Τετάρτη, 24 Ιουνίου 2015

"...Μνήμη είναι η πράξη που εκκρεμεί" | Σημείωμα της Έκδοσης στο "Σταμάτα να μιλάς για θάνατο μωρό μου" του Ν. Σούζα

«Αν η Ιστορία είναι -όπως λένε- μνήμη,…
μνήμη είναι η πράξη που εκκρεμεί»

   Ποτέ άλλοτε ένα κίνημα δεν έχει μιλήσει τόσο λίγο για τον εαυτό του. Κι αν στην παρούσα έκδοση το κίνημα αυτό τιτλοφορείται ανταγωνιστικό, επιδιώκοντας να αποδώσει τη διευρυμένη θεματολογία μιας κοινωνικής δυναμικής που δεν εξαντλείται σε ό,τι έμεινε γνωστό ως ταξική πάλη, ο αναγνώστης μπορεί να είναι σίγουρος ότι στις τετρακόσιες περίπου σελίδες που ακολουθούν καταγράφεται μια σημαντική όψη του μεταπολιτευτικού αντιεξουσιαστικού και αναρχικού ρεύματος.

   Δίχως να έχει ακριβή συναίσθηση του εαυτού του στην αρχή, μέσα στους ξέφρενους ρυθμούς των τρελών καιρών, η μόνη ιστορία που θέλησε να γράψει ήταν αυτή του ζώντος. Ο ιστορικός ορίζοντας αυτού του ρεύματος που για μόνα υλικά είχε τους ανθρώπους του και την ιδιαίτερη (αντί)κουλτούρα τους ανέτειλε κάθε σούρουπο και έδυε αργά το ξημέρωμα, τις ίδιες ώρες που οι πλατείες στα Εξάρχεια και στον Ντορέ έσφυζαν από ζωή. Στον καταιγισμό μιας καθημερινότητας έμπλεης συναισθηματικών εντάσεων οι ομφαλοσκοπικές καταγραφές θεωρούνταν -και ήταν- χάσιμο χρόνου· πολύτιμου χρόνου που έπρεπε να χαριστεί δίχως αντάλλαγμα στην υπόθεση της αναδιαμόρφωσης των ανθρώπινων σχέσεων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την αλλαγή των γειτονιών του κόσμου.

     Με τούτον τον προορισμό στο μυαλό, δίχως καβάτζα καμιά, ξεχύθηκε αυτό το απίθανο σινάφι να ανακαλύψει τις συντεταγμένες της ουτοπίας σ’ έναν κόσμο που διαρκώς μεταμορφώνεται. Από τις μάχες επιβίωσης με τον κοινωνικό συντηρητισμό της παραδοσιακής αριστεράς, στη διπλή άρνηση του κράτους: άρνηση αφομοίωσης όταν το Κράτος έκανε τις καλύτερες προσφορές του, άρνηση υποταγής στην καταστολή όταν το Κράτος έδειχνε το ωμό, αποτρόπαιο, πρόσωπό του. Από εκεί, στην αντίσταση μέσα στον ιδιότυπο πόλεμο που καταδίκαζε είτε στο λευκό θάνατο της ηρωίνης είτε στα λευκά κελιά των φρενοκομείων. Βασανισμοί στα κρατητήρια και τις φυλακές, δολοφονίες από εκπυρσοκροτήσεις μπάτσων που σκοτώνουν πισώπλατα δεκαπεντάχρονους…λίγοι γνωστοί άγιοι θα πεθάνουν δημόσια, οι πολλοί θα χαθούν στην ανωνυμία δίχως να εκδώσουν ποτέ το δικό τους Πιστοποιητικό Θανάτου.

   Κι όμως! Σταμάτα να μιλάς για θάνατο, μωρό μου· όλες οι κραυγές, οι ήχοι της ανασφάλειας που συνέχισαν να διαταράσσουν την κοινωνική ειρήνη, να διασαλεύουν την κοινή γαλήνη και ηρεμία, δεν αρθρώθηκαν ούτε ως νεκρόφιλα καλλιτεχνήματα ούτε ως επαινετικοί θούριοι σε θυσιαστικούς θανάτους· προοιώνισαν ένα μεθυστικό πανηγύρι, στο οποίο μόνη προϋπόθεση συμμετοχής ήταν η ευτυχία να εκφραστεί ως το μόνο όπλο για την συνολική εκδίκηση της ανθρωπότητας.

