλλιτεχνήματα ούτε ως επαινετικοί θούριοι σε θυσιαστικούς θανάτους· προοιώνισαν ένα μεθυστικό πανηγύρι, στο οποίο μόνη προϋπόθεση συμμετοχής ήταν η ευτυχία να εκφραστεί ως το μόνο όπλο για την συνολική εκδίκηση της ανθρωπότητας.

   Έπειτα οι πρώτες δεκαετίες παρήλθαν. Το κίνημα άντεξε στο πρώτο, το μεγάλο κύμα. Έκρηξη δημιουργικότητας: εδαφικοποίηση, καταλήψεις σπιτιών, σχολείων, πανεπιστημίων, ανάπτυξη δικτύων αλληλεγγύης, πολιτικών συλλογικοτήτων, αυτοδιαχειριζόμενη ραδιοφωνία, ανεξάρτητη μουσική σκηνή, πολυθεματικά φεστιβάλ, θεατρικές και καλλιτεχνικές ομάδες, εκδοτικοί οίκοι, βιβλία, fanzines, περιοδικά, εφημερίδες, μπροσούρες, αφίσες, πολλές αφίσες… Από την Αθήνα, τα Εξάρχεια και από τον Ντορέ στην επαρχία, στέκια φυτρώνουν σε όλη την επικράτεια.

   Μαζί με την ανάπτυξη των αντιεξουσιαστικών ιδεών έρχονται και τα πρώτα αδιέξοδα των εσωτερικών συγκρούσεων. Τα τραύματα ενός χώρου που αντιμετώπισε την κοινωνική απομόνωση έρχονται στην επιφάνεια, μέσω διαφορών που «ανδρώθηκαν» σε διαφωνίες και ρήξεις, ως ενδογενείς εντροπίες αμέτρητων αντιφάσεων, όπου το προσωπικό είναι πολιτικό, με φόντο έναν κόσμο αποτρόπαιων αφαιρέσεων. Κι όμως· όπως υπενθύμιζε μια αφίσα που τυπώθηκε ακριβώς την περίοδο που μπαίνει ως καταληκτικό χρονικό όριο της εργασίας πάνω στην οποία συγκροτήθηκε ο παρών τόμος, η γη γυρίζει. Οι ιδέες του κινήματος ήταν/είναι ήδη παντού. Ούτε ο δυνητικά κακός εαυτός του δεν θα μπορούσε να τους ανακόψει τον δρόμο προς το κοινωνικό ξέφωτο.

   Οι ιστορικοί συνηθίζουν να ασχολούνται με κάποιο ζήτημα εφόσον έχουν περάσει τουλάχιστον σαράντα χρόνια από την τέλεσή του: σ’ αυτή την συνθήκη, η τέλεση παίρνει την έννοια του θανάτου ως υποθετικού εχέγγυου αντικειμενικότητας.

   Οι τρελοί κι ευτυχισμένοι όμως του ‘80 ποτέ δεν νοιάστηκαν για τις υποτιθέμενες ιστοριογραφικές ευαισθησίες. Άλλωστε ο χρόνος των κοινωνικών κινημάτων δεν μετράει στο ίδιο ρολόι με αυτόν της κανονικότητας. Έπειτα, από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, το χάσμα που θα δημιουργηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές οπτικές πάνω στα συμβάντα γεννά μια επιφυλακτικότητα που αναρωτιέται: μπορεί να γραφτεί μια ιστορία του κινήματος; Ή θα πρέπει να μιλάμε για ιστορίες διαχωρίζοντας τις επιμέρους ερμηνείες στις κατατμημένες αφηγήσεις των εκάστοτε δρώντων υποκειμένων;

   Η σημαντικότερη όμως διαφορά από την επιτελεστική λειτουργία της κυρίαρχης ιστοριογραφίας σε σχέση με μια αφήγηση των από κάτω για την ιστορία τους είναι ότι εδώ όλο το ενδιαφέρον στρέφεται σε κάτι ζωντανό, κι όποιος επιθυμεί να εγείρει αξιώσεις για ένα δυνητικό εχέγγυο αντικειμενικότητας θα πάρει ως απάντηση τη ζωή την ίδια.