   Έπειτα οι πρώτες δεκαετίες παρήλθαν. Το κίνημα άντεξε στο πρώτο, το μεγάλο κύμα. Έκρηξη δημιουργικότητας: εδαφικοποίηση, καταλήψεις σπιτιών, σχολείων, πανεπιστημίων, ανάπτυξη δικτύων αλληλεγγύης, πολιτικών συλλογικοτήτων, αυτοδιαχειριζόμενη ραδιοφωνία, ανεξάρτητη μουσική σκηνή, πολυθεματικά φεστιβάλ, θεατρικές και καλλιτεχνικές ομάδες, εκδοτικοί οίκοι, βιβλία, fanzines, περιοδικά, εφημερίδες, μπροσούρες, αφίσες, πολλές αφίσες… Από την Αθήνα, τα Εξάρχεια και από τον Ντορέ στην επαρχία, στέκια φυτρώνουν σε όλη την επικράτεια.

   Μαζί με την ανάπτυξη των αντιεξουσιαστικών ιδεών έρχονται και τα πρώτα αδιέξοδα των εσωτερικών συγκρούσεων. Τα τραύματα ενός χώρου που αντιμετώπισε την κοινωνική απομόνωση έρχονται στην επιφάνεια, μέσω διαφορών που «ανδρώθηκαν» σε διαφωνίες και ρήξεις, ως ενδογενείς εντροπίες αμέτρητων αντιφάσεων, όπου το προσωπικό είναι πολιτικό, με φόντο έναν κόσμο αποτρόπαιων αφαιρέσεων. Κι όμως· όπως υπενθύμιζε μια αφίσα που τυπώθηκε ακριβώς την περίοδο που μπαίνει ως καταληκτικό χρονικό όριο της εργασίας πάνω στην οποία συγκροτήθηκε ο παρών τόμος, η γη γυρίζει. Οι ιδέες του κινήματος ήταν/είναι ήδη παντού. Ούτε ο δυνητικά κακός εαυτός του δεν θα μπορούσε να τους ανακόψει τον δρόμο προς το κοινωνικό ξέφωτο.

   Οι ιστορικοί συνηθίζουν να ασχολούνται με κάποιο ζήτημα εφόσον έχουν περάσει τουλάχιστον σαράντα χρόνια από την τέλεσή του: σ’ αυτή την συνθήκη, η τέλεση παίρνει την έννοια του θανάτου ως υποθετικού εχέγγυου αντικειμενικότητας.

   Οι τρελοί κι ευτυχισμένοι όμως του ‘80 ποτέ δεν νοιάστηκαν για τις υποτιθέμενες ιστοριογραφικές ευαισθησίες. Άλλωστε ο χρόνος των κοινωνικών κινημάτων δεν μετράει στο ίδιο ρολόι με αυτόν της κανονικότητας. Έπειτα, από τη δεκαετία του ‘90 και μετά, το χάσμα που θα δημιουργηθεί ανάμεσα σε διαφορετικές οπτικές πάνω στα συμβάντα γεννά μια επιφυλακτικότητα που αναρωτιέται: μπορεί να γραφτεί μια ιστορία του κινήματος; Ή θα πρέπει να μιλάμε για ιστορίες διαχωρίζοντας τις επιμέρους ερμηνείες στις κατατμημένες αφηγήσεις των εκάστοτε δρώντων υποκειμένων;

   Η σημαντικότερη όμως διαφορά από την επιτελεστική λειτουργία της κυρίαρχης ιστοριογραφίας σε σχέση με μια αφήγηση των από κάτω για την ιστορία τους είναι ότι εδώ όλο το ενδιαφέρον στρέφεται σε κάτι ζωντανό, κι όποιος επιθυμεί να εγείρει αξιώσεις για ένα δυνητικό εχέγγυο αντικειμενικότητας θα πάρει ως απάντηση τη ζωή την ίδια.

   Ο χρόνος, ενώ θα ωριμάζει ακατάπαυστα σκέψεις και ερωτήματα, θα αναδείξει δυο εξαιρετικής σημασίας ζητήματα. Αφενός, έχοντας φτάσει αισίως στα μέσα της δεύτερης δεκαετίας του 21ου αιώνα, ανακύπτει ένα εν πολλοίς αξεπέραστο πρόβλημα: πολλοί από τους συντρόφους της πρώτης γενιάς, αυτοί που έζησαν το πέρασμα από τη χούντα στη μεταπολίτευση κι έσπειραν τον πρώτο σπόρο, δεν είναι πια εδώ, παίρνοντας μαζί όλες τις εμπειρίες, τις αντιφάσεις, τα αδιέξοδα και τις απαντήσεις τους. Αποφεύγοντας εδώ μια καταλογογράφηση εν είδει νεκρολογίου, τόσο αντίθετου με τις προθέσεις του βιβλίου, θα αρκεστούμε να αναφέρουμε τη Σύλβια Παπαδοπούλου, συνιδρύτρια των πλέον ιστορικών εκδόσεων Διεθνής Βιβλιοθήκη, τον ιθύνοντα των εκδόσεων Βιβλιοπέλαγος, Μιχάλη Πρωτοψάλτη όπως επίσης και τον εξαιρετικό άνθρωπο και σύντροφο Σταύρο Χατζησταύρο, που έφυγαν μόλις τον προηγούμενο χρόνο. Φαίνεται, λοιπόν, ότι η απόπειρα να γραφτεί κινηματική ιστορία με το πέρασμα του χρόνου παύει να είναι απλά μια δυνητική, πολυτελής ίσως, επιλογή, καθώς δεν είναι καθόλου σίγουρο ότι όποιος την επιχειρήσει θα κρατήσει στα χέρια του ικανό αριθμό ψηφίδων αυτού του περίπλοκου ψηφιδωτού ανθρώπων, ιδεών, διαδικασιών και συναισθημάτων.

   Το δεύτερο σημαντικό συμβάν είναι ότι σε αντίθεση με τους ανθρώπους του που συνηθίζουν να φεύγουν νέοι πολύ, το κίνημα άντεξε και τα υπόλοιπα κύματα πολύμορφων κακουχιών αποδεικνύοντας σε κάποιον βαθμό ακριβώς ότι είναι κίνημα· πολυμορφικό, πολυτασικό, με διαφορές, διαφωνίες και ρήξεις, όμως κίνημα, με συλλογικότητες ανθρώπων που εξερευνούν και διευρύνονται, όπως και δομές που αναπτύσσονται. Πλάι σε όλες τις προηγούμενες προστίθενται συνεργατικά εγχειρήματα, δομές υγείας και ελευθεριακής παιδείας, παιδικοί σταθμοί και κοινωνικά κέντρα, συλλογικές κουζίνες και παζάρια ανταλλαγής προϊόντων και τόσα άλλα. Προκύπτει έπειτα και μια ανάγκη: ένα κίνημα που επιθυμεί να αντεπεξέλθει στις προκλήσεις του μέλλοντος με κάποια αποτελεσματικότητα, θα πρέπει να αναστοχαστεί εποικοδομητικά την ιστορικότητά του ώστε να αντλήσει τα όποια χρήσιμα, για τις επόμενες μάχες, συμπεράσματα.

   Η ενδελεχής, όσο και δημιουργική, εξέταση των καταστάσεων που επέφερε η κινηματική δραστηριότητα είναι μια πολύ δύσκολη υπόθεση. Κι αυτήν την υπόθεση αναλαμβάνει να φέρει σε πέρας ο συγγραφέας με αυτήν τη μελέτη. Το βιβλίο αφηγείται, χωρίς ασφαλώς να εξαντλεί, ένα σημαντικό μέρος της ιστορίας του ανταγωνιστικού κινήματος, επικεντρώνοντας την προσοχή του στην πολιτισμική διάσταση της δράσης του όπως αυτή φιλτράρεται μέσα από τις επικρατούσες πολιτικές συνθήκες της περιόδου που περικλείεται από την μεταπολίτευση έως τα τέλη σχεδόν της δεκαετίας του ’90 και πριν την διαμόρφωση του κινήματος της αντι-παγκοσμιοποίησης. Ταυτόχρονα διατυπώνει με ακρίβεια τις πολιτικές συνδηλώσεις που διαμορφώνονται από αυτή τη δράση, η οποία εκτείνεται στο πεδίο της κουλτούρας.