   Ο χρόνος, ενώ θα ωριμάζει ακατάπαυστα σκέψεις και ερωτήματα, θα αναδείξει δυο εξαιρετικής σημασίας ζητήματα. Αφενός, έχοντας φτάσει αισίως στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ανακύπτει ένα εν πολλοίς αξεπέραστο πρόβλημα: πολλοί από τους συντρόφους της πρώτης γενιάς, αυτοί που έζησαν το πέρασμα από τη χούντα στη μεταπολίτευση κι έσπειραν τον πρώτο σπόρο, δεν είναι πια εδώ, παίρνοντας μαζί όλες τις εμπειρίες, τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις απαντήσεις τους. Αποφεύγοντας εδώ μια καταλογογράφηση εν είδει νεκρολογίου, τόσο αντίθετου με τις προθέσεις του βιβλίου, θα αρκεστούμε να αναφέρουμε τη Σύλβια Παπαδοπούλου, συνιδρύτρια των πλέον ιστορικών εκδόσεων Διεθνής Βιβλιοθήκη, τον ιθύνοντα των εκδόσεων Βιβλιοπέλαγος, Μιχάλη Πρωτοψάλτη όπως επίσης και τον εξαιρετικό άνθρωπο και σύντροφο Σταύρο Χατζησταύρο, που έφυγαν μόλις τον προηγούμενο χρόνο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η απόπειρα να γραφτεί κινηματική ιστορία με το πέρασμα του χρόνου παύει να είναι απλά μια δυνητική, πολυτελής ίσως, επιλογή, καθώς δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όποιος την επιχειρήσει θα κρατήσει στα χέρια του ικανό αριθμό ψηφίδων αυτού του περίπλοκου ψηφιδωτού ανθρώπων, ιδεών, διαδικασιών και συναισθημάτων.

   Το δεύτερο σημαντικό συμβάν είναι ότι σε αντίθεση με τους ανθρώπους του που συνηθίζουν να φεύγουν νέοι πολύ, το κίνημα άντεξε και τα υπόλοιπα κύματα πολύμορφων κακουχιών αποδεικνύοντας σε κάποιον βαθμό ακριβώς ότι είναι κίνημα· πολυμορφικό, πολυτασικό, με διαφορές, διαφωνίες και ρήξεις, όμως κίνημα, με συλλογικότητες ανθρώπων που εξερευνούν και διευρύνονται, όπως και δομές που αναπτύσσονται. Πλάι σε όλες τις προηγούμενες προστίθενται συνεργατικά εγχειρήματα, δομές υγείας και ελευθεριακής παιδείας, παιδικοί σταθμοί και κοινωνικά κέντρα, συλλογικές κουζίνες και παζάρια ανταλλαγής προϊόντων και τόσα άλλα. Προκύπτει έπειτα και μια ανάγκη: ένα κίνημα που επιθυμεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις του μέλλοντος με κάποια αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να αναστοχαστεί εποικοδομητικά την ιστορικότητά του ώστε να αντλήσει τα όποια χρήσιμα, για τις επόμενες μάχες, συμπεράσματα.

   Η ενδελεχής, όσο και δημιουργική, εξέταση των καταστάσεων που επέφερε η κινηματική δραστηριότητα είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Κι αυτήν την υπόθεση αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ο συγγραφέας με αυτήν τη μελέτη. Το βιβλίο αφηγείται, χωρίς ασφαλώς να εξαντλεί, ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας του ανταγωνιστικού κινήματος, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην πολιτισμική διάσταση της δράσης του όπως αυτή φιλτράρεται μέσα από τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες της περιόδου που περικλείεται από την μεταπολίτευση έως τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του ’90 και πριν την διαμόρφωση του κινήματος της αντι-παγκοσμιοποίησης. Ταυτόχρονα διατυπώνει με ακρίβεια τις πολιτικές συνδηλώσεις που διαμορφώνονται από αυτή τη δράση, η οποία εκτείνεται στο πεδίο της κουλτούρας.

   Η υιοθέτηση της ερμηνευτικής προσέγγισης του Alberto Melucci, η οποία θεωρείται μεθοδολογικά από τις πλέον έγκριτες, αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή κοινωνιολογικής ανάλυσης κινημάτων βάσης. Ενδείκνυται δε, για τη μελέτη της ελληνικής περίπτωσης του ανταγωνιστικού κινήματος, λόγω αρκετών ομοιοτήτων με το αντίστοιχο ιταλικό κίνημα που εξετάζει ο Melucci.

   Επιπλέον η συνδιαλλαγή του συγγραφέα του βιβλίου με τις θεωρητικές ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις που πρόδηλα επηρεάζουν τους κοινωνικούς δράστες, ειδικότερα των πρώτων δεκαετιών, αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση των ιδεολογικών συνισταμένων που ορίζουν τις κινηματικές πολιτικές επιλογές, τα ρεπερτόρια δράσης και τον τρόπο κατασκευής και υιοθέτησης συλλογικών ταυτοτήτων σε ένα ιδιαιτέρως ρευστό κοινωνικό περιβάλλον, ισχυρά φορτισμένο με ιδεολογικά πρόσημα. Την αναφορά στην κλασσική αντιπαράθεση μεταξύ Μάρξ-Μπακούνιν διαδέχεται η διατύπωση του, πολύ πιο σύγχρονου, μεταδομιστικού προβληματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως εργαλείο φιλοσοφικής εποπτείας του Μάη του ’68 και προσλαμβάνεται στην Ελλάδα ακριβώς στον απόηχο των γεγονότων του Ευρωπαϊκού Μάη και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον κόσμο των ιδεών του εγχώριου ανταγωνιστικού κινήματος.

   Το σημαντικότερο όλων είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι θεωρητικές αναφορές. Η απουσία μιας ιδεολογικά προκαθορισμένης θέσης αναδεικνύεται σε βασικό πλεονέκτημα της μελέτης, καθώς εκλίπει ο κίνδυνος να επιχειρηθεί η εκ των υστέρων δικαίωση μιας αφήγησης ερήμην της πραγματικότητας. Παρατηρούμε, λοιπόν, σε ολόκληρο το σώμα του βιβλίου τη συνεπή, όσο και κοπιώδη (όπως δείχνει ο όγκος της βιβλιογραφίας, αλλά κυρίως του παρατιθέμενου κινηματικού υλικού, όπως π.χ. μπροσούρων, fanzines, κ.ά.) προσπάθεια του συγγραφέα να αναδείξει τα αίτια και τις λογικές, την ειμαρμένη των πραγμάτων που οδηγούν σε μια αλληλουχία διαδικασιών που παρήγαγαν τα συγκεκριμένα ιστορικά πεπραγμένα και αποτελέσματα.

   Αυτή η έγκυρη παράθεση των θεωρητικών αναλύσεων και η λεπτομερής παρακολούθηση της σύγκρουσης μεταξύ τους, όχι ως αφηρημένων φαντασιακών κατασκευών, αλλά ως συνειδητών αποφάσεων πολιτικών υποκειμένων που μετουσιώνονται σε κινηματική ύλη μέσα σε πραγματικούς χώρους και χρόνους, αποδίδει μια αμερόληπτη αντιστοίχηση ιδεών και πρακτικών, απολύτως απαραίτητη για την υπόθεση της καταγραφής μιας συνεκτικής ιστορίας του αναρχικού, αντιεξουσιαστικού και ευρύτερα ανταγωνιστικού κινήματος.

   Είναι πάνω σε αυτή τη βάση, την οποία κομίζει ο συγγραφέας, που γεννιούνται σοβαρές πιθανότητες το κίνημα να αναγνωρίσει (αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και τον εαυτό του) δρόμους που θα συγκλίνουν στην αφήγηση μιας ιστορίας -όσο το δυνατόν- ανεξάρτητης από τον εκάστοτε αφηγητή.

     Διαχρονικά ζητήματα που ταλάνισαν -και συνεχίζουν να το κάνουν- το κίνημα, όπως αυτό της αντιεραρχίας, του δημόσιου/ιδιωτικού – ανοιχτού/κλειστού, όπως προκύπτει σε σχέση με τη λειτουργία των καταλήψεων· το ζήτημα της εναντίωσης στα ΜΜΕ, αλλά και γενικά της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, όπως τίθεται με αφορμή τους αυτοδιαχειριζόμενους ραδιοφωνικούς σταθμούς, το θέμα της αντιεμπορευματοποίησης, αλλά και της υποκουλτούρας, όπως συστήθηκε μέσα από την ιστορία της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής, παρατίθενται ολοκληρωμένα και αποκαθαρμένα από μεταγενέστερες αξιολογικές κρίσεις εχθρών και φίλων των επιμέρους τάσεων, δίχως όμως να αγνοείται η κάθε είδους κριτική συνεισφορά στην αποτίμηση των κινηματικών εμπειριών.

   Η μελέτη αυτή παραδίδει μια πληθώρα εργαλείων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του για τα διάφορα ζητήματα. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι το βιβλίο αποτελεί την πρώτη μεγάλου μεγέθους απόπειρα συστηματικής καταγραφής ενός σημαντικού μέρους της κινηματικής ιστορίας, μπορεί να προσληφθεί από το ίδιο το κίνημα ως μια επιπλέον αφορμή για δημιουργικό αναστοχασμό, ο οποίος μοιάζει να είναι απολύτως απαραίτητος στις σημερινές ιδιαιτέρως απαιτητικές προκλήσεις μιας περίπλοκης κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας, όπου η κοινωνική δυναμική καλείται να πραγματευτεί την αναδιοργάνωσή της μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης ανανέωσης της αναθετικής διαμεσολάβησης υπό αριστερό πρόσημο.