   Η υιοθέτηση της ερμηνευτικής προσέγγισης του Alberto Melucci, η οποία θεωρείται μεθοδολογικά από τις πλέον έγκριτες, αποτελεί την καταλληλότερη επιλογή κοινωνιολογικής ανάλυσης κινημάτων βάσης. Ενδείκνυται δε, για τη μελέτη της ελληνικής περίπτωσης του ανταγωνιστικού κινήματος, λόγω αρκετών ομοιοτήτων με το αντίστοιχο ιταλικό κίνημα που εξετάζει ο Melucci.

   Επιπλέον η συνδιαλλαγή του συγγραφέα του βιβλίου με τις θεωρητικές ζυμώσεις και αντιπαραθέσεις που πρόδηλα επηρεάζουν τους κοινωνικούς δράστες, ειδικότερα των πρώτων δεκαετιών, αποτελεί την απαραίτητη προϋπόθεση για την κατανόηση των ιδεολογικών συνισταμένων που ορίζουν τις κινηματικές πολιτικές επιλογές, τα ρεπερτόρια δράσης και τον τρόπο κατασκευής και υιοθέτησης συλλογικών ταυτοτήτων σε ένα ιδιαιτέρως ρευστό κοινωνικό περιβάλλον, ισχυρά φορτισμένο με ιδεολογικά πρόσημα. Την αναφορά στην κλασσική αντιπαράθεση μεταξύ Μάρξ-Μπακούνιν διαδέχεται η διατύπωση του, πολύ πιο σύγχρονου, μεταδομιστικού προβληματισμού, ο οποίος εκφράζεται ως εργαλείο φιλοσοφικής εποπτείας του Μάη του ’68 και προσλαμβάνεται στην Ελλάδα ακριβώς στον απόηχο των γεγονότων του Ευρωπαϊκού Μάη και επηρεάζει σε μεγάλο βαθμό τον κόσμο των ιδεών του εγχώριου ανταγωνιστικού κινήματος.

   Το σημαντικότερο όλων είναι ο τρόπος με τον οποίο γίνονται οι θεωρητικές αναφορές. Η απουσία μιας ιδεολογικά προκαθορισμένης θέσης αναδεικνύεται σε βασικό πλεονέκτημα της μελέτης, καθώς εκλίπει ο κίνδυνος να επιχειρηθεί η εκ των υστέρων δικαίωση μιας αφήγησης ερήμην της πραγματικότητας. Παρατηρούμε, λοιπόν, σε ολόκληρο το σώμα του βιβλίου τη συνεπή, όσο και κοπιώδη (όπως δείχνει ο όγκος της βιβλιογραφίας, αλλά κυρίως του παρατιθέμενου κινηματικού υλικού, όπως π.χ. μπροσούρων, fanzines, κ.ά.) προσπάθεια του συγγραφέα να αναδείξει τα αίτια και τις λογικές, την ειμαρμένη των πραγμάτων που οδηγούν σε μια αλληλουχία διαδικασιών που παρήγαγαν τα συγκεκριμένα ιστορικά πεπραγμένα και αποτελέσματα.

   Αυτή η έγκυρη παράθεση των θεωρητικών αναλύσεων και η λεπτομερής παρακολούθηση της σύγκρουσης μεταξύ τους, όχι ως αφηρημένων φαντασιακών κατασκευών, αλλά ως συνειδητών αποφάσεων πολιτικών υποκειμένων που μετουσιώνονται σε κινηματική ύλη μέσα σε πραγματικούς χώρους και χρόνους, αποδίδει μια αμερόληπτη αντιστοίχηση ιδεών και πρακτικών, απολύτως απαραίτητη για την υπόθεση της καταγραφής μιας συνεκτικής ιστορίας του αναρχικού, αντιεξουσιαστικού και ευρύτερα ανταγωνιστικού κινήματος.