   Εάν δεχτούμε ότι η κοινωνική πραγματικότητα εγκυμονεί, οι επιλογές κινούνται από τον νέο αυταρχισμό και τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, μέχρι τη συνολική άρνησή τους, η επέλευση της οποίας μπορεί να καταστεί ένας πραγματοποιήσιμος στόχος εφόσον κατορθώσουμε να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες της κοινωνικής κινητοποίησης· έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε και την ιστορική μνήμη: ως δυνατότητα της πράξης που εκκρεμεί.

    

   Το βιβλίο του Νίκου Σούζα, τον οποίο ευχαριστούμε ολόθερμα για την συνεργασία και την εμπιστοσύνη, εκτός όλων των παραπάνω, αποτελεί και το ιδανικό έργο που θα μπορούσε να επιλεχθεί ως πρώτη έκδοση του Ναυτίλου, (σε βαθμό που αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να το εφεύρουμε) καθώς αντικατοπτρίζει μεγάλο κομμάτι των συλλογικών σκέψεων των ανθρώπων που πήραμε την πρωτοβουλία να συμμετέχουμε σ’ αυτήν την καινούργια εκδοτική απόπειρα.

   Ο Ναυτίλος ξεκινάει λοιπόν το ταξίδι του από τη Θεσσαλονίκη και εκδίδοντας ένα βιβλίο για την ιστορία του κινήματος στη σύγχρονη περίοδο «βουτάει στα βαθιά»· όμως λίγο-πολύ αυτός είναι ο λόγος που σκαρώθηκε· για να αποτελέσει ένα ακόμη από τα εργαλεία, με τα οποία θα επιχειρήσουμε να ξεμαγέψουμε τον αλλοτριωμένο άνθρωπο, θα αποπειραθούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο περιδιαβαίνοντάς τον, στοχεύοντας στην ανασημασιοδότηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την επιχείρηση συνολικής ανατροπής της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

   Σε αυτόν τον απόπλου παίρνουμε μαζί μας τα λιγοστά μα σημαντικότατα εφόδια μας. Μια πυξίδα που στον Βορρά της επιγράφεται ο ελευθεριακός προσανατολισμός, έναν χάρτη που σημειώνουμε τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη και την εμπιστοσύνη, ως τα βασικά στοιχεία που οδηγούν στο μονοπάτι της Ουτοπίας, την ιστορική κληρονομιά που ως παλίμψηστο κρύβεται τόσο πίσω από το όνομα του σκαριού (καθώς ο Ναυτίλος πέρα από το υποβρύχιο στο κλασσικό μυθιστόρημα που ο μύθος θέλει ως αρχική συγγραφέα την αναρχική Louise Michel, υπήρξε και κοινωνικό κέντρο που λειτούργησε στη Θεσσαλονίκη την δεκαετία του ’90) όσο και πίσω από το «πλήρωμα», αφού Μαύρο & Κόκκινο τιτλοφορούνταν αναρχική έκδοση της πόλης στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

   Τέλος παίρνουμε μαζί μας μια αίσθηση για την κατανόηση της ίδιας της Ιστορίας. Προσπαθώντας να περιγράψουμε αυτήν την αίσθηση, θα εκκινούσαμε από την άρνηση της γοητευτικά αποφατικής ερμηνείας του Walter Benjamin για τον Angelo Novus του Klee, τον Άγγελο της Ιστορίας· «εκεί όπου αυτός [εν προκειμένω ο ίδιος ο φιλόσοφος] βλέπει μια μοναδική καταστροφή που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων», αντικατοπτρίζοντας την αισιόδοξη μαρξική νομοτέλεια ως απαισιόδοξη αποτίμηση του παρελθόντος, -μια ποιοτική καταμέτρηση της βιωμένης ήττας με τη θυελλώδη πρόοδο πάντα παρούσα να επισημαίνει το αναπόδραστο μέλλον·- εμείς διασκευάζουμε τον ουτοπιστή William Morris, αναγνωρίζοντας ότι «αν και οι άνθρωποι παλεύουμε και χάνουμε, το πράγμα για το οποίο παλέψαμε έρχεται παρά την ήττα, δίχως όμως να είναι αυτό που εννοούσαμε, έτσι ώστε άλλοι άνθρωποι πρέπει να παλέψουν γι’ αυτό με ένα άλλο όνομα». Το μέλλον δε, είναι απλά ένα προσχέδιο αγώνα.

   Εμείς επιθυμούμε να γίνουμε αυτοί οι άλλοι άνθρωποι, ο Ναυτίλος, αυτό το άλλο όνομα και το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης είναι αυτό που πάντα εννοούμε.

Άρης Τσιούμας

για τις ελευθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος
Θεσσαλονίκη | 13 Μαΐου 2015