   Είναι πάνω σε αυτή τη βάση, την οποία κομίζει ο συγγραφέας, που γεννιούνται σοβαρές πιθανότητες το κίνημα να αναγνωρίσει (αναγνωρίζοντας ταυτόχρονα και τον εαυτό του) δρόμους που θα συγκλίνουν στην αφήγηση μιας ιστορίας -όσο το δυνατόν- ανεξάρτητης από τον εκάστοτε αφηγητή.

     Διαχρονικά ζητήματα που ταλάνισαν -και συνεχίζουν να το κάνουν- το κίνημα, όπως αυτό της αντιεραρχίας, του δημόσιου/ιδιωτικού – ανοιχτού/κλειστού, όπως προκύπτει σε σχέση με τη λειτουργία των καταλήψεων· το ζήτημα της εναντίωσης στα ΜΜΕ, αλλά και γενικά της διαμεσολαβημένης επικοινωνίας, όπως τίθεται με αφορμή τους αυτοδιαχειριζόμενους ραδιοφωνικούς σταθμούς, το θέμα της αντιεμπορευματοποίησης, αλλά και της υποκουλτούρας, όπως συστήθηκε μέσα από την ιστορία της ανεξάρτητης μουσικής σκηνής, παρατίθενται ολοκληρωμένα και αποκαθαρμένα από μεταγενέστερες αξιολογικές κρίσεις εχθρών και φίλων των επιμέρους τάσεων, δίχως όμως να αγνοείται η κάθε είδους κριτική συνεισφορά στην αποτίμηση των κινηματικών εμπειριών.

   Η μελέτη αυτή παραδίδει μια πληθώρα εργαλείων, ώστε ο αναγνώστης να μπορεί να βγάλει τα συμπεράσματά του για τα διάφορα ζητήματα. Ταυτόχρονα, δεδομένου ότι το βιβλίο αποτελεί την πρώτη μεγάλου μεγέθους απόπειρα συστηματικής καταγραφής ενός σημαντικού μέρους της κινηματικής ιστορίας, μπορεί να προσληφθεί από το ίδιο το κίνημα ως μια επιπλέον αφορμή για δημιουργικό αναστοχασμό, ο οποίος μοιάζει να είναι απολύτως απαραίτητος στις σημερινές ιδιαιτέρως απαιτητικές προκλήσεις μιας περίπλοκης κοινωνικής και πολιτικής συγκυρίας, όπου η κοινωνική δυναμική καλείται να πραγματευτεί την αναδιοργάνωσή της μέσα σε ένα κλίμα γενικευμένης ανανέωσης της αναθετικής διαμεσολάβησης υπό αριστερό πρόσημο.

   Εάν δεχτούμε ότι η κοινωνική πραγματικότητα εγκυμονεί, οι επιλογές κινούνται από τον νέο αυταρχισμό και τον σύγχρονο ολοκληρωτισμό, μέχρι τη συνολική άρνησή τους, η επέλευση της οποίας μπορεί να καταστεί ένας πραγματοποιήσιμος στόχος εφόσον κατορθώσουμε να χρησιμοποιήσουμε όλες τις δυνατότητες της κοινωνικής κινητοποίησης· έτσι, μπορούμε να κατανοήσουμε και την ιστορική μνήμη: ως δυνατότητα της πράξης που εκκρεμεί.

    

   Το βιβλίο του Νίκου Σούζα, τον οποίο ευχαριστούμε ολόθερμα για την συνεργασία και την εμπιστοσύνη, εκτός όλων των παραπάνω, αποτελεί και το ιδανικό έργο που θα μπορούσε να επιλεχθεί ως πρώτη έκδοση του Ναυτίλου, (σε βαθμό που αν δεν υπήρχε θα έπρεπε να το εφεύρουμε) καθώς αντικατοπτρίζει μεγάλο κομμάτι των συλλογικών σκέψεων των ανθρώπων που πήραμε την πρωτοβουλία να συμμετέχουμε σ’ αυτήν την καινούργια εκδοτική απόπειρα.

   Ο Ναυτίλος ξεκινάει λοιπόν το ταξίδι του από τη Θεσσαλονίκη και εκδίδοντας ένα βιβλίο για την ιστορία του κινήματος στη σύγχρονη περίοδο «βουτάει στα βαθιά»· όμως λίγο-πολύ αυτός είναι ο λόγος που σκαρώθηκε· για να αποτελέσει ένα ακόμη από τα εργαλεία, με τα οποία θα επιχειρήσουμε να ξεμαγέψουμε τον αλλοτριωμένο άνθρωπο, θα αποπειραθούμε να κατανοήσουμε τον κόσμο περιδιαβαίνοντάς τον, στοχεύοντας στην ανασημασιοδότηση του συνόλου των κοινωνικών σχέσεων ως απαραίτητης προϋπόθεσης για την επιχείρηση συνολικής ανατροπής της καταπίεσης και της εκμετάλλευσης.

   Σε αυτόν τον απόπλου παίρνουμε μαζί μας τα λιγοστά μα σημαντικότατα εφόδια μας. Μια πυξίδα που στον Βορρά της επιγράφεται ο ελευθεριακός προσανατολισμός, έναν χάρτη που σημειώνουμε τη συντροφικότητα, την αλληλεγγύη και την εμπιστοσύνη, ως τα βασικά στοιχεία που οδηγούν στο μονοπάτι της Ουτοπίας, την ιστορική κληρονομιά που ως παλίμψηστο κρύβεται τόσο πίσω από το όνομα του σκαριού (καθώς ο Ναυτίλος πέρα από το υποβρύχιο στο κλασσικό μυθιστόρημα που ο μύθος θέλει ως αρχική συγγραφέα την αναρχική Louise Michel, υπήρξε και κοινωνικό κέντρο που λειτούργησε στη Θεσσαλονίκη την δεκαετία του ’90) όσο και πίσω από το «πλήρωμα», αφού Μαύρο & Κόκκινο τιτλοφορούνταν αναρχική έκδοση της πόλης στα μέσα της δεκαετίας του ’80.

   Τέλος παίρνουμε μαζί μας μια αίσθηση για την κατανόηση της ίδιας της Ιστορίας. Προσπαθώντας να περιγράψουμε αυτήν την αίσθηση, θα εκκινούσαμε από την άρνηση της γοητευτικά αποφατικής ερμηνείας του Walter Benjamin για τον Angelo Novus του Klee, τον Άγγελο της Ιστορίας· «εκεί όπου αυτός [εν προκειμένω ο ίδιος ο φιλόσοφος] βλέπει μια μοναδική καταστροφή που συσσωρεύει αδιάκοπα ερείπια επί ερειπίων», αντικατοπτρίζοντας την αισιόδοξη μαρξική νομοτέλεια ως απαισιόδοξη αποτίμηση του παρελθόντος, -μια ποιοτική καταμέτρηση της βιωμένης ήττας με τη θυελλώδη πρόοδο πάντα παρούσα να επισημαίνει το αναπόδραστο μέλλον·- εμείς διασκευάζουμε τον ουτοπιστή William Morris, αναγνωρίζοντας ότι «αν και οι άνθρωποι παλεύουμε και χάνουμε, το πράγμα για το οποίο παλέψαμε έρχεται παρά την ήττα, δίχως όμως να είναι αυτό που εννοούσαμε, έτσι ώστε άλλοι άνθρωποι πρέπει να παλέψουν γι’ αυτό με ένα άλλο όνομα». Το μέλλον δε, είναι απλά ένα προσχέδιο αγώνα.

   Εμείς επιθυμούμε να γίνουμε αυτοί οι άλλοι άνθρωποι, ο Ναυτίλος, αυτό το άλλο όνομα και το όραμα της κοινωνικής απελευθέρωσης είναι αυτό που πάντα εννοούμε.

Άρης Τσιούμας

για τις ελευθεριακές Εκδόσεις Ναυτίλος
Θεσσαλονίκη | 13 Μαΐου 2015